"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

30/6/14

Βιοτεχνίες – Βιομηχανίες της Λαμίας στα χρόνια του Μεσοπολέμου


Γενικα

 Διαφήμιση στην εφ. "Η ΕΠΑΡΧΙΑ", 1931, Λαμία
Οι παραγωγικές μονάδες μεταποίησης που δημιουργήθηκαν και επέζησαν στην περιοχή μας είχαν τα παρακάτω χαρακτηριστικά :
α)  Ήταν όλες οικογενειακού χαρακτήρα (ατομικές, μεταξύ αδελφών, ή της πολυμελούς ευρύτερης οικογένειας).

β) Οι ενεργειακές πηγές στηρίζονταν στην υδραυλική ενέργεια (από το νερό) και στον ατμό (με ατμομηχανές). Υδρόμυλους χρησιμοποιούσαν κυρίως για άλεσμα δημητριακών (σιτάρι, καλαμπόκι, κ.ά.), αλλά και σαν πριονιστήρια και νεροτριβές. Η θέση των υδρόμυλων ήταν  εκεί όπου υπήρχαν νερά, κατάλληλα για παραγωγή κινητικής ενέργειας. Στα εργοστάσια όμως των πόλεων ήταν αναγκαία η ατμομηχανή για την κίνηση των μηχανών. Η μετάδοση της κίνησης στα διάφορα μηχανήματα γινόταν με λουριά (ιμάντες).

γ) Τα εργαστήρια και οι βιοτεχνίες στηρίζονταν στην ανθρώπινη ενέργεια. Χρησιμοποιούσαν χειροκίνητες ή ποδοκίνητες μηχανές (πλεκτομηχανές, ραπτομηχανές, ξύλινους αργαλειούς, τροχιστήρια, κ.ά.). Αργότερα θα χρησιμοποιηθούν οι πετρελαιομηχανές και κυρίως η ηλεκτρική ενέργεια, που μπορούσε να μεταφερθεί με γραμμές μεταφοράς σε απόσταση.

δ) Οι πρώτες ύλες ήταν αγροτικά προϊόντα του τόπου μας όπως βαμβάκι, μαλλί, δέρματα, δημητριακά, λάδι καπνός, αμπέλια, ξυλεία, κ.ά.

ε) Η παραγωγή των μεταποιητικών μονάδων ήταν προσαρμοσμένη στην κατανάλωση για την περιοχή Φθιώτιδας και γειτονικών νομών. Αργότερα επέκτειναν τις αγορές στη Θεσσαλία (σε γεωργικά εργαλεία, σπορέλαια, κ.ά.).

ζ) Το μέγεθος των μονάδων (σε κεφάλαια, μηχανήματα, αριθμό απασχολούμενων εργατών-τεχνιτών και   η  καταναλισκόμενη ενέργεια) ήταν  μικρό.

   Θα τις χαρακτηρίσουμε λοιπόν Βιοτεχνίες. Λίγες μονάδες θα χαρακτηριστούν βιομηχανίες (μικρές ή μεγάλες).

Για την κοινωνία της Λαμίας, την περίοδο που αναφερόμαστε, πλεόναζε ο χαρακτηρισμός «βιομηχανία» ή «εργοστάσιο» για ο,τιδήποτε χρησιμοποιούσε κάποια μηχανή, αντί του σωστού όρου Βιοτεχνία ή  Εργαστήριο. Σε διαφημίσεις της εποχής ή σε  κάρτες επισκεπτηρίου δήλωναν: Κωνσταντίνος Τσέλιος - Βιομήχανος, ή Κωνσταντίνος Γ. Κωνσταντέλλος , Χημικός-Βιομήχανος, κ.ά. Ήταν χαρακτηρισμοί που είχαν μόνο κοινωνικό αντίκρισμα και όχι οικονομική μεταποιητική επένδυση.

Σύντομα ιστορικά στοιχεία

Το 1875, «στη Λαμία υπάρχει Εκκοκκιστικό Εργοστάσιο βάμβακος ατμοκίνητο, που ιδρύθηκε από τον έμπορο Αριστείδη Π. Γιαννόπουλο, ένας αλευρόμυλος, ένα κλωστήριο, δύο μανεστροποιεία, δύο σαπωνοποιεία, τρία δευτερεύοντα βυρσοδεψεία και πέντε πνευματοποιεία[1] που διαθέτουν και εξάγουν μεγάλη ποσότητα ποτών καλής ποιότητας. Απ’ αυτά, βιομηχανικό κατάστημα άξιο λόγου είναι το ατμοκίνητο εργοστάσιο του Κων-νου Αγαθοκλή στη Στυλίδα που περιλαμβάνει κλωστήριο, εκκοκκιστήριο βάμβακος, αλευρόμυλο και σιδηρουργείο»[2].
Στη Λαμία  του  καιρού εκείνου  υπήρχαν  τεχνίτες  με εργαστήρια ή μικρές βιοτεχνίες όπως : «ελληνοράπτες 3,   ράπτες ευρωπαϊκών ενδυμάτων 4, επιπλοποιοί 3, μεταξουργοί 3, ξυλουργοί 7, σανδαλοποιοί 6, σιδηρουργοί 3, τσαρουχοποιοί 13, υποδηματοποιοί 4, χρυσοχόοι 2[3]».
Την ίδια περίοδο ξεκινούν τη μεταποιητική δραστηριότητά τους  ο Δ. Ιωσήφ με το χυτήριο - μηχανουργείο - σιδηρουργείο - καροποιείο (από το 1880) και ο Ευθύμιος Στεφόπουλος με ποτοποιείο (από το 1870  περίπου).
Με την είσοδο του 20ού αι., οι ίδιες μονάδες συνεχίζουν και επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους. Έτσι στη Λαμία αναφέρονται  «μηχανικός υδρόμυλος των αδελφών Αγαθοκλέους, ένα ατμοκίνητο ελαιοτριβείο και σε μικρότερο βαθμό σιδηρουργεία,  βυρσοδεψεία, σαπωνοποιεία και οινοπνευματοποιεία»[4]. Στη Στυλίδα, είναι στην ακμή του «το μέγα Εργοστάσιο του Κ. Αγαθοκλέους  που περιέχει νηματουργείο, ατμοκίνητους αλευρομύλους, εκκοκκιστικές μηχανές βάμβακος, υδραυλικό πιεστήριο, κλιβάνους αρτοποιείων κατά το ευρωπαϊκό σύστημα, μανεστροποιείο και σιδηρουργείο με την επωνυμία “Φθιώτις”»[5].
Από το 1907 αρχίζει τη λειτουργία του στο Γοργοπόταμο, το Εργοστάσιο Ασετιλίνης[6]. Είναι το μεγαλύτερο των Βαλκανίων με ετήσια παραγωγή 1.300.000 οκάδες ασετιλίνης περίπου και ετήσιο τζίρο πλέον των 13 εκατομμυρίων δρχ. (σε αξία της εποχής εκείνης).
Αρχίζοντας ο Ελληνισμός τους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (Α΄ Βαλκανικός πόλεμος) το 1912, η Λαμία αποκτά Ηλεκτρικό Εργοστάσιο, με τη δημιουργία της Ηλεκτρικής Εταιρείας Λαμίας. Η πόλη ηλεκτροφωτίζεται και σημαίνεται πλέον η ιστορική αλλαγή εποχής με την εισαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας στη βιοτεχνία και βιομηχανία.
Οι μονάδες εκσυγχρονίζονται πλέον. Αγοράζονται νέες ηλεκτροκίνητες μηχανές που αύξησαν την παραγωγή και μείωσαν το κόστος των προϊόντων. Μερικές λειτουργίες των εργοστασίων ήταν αυτοματοποιημένες. Έτσι  :

  • το Υφαντουργείο των Αφών Μαχαιρά που διέθετε 60-70 ξύλινους χειροκίνητους αργαλειούς, θα  τους αντικαταστήσει - μέχρι τη δεκαετία του ’30 - με 16 μηχανοκίνητους αργαλειούς και 1 διπλό.
  • στους Μύλους του Αγαθοκλή, όπου ήταν το «υδροκίνητο εργοστάσιο αλευροποιΐας με άλλους 6 συνεχόμενους υδρομύλους» στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά  το 1921, οπότε το ανέλαβε η εταιρεία Κ. Κρόκος-Αφοί Μουζέλη χρησιμοποιούνται πετρελαιομηχανές για την κίνηση  του μύλου και ταυτόχρονα - με γεννήτρια - παράγεται και  ηλεκτρικό ρεύμα.
Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων οδήγησε στη δημιουργία νέων μονάδων, όπως το Εργοστάσιο Καροσσερί  Νικ. Σαρηγιάννη, από το 1922. Παράλληλα όμως διατηρήθηκε η  παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων, εφόσον υπήρχε ακόμα ζήτηση. Συγκεκριμένα λειτουργούσαν Καροποιεία, Λαναροκλωστήρια, Σαγματοποιεία, Παγοποιεία, Χαλκουργεία  και Ποικιλουργεία.
Να σημειωθεί  ότι αρκετοί από τους δημιουργικούς ανθρώπους που σκέφτηκαν, οργάνωσαν και λειτούργησαν με επιτυχία  βιοτεχνικές ή βιομηχανικές μονάδες, δεν ήταν Λαμιώτες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Ηλία Θεοδοσίου από την Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου, τον Εμμανουήλ Καρανδρέα από χωριό της Ανατολικής Θράκης, το Ρίζο Ριζόπουλο από τη Γούρα (Ανάβρα) Αλμυρού, το Δημήτριο Μπούσιο από το Βελεστίνο, τον Νικόλαο Ιωσήφ από τη Θήβα, κ.ά.
Στις παλαιότερες χρονικά μονάδες θα αναφέρουμε : την Ποτοποιΐα «Ζεύς» του Ευθ, Στεφοπούλου (από το 1870 περίπου), το Βιομηχανικό Οίκο Ν. Ιωσήφ (από το 1880), το Εργοστάσιο Μακαρονοποιΐας των Αφών Μεγαλιού (από το 1900) και μετά συνέχισε με τους Αφους Ράμμου (από το 1912), το Υφαντήριο Σπυροπούλου (από το 1900), το Υφαντουργείο των Αφών Μαχαιρά (από το 1902), ο Κυλινδρόμυλος Χρ. Στεργιοπούλου (από το 1907), το Εργοστάσιο Ασετιλίνης Γοργοποτάμου (από το 1907), κ.ά.
Μετά την πλήρη ανάπτυξή τους, με νέα μηχανήματα και με ηλεκτροκίνηση, είναι αξιοπρόσεκτη (για τα χρόνια εκείνα) η μεγάλη ημερήσια παραγωγή των κυλινδρομύλων (30-40 τόνοι στους Κρόκο-Μουζέλη, 20 τόνοι στου  Στεργιόπουλου, 4.000 οκάδες στου Π. Κίτσου). Ανάλογη είναι και η παραγωγή των εκκοκκιστηρίων βάμβακος κυρίως (όσο και σε σπορέλαιο και βαμβακόπιτα).
Βασική  βιομηχανική μονάδα της Λαμίας ήταν το Εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρίας[7] Λαμίας. Με προπολεμική παραγωγή ισχύος 1000 ίππων και απασχολώντας σημαντικό αριθμό εργαζομένων ήταν η βάση για την ηλεκτροκίνηση  των μηχανών στη Λαμία, όσο και για τον ηλεκτροφωτισμό της.
Ιδιαίτερη αναφορά χρήζει για το «Βιομηχανικό Συγκρότημα» του Ν. Ιωσήφ. Ήταν ένα σύνολο επιμέρους Βιοτεχνικών Μονάδων, που κάλυπταν μεγάλο φάσμα αναγκών  και παράλληλα στήριξαν τις άλλες τοπικές Μονάδες. Η δημιουργία χυτηρίου – μηχανουργείου - σιδηρουργείου - καροποιείου επέτρεπε την κατασκευή κάθε εργαλείου και ανταλλακτικού, ώστε η περιοχή μας να είναι αυτάρκης, να επισκευάζει βλάβες μηχανών τοπικά, ή να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις των μικρότερων Βιοτεχνιών που χρησιμοποιούσαν μηχανές. Η ανάπτυξη  του εμπορικού τομέα από τους απογόνους της Εταιρείας Ιωσήφ, σε συνδυασμό με τη δημιουργία και άλλων μηχανουργείων στη Λαμία, αλλά κυρίως ο γιγαντισμός των κεντρικών βιομηχανιών του είδους, ελληνικών ή ξένων, έδυσε τον παλιό βιομηχανικό οίκο Ιωσήφ και μεταπολεμικά έμεινε πλέον η εμπορική του πλευρά.
Τέλος, άξια τιμής αναφορά πρέπει να γίνει σε ικανά μυαλά, που δεν αξιοποιήθηκαν από τον τόπο όσο έπρεπε.  Πρόκειται για το μηχανουργό Γεώργ. Πλαστήρα. Στο εργαστήριό του στην οδό Πατρόκλου, κατέχοντας δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, κατασκεύασε μόνος του μια θεριστική μηχανή (πατόζα). Όταν η μηχανή ήταν πλέον έτοιμη, γκρέμισαν τον τοίχο του μηχανουργείου για να βγει. Η μηχανή αυτή δούλεψε σε αλώνια της περιοχής για αρκετά χρόνια.
Επίσης το μηχανουργό Ιωάννη Αρκά[8]. Στο εργαστήριό του (αρχικά στην οδό Πατρόκλου και μετά στο τέρμα της οδού Σατωβριάνδου, δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές) είχε φτιάξει πολλές ευρεσιτεχνίες και κατασκευές, όπως οι βρύσες στο δρόμο, που δούλευαν πατώντας ένα κουμπί, στο ταχυδρομείο Λαμίας ένας κύλινδρος με νερό για να βρέχουν τα γραμματόσημα, κ.ά.


Ομαδοποίηση  Βιομηχανιών - Βιοτεχνιών – Εργαστηρίων, με βάση το αντικείμενο παραγωγής
[σημείωση  : όπου υπάρχει  (*)  δίνονται περισσότερα στοιχεία στο β’ μέρος]

1.       τροφίμων για
άλευρα  :  Κυλινδρόμυλοι Κρόκου-Μουζέλη(*), Στεργιοπούλου(*), Π. Κίτσου(*), Π. Χατζοπούλου, Γεωρ. Καραγεώργου[9]
λάδια :  Σπορελαιουργείο Μουζέλη(*).
ζυμαρικά : Αφών Μεγαλιού(*) και μετά Αφών Ράμμου(*), Αφών Δασκαλοπούλου(*).
αλάτι  : Χρ. Βαλάρη(*).
ζαχαρώδη προϊόντα : Μπούσιος(*), Καρανδρέας(*).

Διαφήμιση (1933)


2.       ποτών - αναψυκτικών (για κρασί[10], ούζο, τσίπουρο, λεμονάδες, πορτοκαλάδες, ηδύποτα, κ.ά.) από τις εταιρίες[11]:
Στεφόπουλος-Πολυμερόπουλος, Ανδρέας Ι. Ντούτσιας, Κων/νος Γ. Κωνσταντέλλος[12], Γεώργιος Μπούτλας[13], Ευστάθιος Παππής, Αντ. Αρχοντίκης & Αθαν. Αρχοντίκης.

Διαφήμιση (1933)


3.       συντήρησης τροφίμων :
πάγος σε κολόνες από τα Παγοποιεία Ιωάν. Κρανάκη[14] και υιών Στεργιοπούλου(*)

Παγοποιείο Κρανάκη στο Φραντζόμυλο (φωτ. 2007)

4.       ένδυσης για  :
κατεργασία μαλλιού : Λαναροκλωστήρια  Λοΐζου - Ρήγα - Μπουρτζάλα.
παραγωγή βαμβακερού νήματος : Κλωστήριο-Υφαντουργείο Αφων Μαχαιρά(*).
παραγωγή υφασμάτων :  υφαντήριο Σπυροπούλου(*), Υφαντουργείο  Αφων Μαχαιρά(*).
καλτσοποιία : Κων/νου Τσέλιου(*). Μποβιάτσου(*).
εμποροραφεία : Ζαφείρη, Αφοί Στάικου, Παπανάγνου, Κάλλου, Ηρ. Αβραμόπουλου, Παπαδάκη, Ιωάν. Τριανταφύλλου, κ. ά.

5.       υπόδησης για παπούτσια από δέρματα.
   Στα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν έτοιμα παπούτσια με νούμερα. Τα έφτιαχναν όλα επί παραγγελία. Το ίδιο ίσχυε και για τα τσαρουχάδικα. Αυτά τα εργαστήρια ή μικρές βιοτεχνίες συνήθως ήταν μαζί με μαγαζί που έκανε εμπόριο υποδημάτων.
   Μερικές τέτοιες μονάδες ήταν : του Σπύρου Στέφου, Αθαν. Κόλλια, του Μπέλλη, των Αφων Κοτσίκη, του Κατσίκη (ή Βλαχοδήμαρχου) κ.ά.
   Τσαρουχάδικα ήταν ελάχιστα και έκλεισαν με την αποχώρηση των τελευταίων του είδους : Καταγράφονται οι τελευταίοι τσαρουχοποιοί :
Αθανάσιος Τασόπουλος (1883-1913), Κωνστ. Μπακογιαννόπουλος (1875-1918), Γεώργιος Ρίζος (1849-1919), Ιωάν. Μπακογιαννόπουλος ( 1859-1924), Νικόλαος Κατράνης (1864-1929), Αθανάσιος Τασόπουλος (1876-1916),  Κρίντας-Κοντοές, κ.ά.

6.       σωματικής υγιεινής για :
σαπούνια : των Αφων Τσιπούρα(*).
αρώματα  :  των  Αφων Πλατή(*).

7.       καπνοβιομηχανίες[15] για :
τσιγάρα χύμα ή σε κουτί, αλλά και για καπνό πίπας ή στριφτό τσιγάρο, από τις μονάδες : Μανιά-Πέτσα, Ρ. Ριζόπουλου(*), Π. Αιγινίτη, Γ. Φαρόπουλου, Γιαννουκάκη και Αθ. Γαλάνη.

8.       δομικών υλικών για κεραμίδια, τούβλα  είχαν οι :
Αφοί Πιπέλια[16], Δημ. Παναγιωτόπουλος[17], Στεργιόπουλος[18], Ρίζος[19], Αφοί Νιάφα[20] και Τσιάκαλος-Ταραλάς[21].

9.       μηχανουργεία, χυτήρια, σιδηρουργεία, καροσερί  για εργαλεία, ανταλλακτικά, καμπάνες, χυτά είδη, επισκευές από τους[22] : 
Ν. Ιωσήφ(*), Ιωάν. Αρκά,  Θ. Κουτσούκο, Γεωργ. Πλαστήρα και Ν. Σαρηγιάννη(*), Σωτ. Τζιβελέκη και Γ. Τζοβανάκη.

10.    προϊόντα ξυλείας για έπιπλα, πόρτες, παράθυρα, κλπ. από τις μονάδες :
Δροσοπούλου, Νικ. Δούκα[23], Καρφή, Κωστορρίζου, Μπεσκένη, Γ. Τρίγκα, Αφών Κωνσταντίνου.

11.    ηλεκτρική ενέργεια,
από το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρείας Λαμίας[24].

12.    διάφορα, όπως :
αλλαντικά  :  Ευθ. Κοτσίκης(*).
καροποιεία :  Ν. Ιωσήφ(*), Αφοί  Τζαμτζή,  Μπιλάλης, Ανδρούτσος.
καμίνι για κάρβουνα :  Σωτ. Κιαφούλης. Το 1928 είχε αναλάβει να τροφοδοτεί με κάρβουνο το σιδηρόδρομο (Σ.Ε.Κ.), Νικολάου Βασ. (1860 – 1940), κ.ά. 
χαλκουργεία  :  Αφοί Χριστοπούλου, Γεώργ. Χριστόπουλος. 
κανατάδικο-αγγειοπλαστική :  Ιωάν. Αζημόπουλος (1849–1914), Παντελής Αζημόπουλος (1875–1955), Αφοί Ανθόπουλοι. 
κηροπλαστείο :   Ανδρέου, Σκληβανιώτης Ιωάν., Χρηστίδης Δημ. (1839-1917), Αργυρόπουλος Κωνστ. ( 1871-1936), κ.ά.βαρελάδικα  :   Πρεβίστας,  Ιωάν. Μώκος
σαγματοποιεία :   Μπολώτας. Αθανασίου Ευάγ. (1841–1916), Καραγιαννόπουλος Αριστ. (1866 – 1918), κ.ά.
ατμοκαθαριστήρια-βαφεία : «Ο κρίνος» των Αθανασίου[25] και  Ελένης Μανδηλάρη, Αφοί Κοκκίνη.
φανοποιεία : Δεμπραλής Κων. (1901 – 1938), Λάμπρου Χρ. (1849 – 1917), Λουκ. Κουρέπης  κ.ά.
ποικιλουργεία :  Χαρ. Μπουκουβάλας , Βασ. Καπίτσας, Κων. Πασχάλης.
στραγαλοποιείο-ξηροί καρποί : Γεώρ. Καφετζόπουλος.
πιλοποιείο :  Παπαϊωάννου Τρύφων (1898–1932), Βογιατζής Αντ. (1894–1934), Ραφαήλ.


13.    οινολογικά - χημικά  εργαστήρια από τους :
Γ. Στεφόπουλο[26], Ανδρ. Ντούτσια, Κων. Κωνσταντέλλο, Γεώργ. Μπούτλα και Ευστ. Παππή.

      Περισσότερα στοιχεία για μερικές μονάδες της δεκαετίας του ’30 δίνονται παρακάτω. Τα στοιχεία προέρχονται από (α) τις εφημερίδες της εποχής και (β) την καταγραφή του πατέρα μου Αθανασίου Μπαλωμένου με τίτλο «ΔΡΟΜΟΙ, ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΛΑΜΙΑΣ (Δεκαετία 1930-40)», στα  «Φθιωτικά Χρονικά» 2001, Λαμία.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΕΡΙΚΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΙΩΝ – ΒΙΟΜΗΧΑΝΊΩΝ 

ΤΗΣ ΛΑΜΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ


1.       Εργοστάσιο Μακαρονοποιίας Αδελφών Μεγαλιού


Παναγιώτης  &  Κων/νος Μεγαλιός
   Στις αρχές του 1900 υπήρχε, το εργοστάσιο των Αφων Παναγιώτη (1858-1922) και Κων/νου Μεγαλιού (1860-1924) και Σία. Βρισκόταν στη γωνία των οδών Ροζάκη Αγγελή και Αγίου Νικολάου. Το 1912 περιήλθε στους Λάζο και Παπαναστασίου[27]. Ήταν ατμοκίνητο. Χρησιμοποιούσε ρωσικά σιμιγδάλια από την περιοχή Ταϊγανίου[28].
   Είναι πιθανή η εκ νέου εξαγορά από τους Αφους Μεγαλιού. Αργότερα (το 1926) αγοράστηκε από τους Αδελφούς Ράμμου[29] και συνέχισε τη λειτουργία του (βλέπε Εργοστάσιο Αφων Ράμμου).


2.       Εργοστάσιο Ζυμαρικών πολυτελείας «ΔΑΣΚΟ»[30] των Αδελφών Δασκαλοπούλου

   Ιδρύθηκε στη Λαμία στα μέσα του 1930. Είχε μηχανήματα ιταλικής προελεύσεως. Χρησιμοποιούσε σιμιγδάλια Θεσσαλίας ΔΕΒΕ και άλευρα από σκληρό σίτο, μανιτόμπας.
   Το Εργοστάσιο «Δάσκο»[31] είχε 2 ζυμωτήρια και 2 περιστρεφόμενα πιεστήρια, απ’ όπου έβγαιναν τα μακαρόνια σε διάφορα σχήματα και μεγέθη (ανάλογα με τη φόρμα). Γινόταν αποξήρανση των ζυμαρικών σε 75 ώρες, μέσα σε πέντε ηλεκτροθαλάμους ιταλικού τύπου.
   Παράγονταν διάφορα κοπτά (κριθαράκι, σουσαμάκι, μακαρόνι κοφτό, πεπονάκι, αστεράκι, κοχλίας, κρίκος, κ.ά.) και τα γνωστά μακαρόνια. Η παραγωγή στο 8ωρο ποίκιλε, ανάλογα με τη ζήτηση. Η πώληση ήταν χονδρική και λιανική. Η συσκευασία γινόταν σε δέματα των 5 οκάδων ή σε πακέτα της μιας[32] οκάς, ½ οκάς  και ¼ οκάς (100 δράμια).
   Το Εργοστάσιο ήταν στην οδό Δροσοπούλου[33] (πιο κάτω απ’ το Στεφόπουλο). Είχε και Πρατήριο πώλησης ζυμαρικών, στην οδό Ρήγα Φεραίου (αριστερά).
Διαφήμιση στην εφ. Η ΕΠΑΡΧΙΑ  (1933)

3.       Εργοστάσιο[34] Ζυμαρικών Αδελφών[35] Ηλία και Αθανασίου Ράμμου[36]

   Ήταν στη γωνία των οδών Αγ. Νικολάου και Ροζάκη Αγγελή. Στεγαζόταν σ’ ένα μεγάλο κτίριο (το εργοστάσιο και τα γραφεία). Η εγκατάσταση ήταν μοντέρνα για την εποχή της. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας,  ζυμώνονταν το αλεύρι και το σιμιγδάλι, με την εποπτεία ενός τεχνίτη.
     Υπήρχε καλή τοποθέτηση των μηχανημάτων (λέβητες για ζεστό νερό, πρώτες ύλες, ζυμωτήρια, κ.ά.) για μείωση του χρόνου παραγωγής. Τα ζυμαρικά ήταν σε διάφορα μεγέθη (δηλ. μακαρόνια σπαγέτο, τριών τετάρτων, χοντρά), αλλά και μανέστρα. Το εργοστάσιο πουλούσε το προϊόν χύμα και χονδρικώς, στα μαγαζιά της Λαμίας, αλλά υπήρχε και πακεταρισμένο.
      Η λιανική τιμή τους προπολεμικά ήταν 14 δρχ. την οκά. Η χονδρική τιμή τους ήταν 2 δρχ. φτηνότερα. Συμμετείχαν στη Έκθεση Θεσσαλονίκης (στο περίπτερο του Νομού Φθιωτιδοφωκίδος) του 1931. Τα προϊόντα Ράμμου είχαν βραβευτεί επανειλημμένα στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης[37].

Κτίριο Βιομηχανίας Ράμμου (εφ. ΕΠΑΡΧΙΑ, 1933)

4.       Βιομηχανία Καλτσών K. Τσέλιου

   Την άνοιξη του 1928 ιδρύθηκε στην Λαμία η Βιομηχανία Καλτσών Κων/νου Τσέλιου[38]. Βρισκόταν στην πρώτη πάροδο της Πλατείας Σιταγοράς[39] (σήμερα πλατεία Πάρκου). Διέθετε 8 ηλεκτροκίνητες μηχανές, βαφείο, κλωστήριο, κ.λ.π., που συμπληρώθηκαν εντός του έτους (του 1928) με 6 ακόμα γερμανικές μηχανές.
   Η συνολική παραγωγή του είναι 1.500 ζευγάρια κάλτσες ημερησίως. Απασχολούσε 15 εργάτριες στην αρχή, που αργότερα διπλασιάστηκαν.


5.       Υφαντήριο[40] Σπυροπούλου[41]

   Υπήρχε από τις αρχές του 1900. Χρησιμοποιούσε είκοσι χειροκίνητους αργαλειούς. Το 1928 το υφαντήριο ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου. Αντικαταστάθηκαν οι αργαλειοί με 12 ηλεκτροκίνητους και έτσι αυξήθηκε η παραγωγή. Ταυτόχρονα δόθηκε προσοχή και στην ποιότητα.
   Η ημερήσια παραγωγή του ήταν 900-1.000 πήχες υφάσματος ή 20-25 χιλιάδες πήχεις[42]  το μήνα. Το υφαντήριο διαθέτει και βαφείο. Δίνει εργασία σε 20 και πλέον εργάτες.
   Συμμετείχε στη Έκθεση Θεσσαλονίκης[43]  (στο περίπτερο του Νομού Φθιωτιδοφωκίδος, του έτους 1931).


6. Λαναροκλωστήριο-Υφαντουργείο Αδελφών Μαχαιρά[44]

   Ιδρύθηκε το 1902 και ήταν από τα παλαιότερα της Λαμίας. Στην αρχή διέθετε 60-70 ξύλινους αργαλειούς. Τότε υπήρχε μεγάλη δυσκολία να βρεθούν υφάντριες. Η χειροποίητη παραγωγή ήταν μικρή και το ύφασμα είχε υψηλή τιμή.
   Αργότερα, το υφαντουργείο απέκτησε μηχανοκίνητους αργαλειούς. Τη δεκαετία του ’30 διαθέτει 16 μηχανοκίνητους αργαλειούς και 1 διπλό. Έτσι  αυξήθηκε η παραγωγή, με μείωση του κόστους.
   Παρήγαγε μόνο βαμβακερά προϊόντα, που διακρίνονται για τους χρωματισμούς των. Η ημερήσια παραγωγή του ήταν  800 πήχες, που απορροφιόταν  αμέσως στην περιφέρειά μας. Κατά μέσο όρο, το μήνα διατίθονταν στην περιφέρεια 350 πήχες ύφασμα από το Εργοστάσιο Μαχαιρά.
   Κάθε μέρα κατανάλωνε 70-80 οκάδες νήμα, που το μετέτρεπε αυθημερόν σε 800 περίπου πήχες ύφασμα. Απασχολούσε 50 εργάτες και εργάτριες.
   Επίσης είχε και λανάρια (ήταν λαναροκλωστήριο). Βρισκόταν στην ανηφόρα της οδού Τσιριμώκου, αριστερά, απέναντι απ’ το πέτρινο Γυμνάσιο και πίσω απ’ το σπίτι του γιατρού Ιωάν. Παπασιοπούλου.

Το εσωτερικό του Υφαντουργείου Μαχαιρά
6.       Πλεκτήριο Κ. Μποβιάτσου[45]

   Βρισκόταν κοντά στην Πλατεία Σιταγοράς (Πάρκου), στην οδό Χατζοπούλου, αριστερά πηγαίνοντας από την Πλατεία Πάρκου προς την οδό Λεωσθένους & Δεδούση[46]. Είχε μηχανήματα χειροκίνητα και ηλεκτροκίνητα. Έμπειρες τεχνίτριες έπλεκαν σε χειροκίνητες πλεκτομηχανές. Τα νήματα προέρχονταν από ελληνικά νηματουργεία.
   Τα είδη που παράγονται (ζιλεδάκια, μαγιό, εσώρουχα πλεκτά, μπλουζάκια, πουλόβερ, ταγέρ, μπλούζες ζέρσεϋ[47], κ.ά.) είναι προσιτά σε όλα τα βαλάντια, όχι πολυτελείας. Διέθετε και πρατήριο, όπου  πωλούνταν τα προϊόντα του Πλεκτηρίου. Ήταν δίπλα στο φαρμακείο του Πιπιλίγκα.
   Στην αγορά, από το Πλεκτήριο Κ. Μποβιάτσου[48], ριχνόταν το ποσό των 50.000 δρχ., κατά μέσο όρο. Εργάζονταν σ’ αυτό 15-20 πεπειραμένες εργάτριες.
Διαφήμιση στην εφ. ΕΠΑΡΧΙΑ, 1933, Λαμία

7.       Κουραμπιέδες Μπουσίου[49]

   Η μαζική παραγωγή ποιοτικών κουραμπιέδων ήταν μια ιδέα και πρωτοβουλία του  Μιχαήλ Μπουσίου. Τους παρασκεύαζε παλιότερα σε Εργαστήριο (από το 1896) και τους πουλούσε χύμα στον κόσμο. Αυτό το ποιοτικό προϊόν διαδόθηκε και άρεσε πολύ.
   Ο Δημ. Μπούσιος (1872-1964), το φθινόπωρο του 1935, δημιούργησε το Ηλεκτροκίνητο[50] Εργοστάσιο Κουραμπιέδων. Ήταν στην οδό Καλύβα-Μπακογιάννη, κοντά στην Πλατεία Λαού.
   Έφερε ειδικό μηχάνημα «δαρτήρα», που δέρνει το βούτυρο, το κάνει αφράτο και το απαλλάσσει από υγρά. Με ζυμωτικό μηχάνημα μείωσε το χρόνο εργασίας «πέντε ώρες αντιστοιχούν σε 5 ολόκληρα ημερομίσθια». Με μηχανήματα κατεργασίας ζάχαρης[51] άχνης, ελάττωσε την τιμή του προϊόντος κατά 3 δρχ. την οκά.

Εργαστήριο - Κατάστημα του Δημ. Μπουσίου (δεκαετία ’70)
Οι τεχνίτες ήταν ντυμένοι με κατάλευκες μπλούζες. Οι κουραμπιέδες μετά το φούρνο, τυλίγονταν σε μαρκαρισμένο λαδόχαρτο και πακετάρονταν από «κομψά δεσποινάρια» για να οδηγηθούν στην κατανάλωση. Παράλληλα  το προϊόν διαφημίστηκε στις εφημερίδες της εποχής.
   Έγινε το σήμα κατατεθέν του κλασσικού γλυκίσματος. Στην 11η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 1936, πήρε το Μέγα Βραβείο[52], με χρηματικό έπαθλο 2.000 δρχ. Κατά τις εορτές, η παραγωγή δεν κάλυπτε την κατανάλωση. Κάθε μήνα, στην αγορά ερχόταν προϊόν 100 χιλιάδων δρχ.
   Το προϊόν διακινήθηκε σε όλη την Ελλάδα[53] και έκανε τη Λαμία σχεδόν συνώνυμη με τους κουραμπιέδες[54]. Παράλληλα, ο Μπούσιος διατηρούσε και Ζαχαροπλαστείο. Εκτός των Κουραμπιέδων, έφτιαχνε και χυλοπίτες.


8.       Εργοστάσιο Ζαχαρωδών Προϊόντων Εμμανουήλ[55] Καρανδρέα[56]

   Βρισκόταν κοντά στο Μνημείο του Αθανασίου Διάκου, στην οδό Καλύβα-Μπακογιάννη. Το εργοστάσιο παρήγαγε  λουκούμια, καραμέλες, σοκολάτες και γλυκά του κουταλιού.  Αναλυτικά :
Λουκούμια : Η παραγωγή άρχιζε με το βράσιμο της ζάχαρης και των σχετικών μέσα σε γανωμένο καζάνι. Όταν φτάσει σε ορισμένη θερμοκρασία, χύνεται μέσα σε φόρμες. Μετά, από μια μέρα, κόβεται με ειδικό μαχαίρι σε μαρμάρινη πλάκα. Ποστάρονταν[57] σε ξύλινα κιβώτια των 5 οκάδων περίπου ή πακετάρονταν σε πολυτελή κουτιά.
Εμμ. Καρανδρέας
   Ημερησίως παράγονταν 200 οκάδες λουκούμια, με αξία στην αγορά 120 και πλέον χιλιάδων δρχ. το μήνα. Τα λουκούμια διατίθονταν σε μπακάλικα, καφενεία και σε σπίτια.
Καραμελοποιία : Η βρασμένη παχύρρευστη λάβα της καραμέλας, χυνόταν σε ειδική φόρμα, όπου συγχρόνως θερμαινόταν και ζυμώνονταν  από εργάτες. Με ειδικό μηχάνημα, μετά το έκοβαν σε διάφορα σχήματα και μεγέθη.
Γλυκά του κουταλιού : Κάθε καλοκαίρι παράγονταν 5 χιλιάδες οκάδες γλυκό κεράσι και βύσσινο. Έτσι, ριχνόταν στην αγορά ποσό 15 χιλιάδων δρχ. Η ζάχαρη άχνη προερχόταν από τον Εργοστάσιο Χρ. Βαλάρη[58].
   Στην 11η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (του 1936) το προϊόν των Εργοστασίων Καρανδρέα πήρε χρυσό Βραβείο[59] και έπαινο. Τον Απρίλιο του 1938, το Βιομηχανικό Κατάστημα μεταφέρθηκε[60] σε νέα θέση, στην οδό Στυλίδος (σήμερα Όθωνος) κοντά στην Πλ. Λαού.


9.       Καπνοβιομηχανία Ρίζου[61] Ε. Ριζοπούλου[62]

Ρίζος Ριζόπουλος
   Ξεκίνησε στις αρχές του 1900. Μετά το Ρ. Ριζόπουλο, το ανέλαβε ο γαμπρός του Γεώργιος Μπόγδανος. Το Εργοστάσιο παρήγαγε τσιγάρα σε δυο ποιότητες :  το «Εκλεκτόν» και τη δεύτερη ποιότητα. Η πρώτη ποιότητα παραγόταν από καπνά της περιοχής Βελίτσης[63] κυρίως που έχουν ένα σέρτη, με έντονο ανδρικό άρωμα.
   Στην αποθήκη γινόταν προσεκτική και επιβλεπόμενη ωρίμανση, ώστε ο καπνός να σιτευτεί και αποδώσει το άρωμά του. Κάθε ποιότητα διαλεγόταν χωριστά και έμπαινε στην κοπτική μηχανή. Μετά τριβόταν περισσότερο και έμπαινε στην σιγαροποιητική μηχανή. Τα έτοιμα τσιγάρα πακετάρονταν και οδηγούνταν στην κατανάλωση. Υπήρχε και πρατήριο (ήταν μέρος του Ξενοδοχείου «Εμπορικόν») στην πλατεία Λαού, που πουλούσε τσιγάρα της καπνοβιομηχανίας Ριζοπούλου[64].
   Τα προϊόντα της καπνοβιομηχανίας Ριζοπούλου είχαν εκτεθεί στο περίπτερο του Νομού Φθιωτιδοφωκίδος κατά τη Διεθνή Έκθεση[65] Θεσσαλονίκης του 1931[66]. Η ημερήσια παραγωγή του καπνεργοστασίου κατά μέσο όρο ήταν 6.500-7.000 κουτιά.
   Τα σιγαρέττα Ριζοπούλου καταναλώνονταν στη Φθιώτιδα, Ευρυτανία και εν μέρει στη Θεσσαλία. Οι περισσότεροι καπνιστές προτιμούσαν τα δευτέρας ποιότητας τσιγάρα του Εργοστασίου.


10.    Κυλινδρόμυλοι  Κρόκου – Μουζέλη[67] 

   Στη γνωστή σήμερα θέση «Μύλια» ή Μύλοι Λαμίας, προϋπήρχε «ένα υδροκίνητο εργοστάσιο αλευροποιίας, με άλλους 6 υδρομύλους συνεχόμενους»[68]. Τα μεγάλα κτίρια των μύλων αυτών πρέπει να έγιναν μετά το 1901, το έτος που αγοράστηκαν τα ακίνητα στην περιοχή αυτή[69].
   Μετά το 1921 και την εκποίηση της περιουσίας[70] Αγαθοκλή, το εργοστάσιο και τα παραρτήματά του αγοράστηκαν από τους Κ. Κρόκο[71] και  αδελφούς Μουζέλη[72].
   Με τους νέους ιδιοκτήτες πλέον, οι Μύλοι Κρόκου-Μουζέλη λειτουργούσαν με πετρελαιομηχανές, που έδιναν κίνηση στο μύλο, αλλά ταυτόχρονα, με ηλεκτρική γεννήτρια παράγουν και ηλεκτρικό ρεύμα.
Το κτιριακό συγκρότημα των μύλων Κρόκου-Μουζέλη (φωτ .’80)

   Τη δεκαετία του  ’30 , βελτιώνονται και τα μηχανήματα. Έτσι στο σιτάρι γίνεται αυτόματο τριέρισμα, καθάρισμα απ’ τη σκόνη, πλύσιμο και στέγνωμα. Ακολουθεί αυτόματο άλεσμα σε 5 κυλίνδρους καινούργιους, αυτόματη συλλογή, τοποθέτηση στη χαρμανιέρα και αυτόματη ζύγιση.
   Έτσι υπάρχει  ταχύτητα, καθαριότητα και μείωση του κόστους. Για την υγιεινή των τεχνιτών υπάρχουν απορροφητήρες για τη σκόνη.
   Το «κόψιμο», δηλ. η παραγωγή του αλευρόμυλου ανερχόταν σε 30-32 τόνους την ημέρα (σε 2 βάρδιες) κατά μέσο όρο.  Όταν η κατανάλωση  ζητούσε περισσότερο, τότε εύκολα επιτυγχανόταν μέγιστη απόδοση 38-40 τόνους την ημέρα.
   Το ηλεκτρικό ρεύμα για κίνηση και φωτισμό προερχόταν από μια γερμανική πετρελαιομηχανή μάρκας Deutz  με γεννήτρια που απέδιδε ισχύ 250 ίππων. Αργότερα προστέθηκε μια ακόμα πετρελαιομηχανή μάρκας Cooper.  Έτσι, όχι μόνο λειτουργούσε το εργοστάσιο και είχε φωτισμό, αλλά έδινε ρεύμα στην πόλη, μέσα από το δίκτυο της Ηλεκτρικής εταιρίας Λαμίας[73].


11.    Κυλινδρόμυλοι  Στεργιοπούλου[74]

   Άρχισε τη λειτουργία του το 1907. Βρισκόταν κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή και σε πάροδο της οδού Αμφίσσης (δηλ. στη μέση απόσταση μεταξύ των οδών Λεωνίδου και Θερμοπυλών, στο βόρειο μέρος της οδού  Παπαφλέσσα).
   Το κτίριο με τα χρόνια επεκτάθηκε. Στην αρχή η απόδοση ήταν μικρή (αλέθονταν κάθε μέρα 5 χιλιάδες οκάδες σίτου).
   Στη δεκαετία του  ’30, το κτίριο είχε 3 πατώματα και υπόγειο, που ήταν γεμάτα με μηχανήματα. Στην άκρη του στενόμακρου κτιρίου ήταν μια τεράστια αποθήκη (αλλά υπήρχαν και άλλες τέσσερις). Από εκεί το σιτάρι παραλαμβανόταν αυτόματα, περνούσε από κόσκινα και τριέρια, πλενόταν στα πλυντήρια και σε άλλο μηχάνημα στέγνωνε.
   Ο κυλινδρόμυλος διέθετε 5 κυλίνδρους, απ’ όπου το σιτάρι περ-νούσε διαδοχικά και γινόταν αλεύρι. Τα σιτάρια που αλέθονταν στο μύλο ήταν κυρίως εγχώρια.
   Το τεχνικό και εργατικό προσωπικό ανερχόταν σε 20 ανθρώπους. Η παραγωγή του μύλου ήταν 20 τόνοι τη μέρα (στο 16ωρο).
Διαφήμιση στην εφ. Η ΕΠΑΡΧΙΑ, 1933, Λαμία

12.    Κυλινδρόμυλος και εκκοκκιστήριο  Π.  Κίτσου[75]

   Ο Παναγιώτης Β. Κίτσος[76] (1887-1957) ήταν αυτοδημιούργητος. Προ του 1917, στη γωνία των οδών Αγ.  Νικολάου και Ροζάκη Αγγελή ήταν μια αυλή μαντρωμένη, με ένα υπόστεγο, όπου υπήρχε ένας μύλος με μυλόπετρες.
   Μέσα σε 20 χρόνια κατασκευάστηκε ένα τεράστιο οίκημα (από τσιμέντο), για να στεγάσει μια μεγάλη επιχείρηση. Το 1937, το κτίριο αυτό δεν είχε τελειώσει[77]. Στο κτίριο αυτό υπήρχαν αποθήκες σίτου και βαμβακιού και  ήταν ο Κυλινδρόμυλος και το Εκκοκκιστήριο Βάμβακος.
   Ο κυλινδρόμυλος αποτελείται από 3 κυλίνδρους. Μέσα στο οκτάωρο έβγαζε περί τις 4 χιλιάδες οκάδες αλεύρι.
   Το Εκκοκκιστήριο βάμβακος είχε 2 εκκοκκιστικές μηχανές (με ογδόντα και εξήντα πριόνια). Στην πρέσα το βαμβάκι γινόταν μπάλες. Ο βαμβακόσπορος χρησιμοποιείτο στην βαμβακοελαιουργία και στην κτηνοτροφία (βαμβακόπιτα). Η απόδοση των δύο εκκοκκιστικών μηχανών ήταν 250 οκάδες εκκοκκισμένο ή 750 οκάδες ακαθάριστο βαμβάκι την ώρα.
   Στις δύο αυτές εγκαταστάσεις εργάζονταν 15 εργάτες και τεχνίτες.



13.    Εργοστάσιο Σπορελαιουργίας και εκκοκκιστήριο Μουζέλη[78]

   Στον ίδιο χώρο ήταν Εκκοκκιστήριο και Σπορελαιουργείο. Το εργοστάσιο σπορελαιουργίας άρχισε τη λειτουργία του το 1936 και ήταν παράρτημα της Ηλεκτρικής εταιρίας Λαμίας. Βρισκόταν σχεδόν δίπλα στο Ηλεκτρικό εργοστάσιο στη γωνία των οδών Αμφίσσης (ή Λεωνίδου σήμερα) και Παλαιολόγου. Λειτουργούσε με ηλεκτρικό ρεύμα από την Ηλεκτρική Εταιρία, καταναλώνοντας ισχύ 60 ίππων για το σπορελαιουργείο και άλλους 60 ίππους για το εκκοκκιστήριο.
   Διευθυντής του ήταν ο Χαρίλαος Γερογιάννης. Απασχολούσε και ένα χημικό. Παρήγαγε βαμβακέλαιο[79] και σε    μήνα (μέχρι το 1937) είχε παραγωγή 750 οκάδες έλαιο.
   Η ημερήσια παραγωγή του εκκοκκιστηρίου ήταν 6 χιλιάδες οκάδες εκκοκκισμένο βαμβάκι. Η κατανάλωση του σπορέλαιου ήταν άμεση στην περιφέρειά μας και λίγο στη Θεσσαλία. Υπήρχε ανάγκη μεγαλύτερης παραγωγής.
   Μετά το 1940, ο Μουζέλης μετέφερε το Σπορελαιουργείο στο συγκρότημα Μύλων Κρόκου – Μουζέλη.



14.    Εργοστάσιο Σαπωνοποιίας  Ι. Β. Τσιπούρα [80]

   Ιδρύθηκε το 1916 από τους Αδελφούς Τσιπούρα και λειτουργούσε αδιάκοπα. Μετά το θάνατο του Λουκά Τσιπούρα, το εργοστάσιο συνεχίζει με τη διεύθυνση του Ι. Β. Τσιπούρα. Βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το δικαστικό μέγαρο Λαμίας (στην οδό Καποδιστρίου).
   Η εργασία άρχιζε από έναν τεράστιο λέβητα με χωρητικότητα 3 χιλιάδες οκάδες. Μέσα σ’ αυτόν χύνονταν τα πυρηνέλαια και η καυστική σόδα, όπου έβραζαν για 3 ημέρες. Μετά έμπαιναν σε άλλο καζάνι, ανακινούνταν και χύνονταν στο καλούπι.
   Το νωπό σαπούνι κοβόταν σε ορθογώνια παραλληλεπίπεδα κομμάτια και απλωνόταν σε τελάρα για 3-4 μέρες. Μετά οι πλάκες σαπουνιού έπαιρναν από την πρέσα, τη φίρμα[81] του εργοστασίου. Τέλος στέγνωναν για 2  μέρες και έμπαιναν σε κιβώτια για την κατανάλωση.
   Οι πρώτες ύλες του εργοστασίου ήταν πυρηνέλαιο και καυστική σόδα (Σόλβεϋ[82]) αγγλικής προέλευσης. Παραγόταν πράσινο και κίτρινο σαπούνι εξαιρετικής ποιότητας. Η μηνιαία παραγωγή του ήταν 8 χιλιάδες οκάδες περίπου, κατά μέσο όρο.
   Παράλληλα, το εργοστάσιο παρείχε δωρεάν ένα απολυμαντικό υγρό του σαπουνιού, ένα είδος δραστικής αλυσίβας, μαζί με απλή συνταγή για τη χρήση του.



15.    Βιομηχανία κατεργασίας άλατος  Χρ.  Βαλάρη[83]
Διαφήμιση (1936)

   Ιδρύθηκε το 1936[84]. Διαφημίστηκε[85] στον τοπικό τύπο. Η εγκατάσταση του εργοστασίου κατεργασίας άλατος, ποτάσας και ζάχαρης άχνης βρισκόταν επί της οδού Καρπενησίου, αριστερά.
   Η κατεργασία του αλατιού άρχιζε από τις δεξαμενές, όπου διαλυόταν σε νερό (αναλογία 25%). Οι αδιάλυτες ουσίες (βούρκος - λάσπη - ξένες  ύλες) κατακάθονταν, ενώ άλλα επιβλαβή συστατικά επιπλέουν.
   Η άλμη χυνόταν σε μεγάλο καζάνι που έβραζε. Στην αρχή του βρασμού γινόταν «ξάφρισμα». Όσο προχωρούσε  η εξάτμιση τόσο κατακαθόταν το αλάτι, που συλλεγόταν από έναν εργάτη. Μεταφερόταν στο στεγνωτήριο.
      Το τελικό προϊόν, δηλ. το κρυσταλλικό αλάτι, πωλείτο χύμα ή σε κουτιά του ¼ κιλού. Ήταν τελείως καθαρό[86] , με τιμή 5,50 δρχ. την οκά. Εκτός της μαγειρικής χρήσης, το αλάτι εξυπηρετούσε την κτηνοτροφία (τάισμα των ζώων) και την τυροκομία.
      Παράλληλα γινόταν και η κατεργασία  της ζάχαρης άχνης και της κρυσταλλικής ποτάσας. Έτσι, η ζάχαρη κόστιζε 3 δρχ. λιγότερο. Το ίδιο και η ποτάσα, που κόστιζε 4 δρχ. λιγότερο.




16.    Αρωματοποιία  Αφών  Πλατή [87] 

Νικ. Πλατής

   Οι αδελφοί  Πλατή είχαν κουρείο στην Πλατεία Ελευθερίας[88] από τις αρχές του 20ου  αιώνα και αργότερα άνοιξαν το πρώτο κομμωτήριο της Λαμίας. Ο Νικ. Πλατής έμαθε σε πολλά νέα παιδιά την τέχνη.
   Παρασκεύαζαν κολόνιες και αρώματα. Ήταν μια ιδέα και πρωτοβουλία των αδελφών Νικολάου και Κων/νου Πλατή. Μάλιστα ο   Κων.  Πλατής (1893-1981) κατόρθωσε μέσα σ’ ένα χρόνο, να πετύχει σπουδαίες συνθέσεις κολόνιας, όπως η καλύτερη  που ήταν η ρούσικη.
   Η εγκατάσταση διέθετε λέβητες αποστακτήρες, όπου αποσταζόταν το νερό, μαζί με αιθέρια έλαια και αλκοόλ, για την παρασκευή ποικίλων αρωμάτων. Παράλληλα, την περίοδο 1936-37 που ξεκίνησε η προσπάθεια αυτή, έγινε αρκετή διαφήμιση[89] στον τοπικό τύπο.




17.    Εργοστάσιο  Καροσερί Αυτοκινήτων Ν.  Σαρηγιάννη

   Ιδρύθηκε  το 1922. Ήταν το σημαντικότερο και το αρχαιότερο[90] στο είδος του. Βρισκόταν στην οδό Αμφίσσης (σήμερα Λεωνίδου), πιο πάνω από το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής εταιρίας Λαμίας.  Σ’ αυτό εργάζονταν ο Ν.  Σαρηγιάννης και οι γιοι του[91].
   Υπήρχαν χωριστά τμήματα. Η κυριότερη εργασία ήταν αυτή που αφορούσε το ξυλουργικό μέρος των γεωργικών μηχανημάτων, όπως επίσης οι καροσερί (τα αμαξώματα) των αυτοκινήτων. Οι λαμαρίνες σφυρηλατούνταν σε άλλο μέρος. Η σφυρηλάτηση γινόταν με το χέρι, επειδή δεν υπήρχε ειδική πρέσα. Μετά, τα διάφορα κομμάτια οξυγονοκολλούνταν.
   Σε άλλο τμήμα γίνονταν οι ταπετσαρίες. Τέλος, υπήρχε και τμήμα χρωματισμών (βαφείο), όπου με πεπιεσμένο[92] αέρα βάφονταν τα αυτοκίνητα.
   Το γενικό χαρακτηριστικό του εργοστασίου ήταν η στερεότητα. Γι’  αυτό δεχόταν παραγγελίες και από πολλά μέρη της Ελλάδας, «παρά τα περιοριστικά μέτρα του Κράτους για να προστατεύσει τους Σ.Ε.Κ.[93], πράγμα που έφερε καίρια πλήγματα στους βιομηχάνους αυτοκινήτων».


18.    Βιομηχανία  πλακών  και  μωσαϊκών  Δημ. Πέτσα

   Ιδρύθηκε στις  αρχές του 1935, από τον Δημ. Πέτσα.  Βρισκόταν στη γωνία των οδών Σατωβριάνδου και Παλαιολόγου, απέναντι από το (νέο τότε) Α΄ Δημοτικό Σχολείο (σήμερα 9ο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας). Περιβαλλόταν από μάντρα. Έφτιαχνε μωσαϊκές πλάκες πάσης φύσεως για επίστρωση διαδρόμων, μαγειρείων, αποθηκών, πεζοδρομίων, κ.λ.π.
   Στην  περιφέρειά μας ήταν το μοναδικό εργοστάσιο στο είδος του. Διέθετε  καινούργια μηχανήματα και είχε φέρει ειδικούς τεχνίτες απ’ την Αθήνα.
   Άλλοτε τα  πλακάκια  αυτά, τα προμηθεύονταν απ’ τον Πειραιά, το Βόλο και τη Θεσσαλονίκη.  Με τη βιομηχανία αυτή, έπεσε και η τιμή των πλακών από 90 σε 65  δρχ.  το τετραγωνικό μέτρο.
   Στον τοπικό τύπο είχε γίνει  παρουσίαση[94]  και διαφήμιση της  βιομηχανίας αυτής.

Διαφήμιση (1934)

19.    Αλλαντοποιία Ευθυμίου Κοτσίκη

   Ήταν στην οδό Καραϊσκάκη (στο τμήμα μεταξύ των οδών Ροζάκη-Αγγελή και Πλατείας Λαού), όπου πριν το 1936 ήταν η κρεαταγορά (τα χασάπικα) της Λαμίας. Ήταν ένα ιδιόκτητο μαγαζί, όπου παρασκευάζονταν τα αλλαντικά[95] και ταυτόχρονα τα πουλούσαν.
   Το 1936, ο Ευθ. Κοτσίκης έκανε πιο συστηματική την εργασία του αλλαντοποιείου, με τη βοήθεια ειδικού τεχνίτη από την Αθήνα, που είχε μεγάλη εμπειρία από γερμανικά και αθηναϊκά  εργοστάσια.
             Έγινε παρουσίαση[96] και διαφήμιση στον τοπικό τύπο.


20.   Βιομηχανικός Οίκος  Ν.  Ιωσήφ

Ι
δρύθηκε  το 1880 από τον Δ. Ιωσήφ.  Βρισκόταν στην οδό Έσλιν, μέχρι την οδό Δροσοπούλου. Στην αρχή ασχολήθηκε  με την επισκευή δίτροχων και τετράτροχων  μέσων, αλλά και με την επισκευή γεωργικών εργαλείων. Ο ιδρυτής, όσο και ο διάδοχός του Ν. Ιωσήφ, ήθελαν να καλύψουν τις ανάγκες του τόπου, εφόσον η περιφέρειά μας ήταν  κατεξοχήν γεωργική.
   Μετά  στράφηκαν  προς τη βιομηχανία σιδήρου. Εγκατέστησαν τελειότατο μηχανουργείο[97], χυτήριο σιδήρου και ορειχάλκου και σιδηρουργείο. Μέσα σε μια 15ετία κατέκτησαν την περιφέρεια, αλλά και μέρος της Πελοποννήσου, Αιτωλοακαρνανίας και Θεσσαλίας.
 
Διαφήμιση στην εφ. Η ΕΠΑΡΧΙΑ, 1933, Λαμία

  Ο οίκος  Ιωσήφ ήταν στην πρώτη τριάδα εργοστασίων που κατασκεύαζε γεωργικά εργαλεία και συναγωνιζόταν τις μεγάλες βιομηχανίες Γκλαβάνη - Σταματοπούλου του Βόλου. Έφτιαχνε οποιοδήποτε εργαλείο ή εξάρτημα.
   Στο  χυτήριο, από τον πυρακτωμένο κλίβανο, έχυναν τη λάβα του χυτοσιδήρου σε ποικιλόμορφες φόρμες (καλούπια) , που ήταν φτιαγμένες από ειδική άμμο. Αυτά τα χυτά είδη μεταφέρονταν στο μηχανουργείο, όπου υπήρχαν 3 μεγάλοι  τόρνοι  για λείανση  και μετατροπές. Επίσης υπήρχαν ισάριθμα πριόνια για κοπή του χυτοσιδήρου. Το τελειότερο  μηχάνημα του εργοστασίου Νικολάου Ιωσήφ ήταν μια σύνθετη φρέζα.
   Διευθυντής του εργοστασίου (το 1929)  ήταν ένας έμπειρος μηχανικός ο  Γεωργαλάς, διπλωματούχος της σχολής Μηχανικών Πειραιά και της  Αεροπορίας Λωζάνης. Χάρη  σ’ αυτόν, το εργοστάσιο Ιωσήφ έκαμε με επιτυχία διάφορες εγκαταστάσεις[98] στο Υφαντήριο Σπυροπούλου, στο Παγοποιείο Κρανάκη[99] (στο Φραντζόμυλο), στο εργοστάσιο Πλεκτών Κ. Τσέλιου, στο Ξυλουργείο Ηλία Θεοδοσίου, στους αλευρομύλους Μπουρτζάλα - Κουτσογιαννακόπουλου, κ.ά.
   Διέθετε και σιδηρουργείο[100], που δεχόταν παραγγελίες για  κάθε είδους σιδηροκατασκευές.  Δίπλα ήταν και το Καροποιείο[101], που έφτιαχνε δίτροχα κάρα για τους αγρότες μας.
   Η  εταιρεία  Ιωσήφ της  επόμενης γενιάς (τα παιδιά του Ν. Ιωσήφ) ανέπτυξε και επιχειρηματική δραστηριότητα.  Ανέλαβαν αντιπροσωπείες για το νομό Φθιώτιδας σε βιομηχανικά προϊόντα ξένων εταιριών[102]. Έτσι το 1925, είναι  αντιπρόσωποι των  αυτοκινήτων[103] «Γκρέι»,  που  τα διαφημίζουν στον τοπικό τύπο «με  ένα δοχείο βενζίνης διανύουν 200 χιλιόμετρα», κλπ.
   Το 1931  ο  Οίκος Ιωσήφ συμμετείχε στην Έκθεση Θεσσαλονίκης , μαζί με άλλα προϊόντα του τόπου μας, στο Περίπτερο[104] του Νομού Φθιωτιδοφωκίδας. Εκεί είχε προβάλλει  «ωραία μανουάλια και καμπάνες».
   Το  συγκρότημα  χυτήριο - μηχανουργείο  έφτιαχνε βιομηχανικά εργαλεία και εξαρτήματα  για την επισκευή κάθε είδους[105] μηχανής.  Στο σύνολο του βιομηχανικού οίκου Ιωσήφ δούλευαν (το 1937) περί τους 30 τεχνίτες.


21.    Το ξυλουργικό εργοστάσιο[106] Ηλία Θεοδοσίου [107]

   Πίσω από τα δικαστήρια[108] Λαμίας, από την οδό Λεωσθένους & Δεδούση, μέχρι την οδό Αμφίσσης (σήμερα οδός Λεωνίδου) εκτεινόταν το μεγάλο ξυλουργικό εργοστάσιο και η αποθήκη ξυλείας του Ηλία Θεοδοσίου. Η όλη εγκατάσταση στεγαζόταν σ’ ένα νεότερο μεγάλο οίκημα σχήματος Γ, που έγινε στη θέση παλαιότερου κτιρίου, στις αρχές της δεκαετίας του ’30.
   Στη μια πλευρά του κτιρίου  ήταν τα πολυτελή γραφεία της Διευθύνσεως. Στην άλλη πλευρά ήταν το Ξυλουργείο, με κατάλληλο φωτισμό και πολλά μηχανήματα. Υπήρχε μηχάνημα που πλάνιζε τα ξύλα, ώστε «μία ώρα να αντιστοιχεί σε δέκα μεροκάματα». Έτσι, «ένα παράθυρο γινόταν μόνο σε μια μέρα, ενώ ήθελε οκτώ μέρες ν’  απασχολήσουν έναν μαραγκό». Η ποιότητα ήταν καλύτερη αλλά και το κόστος ήταν πολύ λιγότερο, σε σχέση με αυτά που έφτιαχναν οι μαραγκοί, π.χ. «ένα παράθυρο που συνήθως κόστιζε 1200 δρχ. (το 1937), εδώ ήθελε 750-800 δρχ., δηλ. σχεδόν τα μισά».
   Το εργοστάσιο επεξεργαζόταν εγχώρια, αλλά προπαντός ευρωπαϊκή ξυλεία (Ρουμανίας, Σουηδίας, Αυστρίας). Με την εγχώρια ξυλεία γίνονταν συνήθως οι σανίδες πατώματος, ενώ όλα τα άλλα με ευρωπαϊκή ξυλεία. Απασχολούνταν στο εργοστάσιο 15 τεχνίτες και ισάριθμοι εργάτες.
   Παράλληλα, ο Ηλίας Θεοδοσίου έκανε και εμπόριο ξυλείας, διαθέτοντας ξυλεία για τα άλλα ξυλουργικά εργοστάσια και μεμονωμένους μαραγκούς. Έκανε εισαγωγή από το εξωτερικό, φέρνοντας φορτία ξυλείας με το καράβι στη Στυλίδα. Ήταν ο πρώτος στη Λαμία που είχε Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που μετέφερε ξυλεία, τσιμέντα, κ.ά. υλικά. Το εμπόριο του απέφερε πολλά κέρδη.
   Δυστυχώς, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1941, οι εμπρηστικές βόμβες από τα γερμανικά αεροπλάνα που βομβάρδισαν τη Λαμίας, χτύπησαν το εργοστάσιο και τις αποθήκες ξυλείας του Θεοδοσίου. Όλο το τετράγωνο, κάηκε και  η επιχείρηση μαζί με το αποθηκευμένο προϊόν καταστράφηκαν[109].


22.    Παγοποιεία – Ψυγεία [110] Λαμίας Στεργιοπούλου

   Το Μάιο του 1938, άρχισε η λειτουργία των νέων Παγοποιείων – Ψυγείων Λαμίας. Τη μονάδα αυτή ίδρυσαν οι υιοί  Χρ. Στεργιοπούλου, στον ίδιο χώρο όπου λειτουργούσε  ο Κυλινδρόμυλος Στεργιοπούλου.
   Τα μηχανήματα ψύξης και κατασκευής πάγου ήταν καινούργια. Ο πάγος θα παρασκευαζόταν αποκλειστικά με νερό Γοργοποτάμου, τηρώντας όλους τους όρους υγιεινής και καθαριότητας.
   Έτσι καλύπτονταν οι αυξανόμενες ανάγκες για παραγωγή πάγου, αλλά και συντήρησης των τροφίμων, που είναι ευπαθή[111], όπως γαλακτοκομικά προϊόντα, ψάρια (βαρέλια με ρέγγες – βακαλάους) φρούτα, μπύρες σε φιάλες ή βαρέλια. Μέχρι και οι τάπητες – έλεγε η ανακοίνωση – θα  διατηρηθούν από την αποσύνθεση και τη φθορά !!

Κωνσταντίνος Αθ. Μπαλωμένος
       φυσικός






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α.   Εφημερίδες – Περιοδικά
  1. εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 1927-40, Λαμία.
  2. εφ. «Θρίαμβος», 23 Μαΐου 1912, Λαμία.
  3. εφ. «Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ», 24 Αυγ. 1932, Λαμία.
  4. εφ. «Η ΛΑΜΙΑΚΗ», φ. 15, 26-2-1925, Λαμία.
  5. εφ. «ΘΕΡΜΟΠΥΛΑΙ», έτος 23ο , φ. 249, Λαμία,
  6. περ. «Φθιωτικά Χρονικά» ετών 1983, 1987, 2001, 2002, 2003, Λαμία.


Β.   Βιβλία και Άρθρα
1.      Χειμώνας Χρίστος Β. : «Σελίδες από τη Λαμία του 1875», περιοδ. «Φθιωτικά Χρονικά» 8 (1987), σελ 78, Λαμία.
2.      Βορτσέλας Ιωάννης, «ΦΘΙΩΤΙΣ», Αθήνα 1907.
3.      Μπαλωμένος Κωνσταντίνος Αθ. :  «Εργοστάσιο Ασετιλίνης Γοργοποτάμου»,  eργασία στην  εφ. “Λαμιακός Τύπος”, 9-10-11-12 Νοεμβρίου 2004, Λαμία.
4.      Μπαλωμένος Κωνσταντίνος Αθ., : «Ηλεκτρική Εταιρία Λαμίας», περιοδ. «Φθιωτικά Χρονικά» 24 (2003), Λαμία.
5.      Μπαλωμένος Αθανάσιος Κ. : «Δρόμοι, Καταστήματα και Ιδιοκτησίες της προπολεμικής Λαμίας», περιοδ. «Φθιωτικά Χρονικά» 22 (2001), Λαμία.
6.      «Η ιστορία του ελληνικού τσιγάρου», Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1997.
7.      Φλώρος Κων/νος : «Κωνσταντίνος Παν. Αγαθοκλής & Σία», περιοδ. «ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» 8 (1987), σελ. 52, Λαμία.
8.      Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα.
9.      Δαβανέλλος Νικ. «Λαμία – τα πρόσωπα (1760-1930)», Λαμία, 2003.


------------

Σημείωση : Η παρούσα εργασία πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφ. "ΛΑΜΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ" σε συνέχειες, 
                  από 21 έως 25 Σεπτεμβρίου 2004, σ. 9, Λαμία.



        ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] ποτοποιεία
[2] «Σελίδες από τη Λαμία του 1875», του Χρ. Χειμώνα στα «Φθιωτικά Χρονικά» έτους 1987, Λαμία. Αυτό προέρχεται από τον «Οδηγό εμπορικό, γεωγραφικό και ιστορικό των πλείστων κυριοτέρων πόλεων της Ελλάδος του έτους 1876», του Μιλτιάδη Μπούκα. Εν Αθήναις, έτος Α΄, 1875, σελ. 245-253.
[3] ό. π.
[4] Ιωάν. Βορτσέλα «ΦΘΙΩΤΙΣ», Αθήνα 1907.
[5] ό. π.
[6] Περισσότερα στοιχεία στην εργασία  «Εργοστάσιο Ασετιλίνης Γοργοποτάμου» του Κωνσταντίνου Αθ. Μπαλωμένου, εφ. “Λαμιακός Τύπος”, 9-10-11-12 Νοεμβρίου 2004, Λαμία.
[7] Βλέπε «Ηλεκτρική Εταιρία Λαμίας», του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου, στα «Φθιωτικά Χρονικά», έτους 2003, Λαμία.
[8] (1886-1974).
[9] Ο μύλος ήταν απέναντι απ’ το σημερινό super marketDia” (στη σημερινή γωνία των οδών Αθηνών και Κισσάβου).
[10] Μπύρα δεν παραγόταν, εφόσον είχε το Μονοπώλιο μπύρας στην Ελλάδα  ο Βαυαρός Κάρολος Fix. Στο εμπόριο της Λαμίας βέβαια κυκλοφορούσαν και οι μπύρες Μάμμος από την Πάτρα. Η παραγωγή μπύρας έχει μεγάλη διαδικασία που δεν συνέφερε τις μικρές μονάδες της Λαμίας.
[11] Μόνο λεμονάδες (δηλ. αναψυκτικά) έφτιαχναν οι :  Ντούτσιας, Αντώνιος Αρχοντίκης  και Αθανάσιος Αρχοντίκης.
[12] (1904-1966).
[13] (1870-1971)
[14] (απεβ. το 1938).
[15] Το Μάρτιο του 1933 γίνεται πανελλαδική απεργία των καπνοπωλών, με τη συμμετοχή και των καπνοπωλών Λαμίας, που διαμαρτύρονται για την περικοπή των κερδών τους από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την κατά μέτωπο επίθεση του καπνοβιομηχανικού κεφαλαίου. Αφορμή ήταν η αύξηση της τιμής των τσιγάρων. Οι ντόπιοι καπνοβιομήχανοι συμμετέχουν στην απεργία των καπνοπωλών καταδικάζοντας την αύξηση τιμής των τσιγάρων. Για τους καπνοβιομηχάνους Λαμίας υπογράφουν οι : Ρίζος Ριζόπουλος, Χρίστος Γαλάνης, Αδελφοί Μανιά και Δημ. Γερονικάκης (εφ. Η ΕΠΑΡΧΙΑ, φ. 641, σ. 4, 30-3-1933, Λαμία).
[16] στο Παγκράτι Λαμίας, στην κάτω γωνία των σημερινών οδών Ναυπάκτου και Φραντζή. Σήμερα είναι οικόπεδο.
[17] Στα νότια της  περιοχής Νέας Άμπλιανης Λαμίας. Λειτούργησε την περίοδο 1936-1946. Σε άλλη θέση λειτούργησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, οπότε έκλεισε.
[18] κοντά στο Κόμμα.
[19] ήταν στη γωνία των οδών Αμφικτυόνων και Καβάφη στην Άμπλιανη. Λειτούργησε πριν το 1940 από τον ιδιοκτήτη και τα 2 αγόρια του. Έφτιαχναν χειροποίητα κεραμίδια και συμπαγή τούβλα. Το καμίνι αργότερα αγοράστηκε από τους αδελφούς Ντρούκα. Το είχαν οι αδελφοί Κωνσταντίνος (1893-1982)  και Αθανάσιος Ντρούκας (1897-1968). Λειτούργησε τη χρονική περίοδο 1948-1965 περίπου.
[20] Από το 1938-39 οι αδελφοί Τάσος και Σπύρος Νιάφας λειτούργησαν πρόχειρο καμίνι-κεραμοποιείο. Το μετέφεραν μετά την κατοχή σε άλλη θέση λειτουργώντας μέχρι το 1949, οπότε έκλεισε.
[21] Ήταν επί της οδού Ανθήλης, πριν τον κόμβο της εθνικής οδού Λαμίας-Αθήνας, και πριν τα φανάρια  Η οδός Ανθήλης περνούσε μπροστά από το Ναό του Αγίου Τρύφωνα και συνέχιζε προς την Ανθήλη και μετά το Μώλο.
[22] Στην «Κατάταξη των επιτηδευματιών του 1934», πρώτος είναι ο Δ. Ιωσήφ, μετά Ι. Αρκάς, Θ. Κουτσούκος, Μ. Κακανάς. Στους σιδηρουργούς πρώτος είναι ο Σ. Τζιβελέκης και ακολουθεί ο Δ. Νασόπουλος, Γ. Σκουρολιάκος, Δ. Ευθυμίου, Π. Κρέων και Α. Σούφλας. [Βλέπε εφ. Η ΕΠΑΡΧΙΑ, 22 Μαρτίου 1934, Λαμία]
[23] (1878 - 1967).
[24] Για περισσότερα στοιχεία, βλ. «Ηλεκτρική Εταιρία Λαμίας» του Κωνσταντίνου Αθαν. Μπαλωμένου, στα «Φθιωτικά Χρονικά» 2003, Λαμία
[25] (1898 – 1957).
[26] (1872 – 1940).
[27] Ανακοίνωση στην εφ. «Θρίαμβος», 23 Μαΐου 1912, Λαμία. Υπήρχε διαφήμιση στην ίδια εφημερίδα για 7 φύλλα.
[28] Πόλη της Ρωσίας και πρωτεύουσα περιοχής της Β. Καυκασίας που κατέληγε στην Αζοφική Θάλασσα. Είχε ανώτερης ποιότητας σιτηρά. Καλύτερη ήταν η ποικιλία Ghirka (που την προτιμούσαν οι Άγγλοι), από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η εξαγωγή σιτηρών απ’ το λιμάνι, το 1926, ήταν 163.000 τόνοι. Το εμπόριο και τις μεταφορές με πλοία, από το λιμάνι του Κέρτς στην είσοδο της θάλασσας του Αζόφ έκαναν επτανησιώτες έμποροι και πλοιοκτήτες, με σημαντικότερους τους Αδελφούς Βαλλιάνου. Τα σιτηρά της περιοχής Ταϊγανίου ήταν άριστη πρώτη ύλη για τα ζυμαρικά, κ.ά.
[29] Ο Παναγιώτης Μεγαλιός παντρεύτηκε το 1918 την Αικατερίνη Ράμμου. Οι αδελφοί Παναγιώτης (1858-1922) και Κωνσταντίνος (1860-1924) Μεγαλιός πέθαναν πρόωρα και τότε το εργοστάσιο το αγόρασε ο Κων. Ράμμος.
[30] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ» 2 Ιουλίου 1930, Λαμία. Διαφήμιση στην εφημ. «Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ», 24 Αυγ. 1932, Λαμία.
[31] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 25  Μαρτίου 1937, Λαμία.
[32] 1 οκά ισοδυναμεί με 1280 γραμμάρια. Επίσης 1 οκά έχει 400 δράμια.
[33] Κοντά στο 1940, το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στη Λάρισα.
[34] Το εργοστάσιο  Ράμμου έκλεισε το 1965.
[35] Οι αδελφοί  Αθανάσιος και Ηλίας Κων.  Ράμμος, εκτός της Μακαρονοποιίας, είχαν και αλωνιστικό συγκρότημα (αλωνιστική μηχανή ή αλλιώς πατόζα, κ.ά.).
[36] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 2 Φεβρ. 1937, Λαμία.
[37] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 2 Φεβρ. 1937, Λαμία.
[38] εφ.  «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 25 Αυγούστου 1928, Λαμία.
[39] Τη δεκαετία του ’30, πιθανότατα, η Καλτσοποιία μεταφέρθηκε στην οδό Παλαιολόγου, απέναντι απ’ τον Άγιο Δημήτριο.
[40] Το σπίτι του βρισκόταν στην οδό Υψηλάντου. Είχε ένα γιο και μια κόρη. Ο γιος του πέθανε (ή  τον σκότωσαν οι Γερμανοί).
[41] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 17 Οκτωβρίου 1928, Λαμία.
[42] 1 εμπορικός πήχης ισοδυναμεί με 0,64 μ.  Ο τεκτονικός πήχης είναι 0,75 μ .
[43] εφ. Η ΕΠΑΡΧΙΑ, 24-9-1931, Λαμία.
[44] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ» 13-1-1937, Λαμία.
[45] Εφημ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 20-2-1937, Λαμία.
[46] Το πλεκτήριο ήταν δίπλα στο σπίτι του Ελευθερίου Δασκαλοπούλου, του φαρμακοποιού (που βρισκόταν στον α΄ όροφο της ΒΔ γωνίας των οδών Λεωσθένους Δεδούση  και Χατζοπούλου, πίσω απ’ τα Δικαστήρια Λαμίας).
[47] στα προϊόντα του Πλεκτηρίου διαφημίζονταν και «μπλούζες ζέρσεϋ αλά Χίτλερ ή Μουσολίνι» ! Προπολεμική μόδα ..
[48] Το σπίτι του Κ. Μποβιάτσου ήταν στην οδό Υψηλάντου, δίπλα απ’ το φούρνο του Μούρτζου και απέναντι απ’ το σπίτι του εμπόρου Ιωάννη Κονταξή.
[49] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φύλ. 1153, 6-2-1937, Λαμία.
[50] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 23-4-1936, Λαμία.
[51] Τη ζάχαρη την προμηθευόταν  από το Κατάστημα Γενικού Εμπορίου των Αφών Κονταξή, στην οδό Ρήγα Φεραίου. Έπαιρνε μισό τόνο ζάχαρη (5 σακιά των 100 κιλών) κάθε 2ήμερο. Είχε δικό του μηχάνημα (μύλο) για να  κάνει τη ζάχαρη άχνη.
[52] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1147, 16-1-1937, Λαμία.
[53] Διαφημίστηκε και στο εξωτερικό κερδίζοντας σε εκθέσεις και διεθνή βραβεία.
[54] ανταγωνιστές του Μπουσίου ή πλακατζήδες (φαρσέρ) της εποχής εκείνης, έσβηναν από τις αφίσες στις κολόνες, ένα μέρος των γραμμάτων. Έτσι διάβαζε κάποιος : ΚΟΥΡΑ….ΔΕΣ   ΜΠΟΥΣΙΟΥ.
[55] Μετά τον Εμμανουήλ Καρανδρτέα, την επιχείρηση ανέλαβε ο γιος του Απόστολος. Το εργαστήριο και το Πρατήριο διανομής λειτούργησαν στη Ν.Α. γωνία των οδών Όθωνος και Λεβαδίτου (ισόγειο και υπόγειο). Η επιχείρηση αυτή έκλεισε τελικά το 2008-09 (δεν ενδιαφέρθηκαν πλέον τα παιδιά του) μετά από 80 περίπου χρόνια συνολικά.
[56] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 24-2-1937, Λαμία.
[57] δηλ.  συσκευάζονταν.
[58] Bρισκόταν επί της οδού Καρπενησίου, αριστερά, όπως βγαίνουμε απ’ την πόλη.
[59] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1256, 2-4-1938, Λαμία.
[60] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 2/4/1938, Λαμία.
[61] Ο Ρίζος Ριζόπουλος γεννήθηκε το 1870 και πέθανε το 1945, κλείνοντας μαζί και η Καπνοβιομηχανία του.
[62] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1159, 27-2-1937, Λαμία.
[63] Έτσι λεγόταν  παλιότερα  η  Τιθορέα (η Άνω Τιθορέα).
[64] Στις αρχές του 1900 υπήρχαν επίσης στη Λαμία οι βιοτεχνίες καπνού και σιγαρέττων των Μανιά και Πέτσα. Αργότερα έγιναν οι καπνοβιομηχανίες (ορθότερα καπνοβιοτεχνίες) του Π. Αιγινήτη & Σια (1924) με τα μηχανοποίητα τσιγάρα ΤΑΝΞ, του Γ. Φαρόπουλου (1927-32), του Γιαννουκάκη και του Αθαν. Γαλάνη (στην αρχή της οδού Καραϊσκάκη). Ο Αθανάσιος Γαλάνης (από το 1927) κυκλοφορούσε πακέτα τσιγάρων με το όνομα ΑΒΕΡΩΦ και την προσωπογραφία του μεγάλου ευεργέτη. (Βλ. «Η ιστορία του ελληνικού τσιγάρου», Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1997).
[65] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 24-9-1931, Λαμία.
[66] Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30, οι μεγάλες ελληνικές καπνοβιομηχανίες επεκτείνουν τις πωλήσεις τους σε όλη την Ελλάδα. Έτσι  η εταιρία «Ματσάγγος» βάζει ολοσέλιδη διαφήμιση στην εφημερίδα «Η ΕΠΑΡΧΙΑ» της Λαμίας στις 25-4-1936, για τα  «Νέα Σιγαρέττα Πολυτελείας ΜΑΤΣΑΓΓΟΥ, Μεγάλο κουτί δρχ. 14, μικρό κουτί δρχ. 7,10».
[67] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 17-2-1937, Λαμία.
[68] Βλέπε «Κωνσταντίνος Παν. Αγαθοκλής & Σία», Κων/νου Φλώρου, σελ. 52, «ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» 1987, Λαμία.
[69] «Υπάρχει  εν Λαμία μηχανικός υδρόμυλος των αδελφών Αγαθοκλέους, έν  ελαιοτριβείον κινούμενον δι’ ατμού, και εν μικρώ βαθμώ σιδηρουργεία, βυρσοδεψεία, σαπωνοποιεία και οινοπνευματοποιεία …», από το βιβλίο «ΦΘΙΩΤΙΣ» του Ιωάν. Βορτσέλα – Αθήνα 1907.
[70] «… οι τελευταίοι μέτοχοι του εργοστασίου και λοιπών παραρτημάτων, παρά την θέσιν «Μύλοι» Λαμίας και κληρονόμοι των Σωτηρίου και Γεωργίου Π. Αγαθοκλή, πούλησαν πάντα ταύτα προς τους Απόστολον Τσίκαν, δερματέμπορον και Ανάργυρον Τσαμάχον, έμπορον, κατοίκους Λαμίας. Αργότερα, οι αγοραστές αυτοί, πούλησαν αυτά τα ακίνητα προς τους Κρόκον και Μουζέλην, οι οποίοι από το 1923 ασκούσαν από κοινού εμπορικές επιχειρήσεις στη Λαμία  και οι οποίοι κράτησαν στη ζωή για αρκετά χρόνια το εργοστάσιο πρώην Αγαθοκλή, αφού έδωσαν κάποια διαφορετική μορφή, από απόψεως παραγωγής προϊόντων …» (Βλέπε «Κωνσταντίνος Παν. Αγαθοκλής και Σία» του Κων/νου Φλώρου – «Φθιωτικά Χρονικά 1987», σελ. 52-53, Λαμία).
[71] Απεβίωσε στις 10-7-1940.
[72] Οι Κ. Κρόκος & αδελφοί Μουζέλη, είχαν την ομώνυμη Τράπεζα στη Λαμία (οδός Κολοκοτρώνη και Λυκούργου) από το 1886. Τη  δεκαετία του ’20 δημιούργησαν και υποκατάστημα της Τράπεζας στον Πειραιά (οδός Μιαούλη 21). [Βλ. εφημ. «Η ΛΑΜΙΑΚΗ», φύλ. 15, 26-2-1925, Λαμία].
[73] Βλ.  «Ηλεκτρική εταιρία Λαμίας», Κων/νου  Μπαλωμένου, ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 2003, Λαμία.
[74] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1148, 20-1-1937, Λαμία.
[75] Εφημ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φύλ. 1164, 22-3-1936, Λαμία.
[76] Διέθετε και αλωνιστικό συγκρότημα (με αλωνιστική μηχανή ή αλλιώς πατόζα, κ.ά.).
[77] Δυστυχώς μέχρι το 2002, το κτίριο αυτό δεν είχε τελειώσει, δηλ. μετά από 65 χρόνια! Στα μέσα του 2002 το γκρέμισαν και στη θέση του έγινε πολυώροφο κτίριο.
[78] Εφημ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 6-1-1937, Λαμία.
[79] Καλαμποκέλαιο τότε δεν κυκλοφορούσε στο εμπόριο. Το καλαμπόκι ήταν βασική τροφή του λαού (έφτιαχνε μπομπότα, δηλ. ένα είδος ψωμιού) και μάλιστα δεν επαρκούσε. Το βαμβακέλαιο ήταν φτηνότερο από το ελαιόλαδο. Το χρησιμοποιούσαν στα εστιατόρια. Ο λαός το αναμίγνυε με το ελαιόλαδο για να έχει έτσι φτηνότερο λάδι.
[80] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 6 Μαρτίου1937, Λαμία.
[81] Τα σαπούνια του εργοστασίου Τσιπούρα, που διέθετε στο εμπόριο ο Συνεταιρισμός «Αδελφωσύνη», στην οδό Σατωβριάνδου, την περίοδο 1936-40, είχαν επάνω τους τη φίρμα «Αδελφωσύνη». Η «Αδελφωσύνη» ήταν συνεταιρισμός μικρών μπακάλικων,  που έκανε χονδρικό εμπόριο, τροφοδοτώντας τα άλλα μαγαζιά της περιοχής.
[82] Από το όνομα του Βέλγου Solvay, που ανακάλυψε τη χημική μέθοδο παρασκευής της σόδας από αμμωνία. Από τη σόδα, γινόταν η καυστική ποτάσα (μαζί με ασβέστη των καμινιών).
[83] Ήταν και αντιπρόσωπος της γερμανικής εταιρίας μηχανών και αυτοκινήτων Deutz.
[84] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1066, 20 Μαρτίου 1937, Λαμία.
[85] εφ.  «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», Απρίλιος 1936, Λαμία.
[86] Το αλάτι του Ελληνικού Μονοπωλείου (προερχόταν από τις αλυκές) είχε τη μισή σχεδόν τιμή από το καθαρισμένο.
[87] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ»,  14 Απριλίου 1937, Λαμία.
[88] Το κτίριο (είναι διατηρητέο) υπάρχει και σήμερα. Είναι στη δεξιά (ή τη βόρεια) γωνία της οδού Σκληβανιώτου,  στην Πλατεία Ελευθερίας.
[89] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ»,  29 Μαΐου1937, Λαμία.
[90] Τη δεκαετία του ’30, έφτιαχνε καροσερί αυτοκινήτων και ο Γεώργιος Τζοβανάκης, στην οδό Καποδιστρίου  (εκεί  που σήμερα είναι το super market  Μαρινόπουλος).
[91] Είχε 3 γιους, που δούλευαν μαζί του (ο Θανάσης, ο Τάσος κι άλλος ένας). Είχε και μια κόρη.
[92] Με πίεση 30 λίμπρες.
[93] Σ.Ε.Κ. = Σιδηρόδρομοι Ελληνικού  Κράτους. Η σημερινή ονομασία είναι Ο.Σ.Ε.
[94] εφ.  «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 2 Φεβρουαρίου 1935, 22 Αυγούστου 1935, 5 Μαΐου1936, Λαμία.
[95] Δεν μιλάμε για βιομηχανία, ούτε καν βιοτεχνία. Ήταν ένα εργαστήριο, στο πίσω μέρος του μαγαζιού.
[96] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1306, 19 Νοεμβρίου 1938, Λαμία.
[97] Στο μηχανουργείο του Ιωσήφ δούλευε και ο Νικόλαος Κοτρωνιάς, πατέρας του σημερινού δημάρχου Λαμίας. Μετά  άνοιξε δικό του μηχανουργείο στην οδό Θερμοπυλών.
[98] Εφημ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 6 Φεβρουαρίου 1929, Λαμία.
[99] Ο Ιωάννης Κρανάκης ήταν πριν αξιωματικός και μετά επιχειρηματίας, με πρωτοποριακό για την εποχή του συγκρότημα Νερόμυλων και Παγοποιείου στο Φραντζόμυλο. Για το Παγοποιείο έλεγαν ότι είχε ολόκληρη επένδυση στους τοίχους από φελλό, κι ότι παρόμοια ήταν τότε άλλα δύο στην Ελλάδα. (Από το βιβλίο «Τα Σαϊπαίϊκα» της Μαρίας Πολυμεροπούλου-Τζιβελέκη, Λαμία, 1994).
[100] Δούλευε ο Κων/νος Κούτλας και  άλλοι. Τον Κων. Κούτλα τον έλεγαν «σιδεροφάγο».
[101] Από την αρχή σχεδόν της οδού Έσλιν, το  βιομηχανικό συγκρότημα Ιωσήφ περιλάμβανε με τη σειρά : το Καροποιείο, μετά ήταν το Σιδηρουργείο , στη συνέχεια  το Χυτήριο και μετά  το  Μηχανουργείο . Στη γωνία  με την οδό Δροσοπούλου φτιάχτηκε το Πρατήριο (κατάστημα), όπου υπήρχαν έτοιμα μηχανήματα και εργαλεία  για πώληση (εμπόριο).
[102] Και άλλοι επιχειρηματίες της Λαμίας ανέλαβαν τότε αντιπροσωπείες, όπως  ο Νικόλαος Δ. Δούκας (το 1932), που διέθετε γεωργικά μηχανήματα  εργοστασίων της Ε.Σ.Σ.Δ. (της τότε Σοβιετικής Ένωσης). [Βλ. διαφήμιση στην εφημ. «Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ», φ. 7, 21 Σεπτ. 1932, Λαμία].
[103] εφ. «Η ΛΑΜΙΑΚΗ», 26 Φεβρουαρίου 1925, Λαμία.
[104] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», 24 Σεπτεμβρίου 1931, Λαμία.
[105] Έλεγαν τότε :  «θέλεις κάποιο εξάρτημα ή εργαλείο ;  Τράβα  στον Ιωσήφ  και θα στο φτιάξει» !!
[106] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1147, 16 Ιανουαρίου1937, Λαμία.
[107] Έμενε στη γωνία των οδών Πατρόκλου και Λεωσθένους-Δεδούση. Πέθανε το 1944. Είχε 2 παιδιά, το Σταύρο (που πέθανε το 1969)  και τον Ανάργυρο (που πέθανε το 1965, σε ηλικία 53  ετών).
[108] Από Ειδοποίηση, στην εφ. «ΘΕΡΜΟΠΥΛΑΙ», έτος 23ο ,  φ. 249, Λαμία, όπου γράφει «Ποιούμεν γνωστόν τω Σω κοινώ και τη αξιοτίμω πελατεία μας, ότι το Ξυλεμπορικόν Κατάστημα ΗΛΙΑ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ μεταφερθέν εις το ιδιόκτητον κατάστημά μας, έναντι των Δικαστηρίων (άλλοτε Σκληβανιώτου). Εμπλουτίσαμεν αυτό με Ξυλείαν διαφόρων διαστάσεων και ποιοτήτων Ευρώπης και εγχωρίου Βιομηχανίας, ως και είδη Σαγματοποιΐας».  Σημ. Ο Ηλίας Θεοδοσίου δεν ξέχασε το παλιό του επάγγελμα (ήταν σαμαράς) !
[109] Μεταπολεμικά, οι υιοί Θεοδοσίου έφτιαξαν πάλι το εργοστάσιο ξυλείας. Ένα μέρος της ιδιοκτησίας του (προς την οδό Λεωσθένους & Δεδούση) το πούλησαν στο γιατρό Ηρακλή Τσακατίκα, που το έκανε Κλινική.
[110] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1255, 28 Μαρτίου 1938, Λαμία.
[111] εφ. «Η ΕΠΑΡΧΙΑ», φ. 1349, 14 Μαΐου 1939, Λαμία.

1 σχόλιο:

  1. Για τις νεοτερες γενιες και τους νεοκοπους υπουργους τι σημαινει αυταρκεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή