"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

6/3/16

Τα Νεκροταφεία ή Κοιμητήρια της Λαμίας



Μέρος Α’



1. Περί θανάτου

(σύντομη θεολογική αναφορά)
 
   Σύμφωνα με  την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη ο θάνατος δεν καθιερώθηκε[1] από το Θεό. Ο θάνατος του ανθρώπου δεν ανήκει στην τάξη που ο Θεός όρισε μέσα στη δημιουργία. Δεν ήταν κανονικό ή φυσικό για τον άνθρωπο να πεθάνει, εφόσον θα ήταν αφύσικος ο χωρισμός ψυχής και σώματος (δηλ. ο σωματικός θάνατος).
   Η άρνηση όμως του Αδάμ να υπακούσει στο θέλημα του Θεού, δηλ. η αμαρτία έφερε την προπατορική πτώση, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί στη γη η αρρώστια και ο θάνατος. Η θνητότητα του ανθρώπου είναι το στίγμα ή τα “οψώνια” της αμαρτίας (Ρωμ. στ’ 23).
   Αυτή τη Βιβλική αντίληψη για το θάνατο και τη θνητότητα την έχουν χάσει κάποιοι χριστιανοί σήμερα θεωρώντας τον μάλλον ως λύτρωση, ως απαλλαγή της αθάνατης ψυχής από τα δεσμά του σώματος. Είναι όμως ξένη προς την Αγία Γραφή. Προέρχεται στην πραγματικότητα από την Ελληνική ειδωλολατρική αντίληψη. Ο θάνατος δεν είναι λύτρωση[2], αλλά καταστροφή, εφόσον ο Άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή μαζί. Με το θάνατο η ψυχή χωρίζεται βίαια από το σώμα, που ήταν η φυσική σχέση, όπως την όρισε ο Θεός.


2.  Η κηδεία στην Ελλάδα


    Από την εποχή του κυκλαδικού πολιτισμού γύρω στο 3000 π.Χ. ως την υπο-μηκηναϊκή περίοδο το 1100-1200 π.Χ. οι Έλληνες εφάρμοζαν τον ενταφιασμό ως αποκλειστική πρακτική κήδευσης. Η καύση των νεκρών που εμφανίζεται γύρω στον 11ο αιώνα π.Χ. θεωρείται επίδραση της Ανατολής, πιθανώς των Χετταίων, και διαδόθηκε στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία. Ως τους χριστιανικούς χρόνους όπου ο ενταφιασμός ξαναγίνεται η μόνη πρακτική κήδευσης και οι δύο μέθοδοι εφαρμόζονταν στην Ελλάδα ανάλογα με την ιστορική περίοδο και την περιοχή.
   Η κηδεία στους αρχαίους Έλληνες από την ομηρική εποχή περιελάμβανε την πρόθεση, την εκφορά, την ταφή  και το περίδειπνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η διαδικασία ακολουθείται στην Ελλάδα πιστά μέχρι και σήμερα.
   Πρόθεση ήταν η εναπόθεση του στολισμένου νεκρού στη νεκρική κλίνη και η θρηνωδία των οικείων του. Στην εποχή μας ο νεκρός κείται σε φέρετρο, το οποίο είναι ανοιχτό σύμφωνα με την παράδοση, εκτός από τις περιπτώσεις που δεν το επιτρέπει η κατάσταση του πτώματος. Ο νεκρός «φυλάσσεται» από τους οικείους όλο το βράδυ πριν την ταφή, ιεροτελεστία που επιβάλλονταν από την λαϊκή σκέψη και διατηρείται ως σήμερα, το λεγόμενο ξενύχτι. Σημαντικό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης είναι το μοιρολόι, τα θλιβερά δηλαδή τραγούδια που τραγουδούσαν οι οικείοι του νεκρού μαζί με τη μοιρολογίστρα, επάγγελμα που έχει πια εκλείψει.

28/2/16

Γιατροί της (πρώην) επαρχίας Δομοκού (την περίοδο 1860-1960)



Πρόλογος


    Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα μιας ανέκδοτης μεγάλης εργασίας-μελέτης με τίτλο “Οι γιατροί της Φθιώτιδας (1860-1960)”, που ολοκληρώθηκε το 2009.
   Κατά την προγενέστερη περίοδο 1835-1881, η Λαμία αριθμούσε 35 γιατρούς, που κατάγονταν από διάφορα μέρη (Ήπειρο, Επτάνησα, κλπ.), αλλά οι περισσότεροι προέρχονταν από οικογένειες της Λαμίας.
   Στη διάρκεια του μισού 19ου αι. και του άλλου μισού 20ού αι. (1860-1960) στην ακριτική (πριν το 1881) Φθιώτιδα που πέρασε χρόνια πολέμων, ληστοκρατίας, Κατοχής, Εμφυλίου με συνθήκες φτώχειας του αναλφάβητου στην πλειοψηφία λαού, το λειτούργημα του γιατρού ήταν ένας άθλος. Χωρίς να υπάρχει δευτεροβάθμια νοσοκομειακή περίθαλψη, ο γιατρός γενικής ιατρικής φτάνοντας στον τόπο του ασθενή και διαθέτοντας ελάχιστα μέσα, έπρεπε να διαγνώσει την ασθένεια, να συστήσει φάρμακα, αλλά και να επέμβει άμεσα για να σώσει κάποια ζωή που κινδύνευε.
    Πηγή της προσπάθειας αυτής αποτέλεσε το υπάρχον αρχείο των Ιατρικών Συλλόγων Φθιώτιδας και Λοκρίδας (δεν βρέθηκε αντίστοιχο του Δομοκού). Σε διάρκεια ενός αιώνα (1860-1960) καταγράφηκαν 363 γιατροί που εργάστηκαν στον φθιωτικό χώρο. Τα ελλειμματικά (ή περιορισμένα) στοιχεία εμπλουτίστηκαν ή διορθώθηκαν από άλλα αρχεία ή τρόπους τεκμηρίωσης, ώστε να διασφαλιστεί η ακρίβειά τους.
    Ως καταληκτικός χρόνος της προκείμενης εργασίας τέθηκε το έτος 1960, εφόσον έπρεπε να οριοθετηθεί το υλικό για να είναι δυνατή και η μελέτη του. Είναι προφανές ότι όσοι γιατροί απέκτησαν άδεια άσκησης επαγγέλματος μετά το 1960 δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα εργασία. Αποτελούν αντικείμενο μιας επόμενης, που θα συμπληρώσει το “παζλ” αυτής της κοινωνικής τάξης.
   Οφείλω και αποδίδω τις ευχαριστίες μου σε όσους συνέβαλαν στην πραγματοποίησή της. Αναφέρω ιδιαίτερα τον τότε πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Φθιώτιδος (Ι.Σ.Φ.) κ. Κων. Χαντζή για την εμπιστοσύνη του στο σεβασμό της  χρήσης των στοιχείων του αρχείου.
   Η βοήθεια των αιρετών εκπροσώπων των τοπικών κοινωνιών ήταν πολύ σημαντική και τους ευχαριστώ. Η άμεση ανταπόκρισή τους για εμπλουτισμό των στοιχείων της εργασίας αυτής αποτελεί ελάχιστο δείγμα της ευαισθησίας τους και της αγάπης για τους γιατρούς που υπηρέτησαν τον τόπο τους.

20/2/16

Μεταλλεύματα νικελίου στην Ελλάδα και ΛΑΡΚΟ


Ο ορυκτός πλούτος της Λοκρίδας



Πρόλογος


  Το ελληνικό υπέδαφος είναι πλούσιο με ορυκτά, που όμως η χώρα δεν μπόρεσε κατά το 19ο αι. να τα αξιοποιήσει. Μερικά ορυκτά περιέχουν σημαντικά μέταλλα σε αναλογία, που συμφέρει οικονομικά η εκμετάλλευσή τους. Στην παρούσα εργασία θα αναφερθούμε στα σιδηρονικελιούχα μεταλλεύματα, που αφθονούν στην περιοχή της Λοκρίδας, από τα οποία παράγεται το νικέλιο.

   Οι προσπάθειες που έγιναν τόσο για τον εντοπισμό, αλλά και την απόκτηση τεχνογνωσίας, ώστε από το μετάλλευμα, με τη λειτουργία του εργοστασίου ΛΑΡΚΟ, να παραχθεί το νικέλιο, θα δοθούν με ιστορική συνέχεια, αλλά με όσο γίνεται συνοπτικό και κατανοητό τρόπο.


1. Το νικέλιο

  
   Είναι σημαντικό μέταλλο[1] με πολλές εφαρμογές. Υπάρχει μόνο σε ορυκτά μεταλλεύματα, κυρίως ενωμένο με το σίδηρο (σιδηρονικέλιο) σε αναλογία 20-40 % σε νικέλιο. Στην Ελλάδα σημαντικά κοιτάσματα[2] υπάρχουν στη Φθιώτιδα (περιοχή Λοκρίδας), Βοιωτία, Εύβοια και Καστοριά.

Νομίσματα από νικέλιο της ΕΣΣΔ (ρούβλια) 
(δεκαετία’80)
   Το νικέλιο και τα κράματά του είναι πολύτιμα για την αντοχή, ελαστικότητα, καλή θερμική και ηλεκτρική αγωγιμότητα, αντοχή στη διάβρωση, μαγνητικές ιδιότητες και ως καταλύτης[3].  Χρησιμοποιείται κυρίως για παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα, σε άλλα κράματα, σε επιμετάλλωση, χύτευση μετάλλων και σε συσσωρευτές.



2. Μεταλλευτικές προσπάθειες στη Στερεά Ελλάδα κατά το Μεσοπόλεμο


     Στη διάρκεια του πρώτου τετάρτου του 20ού αι. (1900-1925), οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις ασχολήθηκαν περισσότερο με την εξόρυξη και τη διάθεση φυσικών μεταλλευμάτων, παρά με την εκκαμίνευση και τον εμπλουτισμό τους. Έτσι, οι πρώτες ύλες, ακατέργαστες όπως έβγαιναν, έφευγαν στο εξωτερικό, όπου μετατρέπονταν σε προϊόντα από τα οποία αγόραζε η Ελλάδα, σε ακριβές μάλιστα τιμές.
   Από το 19ο αι. οι ελληνικές πρώτες ύλες δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν για οικονομικούς λόγους και έπρεπε να προσελκυσθεί το ξένο κεφάλαιο. Για αυτό το σκοπό, από ειδικούς, γράφτηκαν[4] ειδικές εκθέσεις και πραγματείες, που στάλθηκαν στο εξωτερικό, για να δείξουν στους Ευρωπαίους κεφαλαιούχους τον μεταλλευτικό πλούτο της χώρας.
   Από το 1910, στη Λάρυμνα, η μεταλλευτική εταιρία «Λοκρίς» είχε ανακαλύψει τα νικελιούχα μεταλλεύματα της περιοχής. Μέχρι το  1918 εξόρυξε 85.997 τόνους μεταλλεύματα, τα οποία με την τότε μέση τιμή των 39,08 δρχ. τον τόνο (FOB Λάρυμνα), απέφεραν έσοδα 3.360.000 δρχ.

13/2/16

Γιατροί της δυτικής Λοκρίδας (1860-1960)


Πρόλογος


    Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα μιας ανέκδοτης μεγάλης εργασίας-μελέτης με τίτλο “Οι γιατροί της Φθιώτιδας (1860-1960)”, που ολοκληρώθηκε το 2009.
   Κατά την προγενέστερη περίοδο 1835-1881, η Λαμία αριθμούσε 35 γιατρούς, που κατάγονταν από διάφορα μέρη (Ήπειρο, Επτάνησα, κλπ.), αλλά οι περισσότεροι προέρχονταν από οικογένειες της Λαμίας.
   Στη διάρκεια του μισού 19ου αι. και του άλλου μισού 20ού αι. (1860-1960) στην ακριτική (πριν το 1881) Φθιώτιδα που πέρασε χρόνια πολέμων, ληστοκρατίας, Κατοχής, Εμφυλίου με συνθήκες φτώχειας του αναλφάβητου στην πλειοψηφία λαού, το λειτούργημα του γιατρού ήταν ένας άθλος. Χωρίς να υπάρχει δευτεροβάθμια νοσοκομειακή περίθαλψη, ο γιατρός γενικής ιατρικής φτάνοντας στον τόπο του ασθενή και διαθέτοντας ελάχιστα μέσα, έπρεπε να διαγνώσει την ασθένεια, να συστήσει φάρμακα, αλλά και να επέμβει άμεσα για να σώσει κάποια ζωή που κινδύνευε.
    Πηγή της προσπάθειας αυτής αποτέλεσε το υπάρχον αρχείο των Ιατρικών Συλλόγων Φθιώτιδας και Λοκρίδας (δεν βρέθηκε αντίστοιχο του Δομοκού). Σε διάρκεια ενός αιώνα (1860-1960) καταγράφηκαν 363 γιατροί που εργάστηκαν στον φθιωτικό χώρο. Τα ελλειμματικά (ή περιορισμένα) στοιχεία εμπλουτίστηκαν ή διορθώθηκαν από άλλα αρχεία ή τρόπους τεκμηρίωσης, ώστε να διασφαλιστεί η ακρίβειά τους.
    Ως καταληκτικός χρόνος της προκείμενης εργασίας τέθηκε το έτος 1960, εφόσον έπρεπε να οριοθετηθεί το υλικό για να είναι δυνατή και η μελέτη του. Είναι προφανές ότι όσοι γιατροί απέκτησαν άδεια άσκησης επαγγέλματος μετά το 1960 δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα εργασία. Αποτελούν αντικείμενο μιας επόμενης, που θα συμπληρώσει το “παζλ” αυτής της κοινωνικής τάξης.
   Οφείλω και αποδίδω τις ευχαριστίες μου σε όσους συνέβαλαν στην πραγματοποίησή της. Αναφέρω ιδιαίτερα τον τότε πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Φθιώτιδος (Ι.Σ.Φ.) κ. Κων. Χαντζή για την εμπιστοσύνη του στο σεβασμό της  χρήσης των στοιχείων του αρχείου.
   Η βοήθεια των αιρετών εκπροσώπων των τοπικών κοινωνιών ήταν πολύ σημαντική και τους ευχαριστώ. Η άμεση ανταπόκρισή τους για εμπλουτισμό των στοιχείων της εργασίας αυτής αποτελεί ελάχιστο δείγμα της ευαισθησίας τους και της αγάπης για τους γιατρούς που υπηρέτησαν τον τόπο τους.
-----------------------------------------------
Σημείωση : Όπου υπάρχει η ένδειξη [ΦΘ] σημαίνει ότι τα στοιχεία ελήφθησαν από το αρχείο του Ιατρικού Συλλόγου Φθιώτιδος, ενώ όπου υπάρχει [ΛΟΚ] τα στοιχεία ελήφθησαν από το αρχείο του Ιατρικού Συλλόγου Λοκρίδας.

30/1/16

Οι Γιατροί της Δυτικής Φθιώτιδας

Από τις αρχές του 20ού αι. μέχρι το 1960



Πρόλογος


    Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα μιας ανέκδοτης μεγάλης εργασίας-μελέτης με τίτλο “Οι γιατροί της Φθιώτιδας (1860-1960)”, που ολοκληρώθηκε το 2009.
   Κατά την προγενέστερη περίοδο 1835-1881, η Λαμία αριθμούσε 35 γιατρούς, που κατάγονταν από διάφορα μέρη (Ήπειρο, Επτάνησα, κλπ.), αλλά οι περισσότεροι προέρχονταν από οικογένειες της Λαμίας.
   Στη διάρκεια του μισού 19ου αι. και του άλλου μισού 20ού αι. (1860-1960) στην ακριτική (πριν το 1881) Φθιώτιδα που πέρασε χρόνια πολέμων, ληστοκρατίας, Κατοχής, Εμφυλίου με συνθήκες φτώχειας του αναλφάβητου στην πλειοψηφία λαού, το λειτούργημα του γιατρού ήταν ένας άθλος. Χωρίς να υπάρχει δευτεροβάθμια νοσοκομειακή περίθαλψη, ο γιατρός γενικής ιατρικής φτάνοντας στον τόπο του ασθενή και διαθέτοντας ελάχιστα μέσα, έπρεπε να διαγνώσει την ασθένεια, να συστήσει φάρμακα, αλλά και να επέμβει άμεσα για να σώσει κάποια ζωή που κινδύνευε.
    Πηγή της προσπάθειας αυτής αποτέλεσε το υπάρχον αρχείο των Ιατρικών Συλλόγων Φθιώτιδας και Λοκρίδας (δεν βρέθηκε αντίστοιχο του Δομοκού). Σε διάρκεια ενός αιώνα (1860-1960) καταγράφηκαν 363 γιατροί που εργάστηκαν στον φθιωτικό χώρο. Τα ελλειμματικά (ή περιορισμένα) στοιχεία εμπλουτίστηκαν ή διορθώθηκαν από άλλα αρχεία ή τρόπους τεκμηρίωσης, ώστε να διασφαλιστεί η ακρίβειά τους.
    Ως καταληκτικός χρόνος της προκείμενης εργασίας τέθηκε το έτος 1960, εφόσον έπρεπε να οριοθετηθεί το υλικό για να είναι δυνατή και η μελέτη του. Είναι προφανές ότι όσοι γιατροί απέκτησαν άδεια άσκησης επαγγέλματος μετά το 1960 δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα εργασία. Αποτελούν αντικείμενο μιας επόμενης, που θα συμπληρώσει το “παζλ” αυτής της κοινωνικής τάξης.
   Οφείλω και αποδίδω τις ευχαριστίες μου σε όσους συνέβαλαν στην πραγματοποίησή της. Αναφέρω ιδιαίτερα τον πρόεδρο του Ι.Σ.Φ. κ. Κων. Χαντζή για την εμπιστοσύνη του στο σεβασμό της  χρήσης των στοιχείων του αρχείου.

Σημείωση : Όπου υπάρχει η ένδειξη [ΦΘ] σημαίνει ότι τα στοιχεία ελήφθησαν από το αρχείο του Ιατρικού Συλλόγου Φθιώτιδος.


18/1/16

Αξιοποίηση του ελληνικού βωξίτη


Από το βωξίτη στο αλουμίνιο



Πρόλογος

  Η Ελλάδα είναι χώρα κυρίως ορεινή, το δε έδαφός της πέρασε πολλές γεωλογικές μεταβολές. Αποτέλεσμα αυτών ήταν ο σχηματισμός σημαντικών ορυκτών, που περιέχουν μέταλλα σε μεγάλες συγκεντρώσεις. Στην παρούσα περίπτωση μας ενδιαφέρει το αλουμίνιο, ένα πολύ σημαντικό μέταλλο, που παράγεται από ένα μετάλλευμα το βωξίτη[1], με σημαντικά κοιτάσματα[2] στην Ελλάδα (τα μεγαλύτερα της Ευρώπης).
   Η ανακάλυψη και αξιοποίηση του ελληνικού βωξίτη είναι το θέμα της παρούσης εργασίας και θα αποδοθεί όσο γίνεται με συνοπτικό και κατανοητό τρόπο.

1. Το αλουμίνιο

   Στα παλαιότερα χρόνια ήταν άγνωστο. Ουσιαστικά είναι το μέταλλο του 20ού αιώνα. Κι όμως είναι από τα πλέον άφθονα συστατικά[3] του πλανήτη μας. Ελεύθερο αλουμίνιο (στη Χημεία λέγεται αργίλιο) δεν υπάρχει, αλλά ενωμένο με άλλα χημικά στοιχεία βρίσκεται σε 270 και πλέον ορυκτά. Για βιομηχανική παραγωγή του αλουμινίου, η κύρια πηγή είναι ο βωξίτης.
  Για πρώτη φορά, ως χημικό στοιχείο, το αλουμίνιο ανακαλύφθηκε το 1808 από τον άγγλο χημικό Ντέιβι (Davy). Ο Δανός Χανς Έρστεντ (1825) και ο Γερμανός Βέλερ (1827) το απομόνωσαν. Ο Γάλλος Πιέρ Μπερτιέ (Berthier) πρώτος ανακάλυψε και απομόνωσε το αλουμίνιο από το βωξίτη. 
Αλουμινένια δεκάρα του 1966
   Το 1886 οι Hall & Heroult ανακάλυψαν μέθοδο βιομηχανικής παραγωγής του αλουμινίου από μίγμα αλουμίνας (οξείδιο του αργιλίου) και κρυολίθου[4] σε μορφή τήγματος. Αυτό ηλεκτρολύεται με συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα 150.000 Αμπέρ. Το τηγμένο (λιωμένο) αλουμίνιο συλλέγεται στο βυθό μιας ηλεκτρολυτικής λεκάνης (πισίνας). Η ηλεκτρόλυση είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα διαδικασία. Ένα μέσο εργοστάσιο αλουμινίου καταναλώνει ρεύμα όσο μια μικρή πόλη.
   Ο βωξίτης είναι μίγμα ορυκτών, με κυριότερο το μετάλλευμα με αργίλιο (ή αλουμίνιο). Οικονομικά εκμεταλλεύσιμος θεωρείται όταν έχει περισσότερο από 45-50% οξείδιο του αργιλίου (αλουμίνα) και λιγότερο από 20% σκουριά (σιδήρου).
   Από το βωξίτη, με τη μέθοδο Bayer (1889) παράγεται καθαρή αλουμίνα (με καυστικό νάτριο). Σε παγκόσμια κλίμακα από το 1900 άρχισε η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αλουμινίου, με 8.000 τόνους. Το 1999 η παραγωγή έφτασε τα 24 εκατ. τόνους.

7/1/16

Καπνοβιομηχανίες στην ανατολική Στερεά Ελλάδα και Εύβοια



Πρόλογος


   Είναι γνωστή η ιστορία του φυτού καπνός, που έφερε ο Κολόμβος στην Ευρώπη, μετά την ανακάλυψη της Αμερικής (1492). Ήταν μια συνήθεια των Ινδιάνων που τον έκαιγαν για να εισπνεύσουν τον καπνό, για θρησκευτικούς-θεραπευτικούς λόγους. Τον ονόμαζαν tobaccos. Επιστρέφοντας ήρθε ο καπνός στην Ευρώπη. Το φυτό καλλιεργήθηκε από το 1550 στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και μετά στο Βέλγιο. Ο Γάλλος πρέσβης στην Πορτογαλία Jean Nicot, το 1560 έστειλε καπνό στην Αικατερίνη των Μεδίκων, για θεραπεία από ημικρανίες. Ακολούθησε η εξάπλωση της χρήσης του καπνού, πρώτα για θεραπευτική χρήση. Η συνήθεια του καπνίσματος διαδόθηκε σε πολλές χώρες έκτοτε.
  Στην παρούσα εργασία θα δοθούν τα (περιορισμένα δυστυχώς) στοιχεία για τις καπνοβιοτεχνίες-καπνοβιομηχανίες, που δημιουργήθηκαν στη Στερεά Ελλάδα, με όσο γίνεται σύντομο τρόπο.


1. Ο καπνός στην Ελλάδα (ποικιλίες, καλλιέργεια)


   Από τις αρχές του 16ου αιώνα ο καπνός έγινε γνωστός στην Ελλάδα, από τη Δύση. Η καπνοκαλλιέργεια άρχισε από τη Μακεδονία και τη Θράκη. Αργότερα επεκτάθηκε νοτιότερα (Λαμία, Λειβαδιά, Άργος, Καλαμάτα). Στην Ελλάδα καλλιεργήθηκαν οι ποικιλίες ανατολικού τύπου (όπως λέγονται) από τις οποίες οι πιο γνωστές είναι :
1.    Μπασμά(ς) : Παραγόταν σε Ανατ. Μακεδονία και Θράκη.
2.    Κατερίνη : προήλθε από σπόρους ποικιλίας της Σαμψούντας. Καλλιεργήθηκε στην Κατερίνη.
3.    Καμπά-Κουλάκ : Καλλιεργήθηκε σε Κεντρική-Δυτική Μακεδονία και Θράκη.
4.    Μυρωδάτα Αγρινίου.
5.    Τσεμπέλια Αγρινίου
6.    Μαύρα : Καλλιεργήθηκαν σε Θεσσαλία και Αργολίδα.
   Οι ποικιλίες αυτές διαφέρουν μεταξύ τους στο σχήμα του φύλλου, στο μέγεθος, στο χρωματισμό, στο άρωμα (αν έχουν), στη γεύση, κ.ά. Από περιοχή σε περιοχή διαφέρουν τα φύλλα και της ίδιας ποικιλίας, εφόσον είναι διαφορετική η  σύσταση του εδάφους, το υψόμετρο, η θέση, η ηλιοφάνεια.

Φύλλα καπνού
   Τα κατώτερα φύλλα του φυτού έχουν λιγότερη νικοτίνη και λιγότερη αξία. Από τη μέση του βλαστού και πάνω  αναδεικνύονται τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας (γεύση, ποιότητα, άρωμα). Υπάρχουν λεπτόφυλλες και παχύφυλλες ποικιλίες καπνού. Περισσότερα τσιγάρα δίνουν οι λεπτόφυλλες.
   Οι κλασσικές ποικιλίες των ελληνικών ανατολικών καπνών (μπασμάς, Κατερίνη, μπασμάς-κουλάκ) είναι εξαιρετικής ποιότητας με ευχάριστο άρωμα και καλή γεύση, που γίνονταν τσιγάρα είτε μεμονωμένες είτε σε χαρμάνια. Η ζήτησή τους (λόγω της υψηλής ποιότητας) ήταν πάντα πολύ μεγάλη, παρά την υψηλή τιμή αυτών των καπνών.