"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/12/25

Το μαγικό μαντίλι και το αερικό σκουφάκι

Χριστουγεννιάτικη ιστορία 

 του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου

 


   Στα παλιά τα χρόνια, στα χρόνια του μύθου και των παραμυθιών, ήταν στα δικά μας χώματα, σ’ ένα χωριό, ένας περιβολάρης, γέρος και είχε έναν γιο, δυνατό κι όμορφο παλικάρι.

   Πατέρας και γιος δουλεύαν σκληρά στο μεγάλο περιβόλι τους, για να ’χουν πάντοτε ένα πιάτο φαΐ πάνω στο τραπέζι. Σκάβαν βαθιά το χώμα και σπέρνανε όσπρια, σιτάρι και καλαμπόκι, φυτεύαν ζαρζαβατικά και λαχανικά, πολλά εποχικά οπωρικά, κλαδεύαν τις ελιές τους και τ’ αμπέλι τους, και δεν αφήναν να περάσει μέρα που να μη δοξάζουν το Χριστό για τα τρία βασικά αγαθά, που τους χάριζε κάθε χρονιά, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον.

   Μα εμπήκε  χρόνος δίσεκτος και μήνας οργισμένος. Ανοίξαν διάπλατα οι μαυρισμένοι ουρανοί και κατακλυσμός Κυρίου με δρολάπια και χοντρά χαλάζια “έπνιξε ” το περιβόλι, το ’κανε ποτάμι και βαθιά λίμνη. Κι ύστερα, σε λιγάκι σαν ήρθε κι εκείνος ο καταραμένος καυτός αέρας, ο γαρμπής, ο λίβας, που έβραζε τον τόπο, τα σάρωσε όλα, τα κατάκαψε όλα, και τα σπαρτά και τις ελιές και το αμπέλι, δεν άφησε τίποτα όρθιο, το περιβόλι έγινε έρημη γη, ανεμοσκόρπι και πήγε κατά διαόλου με τα αποκαΐδια και τις  στάχτες  του.

    Ο γερο-περιβολάρης έπεσε του θανατά. Αρρώστησε βαριά, που οι τόσοι κόποι του πήγαν χαμένοι. Καλύτερα να πέθαινα, έλεγε, παρά να δω με τα μάτια μου αυτήν την καταστροφή!

15/12/24

Της Μοίρας τα γραμμένα κι ο Χριστός

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου, φιλολόγου-λογοτέχνη

 

   Στα παλιά τα χρόνια του μύθου και των παραμυθιών, ήταν στα δικά μας χώματα, σ’ ένα χωριό, ένα αντρόγυνο. Φτωχό το νοικοκυριό τους και βαριά και αβάσταχτη η ζωή τους. Μ’ ένα χωραφάκι σχεδόν μπαΐρι, που πότε-πότε κάρπιζε, ένα γαϊδουράκι, μια κατσίκα με τα κατσικάκια της κι κάμποσα ορνίθια στο κοτέτσι τους, παλεύαν να τα βγάλουν πέρα στη ζωή.

   Η γυναίκα του νοικοκύρη ήταν πολύ βασανισμένη και φαρμακωμένη. Κρυφό μαράζι είχε και μυστικό σαράκι κατέτρωγε τα σωθικά της. Δεν είχε αποκτήσει παιδί. Και νύχτα-μέρα δυνάμωνε τις προσευχές της στον Χριστό να της χαρίσει ένα παιδί. Συχνά-πυκνά πήγαινε πρόσφορα στην Εκκλησία, άναβε κεράκια και λαμπάδες, οδοιπορούσε στου χωριού το εξωκκλήσι της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας κι άναβε τα καντηλάκια της, σάρωνε τον άγιο χώρο της, πότιζε τα δένδρα της, φρόντιζε τα λουλούδια της και δίπλωνε τα παρακάλια της να της δώσει ο Χριστός ένα παιδί που τόσο λαχταρούσε.

   Κι ο Χριστός που τα βλέπει και τ’ ακούει όλα, είδε τη δυνατή πίστη και την καθαρή καρδιά της γυναίκας, την ελέησε και η γυναίκα κίνησε έγκυος. Σε λίγους μήνες, κοντά στα Χριστούγεννα, θα κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της.

   Εκείνα τα χρόνια του μύθου και των παραμυθιών, ο Χριστός κατέβαινε στη γη, στα χωριά, μίλαγε με τους ανθρώπους που ήταν καθαροί, πιστοί και καλόψυχοι.

   Κάθε χρόνο, Παραμονή Χριστουγέννων, την Άγια Νύχτα, ο Χριστός πήγαινε μουσαφίρης σε κάποιο σπίτι των χωριών.

21/11/24

Α Ρ Ι Σ Τ Ε Ι Α

 Συμβολή στην επέτειο της Εθνικής Αντίστασης

 Διήγημα του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου, λογοτέχνη-φιλολόγου

 

   Μεσημεράκι θάταν, όταν έφτασε η μεγάλη είδηση. Ο φιλόλογός μας, ο κυρ Έλληνας, σύνδεσμος των ανταρτών από τους πρώτους, ντελάλισε σ’ όλους τους μαχαλάδες του χωριού, σαν άλλος Φειδιππίδης, το θεότρελο κατόρθωμά μας: “Ανατινάχτηκε η γέφυρα! Ανατινάχτηκε η γέφυρα! Καλή Λευτεριά! Ο φασισμός δεν θα περάσει!”

Ο ηθοποιός του ΔΗΠΕΘΕΡ Άρης Τσιούνης διαβάζει την ΑΡΙΣΤΕΙΑ
   Ξαλάφρωσε η καρδιά μας και γέλασε το φαρμακωμένο μας τ’ αχείλι. Διασίδι γίναμε στο χοροστάσι του χωριού κι αγκαλιαζόμασταν σαν στο Χριστός Ανέστη και κλαίγαμε από χαρά. Και στα ταίρια της, Χριστέ μου, λέγαμε, και στα ταίρια της! Κι υψώναμε ψηλά στον ουρανό, με πολεμάρχο τον κυρ Έλληνα, τα ταπεινά μας όπλα, ότι αυτά μας είχαν απομείνει, το τσεκούρι, τη βουκέντρα, το σκαλιστήρι, το σκεπάρνι, τη βαριά, το ξυλοφάι, το αρνάρι, τον κασμά, τον λοστό, το αμόνι, το ακόνι, το σφυράκι, τον σουβλιά, το δρεπάνι, την κοσιά, την πιρούνα, το χαντζάρι, το κλαδευτήρι, το δικέλλι, να τα βλογήσει η Λευτεριά, τώρα που ήρθε ανάμεσό μας.

   Και τα κορίτσια μας ανοίγαν τα προικιάρικα σεντούκια τους και στόλιζαν τα πορτόφυλλα και πορτοπαραθύρια με τα γαμήλια δώρα τους, χάρισμα κι αυτά στη Λευτεριά, γιατί όπως ελέγαν, σαν ελευθερωθούμε απ’ όλα κάμνουνε.

 

6/12/23

Ο ΠΡΟΒΑΤΑΡΗΣ, Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

                                                            Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου

 

   Στα παλιά τα χρόνια, στα χρόνια των παραμυθιών ήταν στα δικά μας χώματα ένας προβατάρης που είχε ένα κοπάδι πρόβατα σε μια στάνη, κι εκεί κοντά σ’ αυτήν ένα μικρό καλύβι για τον εαυτό του. Αγαπούσε πολύ τα ζωντανά του και πάσχιζε να τα περιποιείται, να τα νοιάζεται και να τα φροντίζει απλόχερα νύχτα - μέρα. Να τα βόσκει, να τα ταΐζει, να τα ποτίζει, να τα αρμέγει, να τα οδηγεί στον σκάρο και στον στάλο, να καθαρίζει τον οβορό δηλ. τον βορβορότοπο της στάνης σαν νέος Ηρακλής που καθάρισε την κόπρο τού Αυγεία, να τα σιγονανουρίζει με τη φλογέρα του σ’ ένα μουσικο - μυστικό αίσθημα, πλημμυρισμένο ολόγυρα, και εν τέλει να τα βλέπει χαρούμενα να ησυχάζουν, να κλείνουν τα ματάκια τους και να καταλαγιάζουν.

3/4/23

ΠΑΝΩ Σ' ΕΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ

 

του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου, φιλολόγου


 

    Όσα εικονοστάσια κι αν είδα κι αν απάντησα, σαν το εικονισματάκι τής Αγίας Αικατερίνης, της παραγκούλας των Μικρασιατών προσφύγων Στυλίδας δεν αγάπησα.

   Άγιο - θεμελιωμένο, πυργάκι ξακουστό, δυο οργιές τού ψήλου, μια οργιά πλατύ, λαμπροστολισμένο κτίσμα λαϊκό, σε αιγαιοπελαγίτικο - Ανατολής ρυθμό, ασβεστοασπρισμένο και στην κορφή σταυρό, αείφωτο καντήλι, φως αληθινό και η πορτούλα του ν’ αστράφτει μάλαμα.

Η παραγκούλα της Αγ. Αικατερίνης  (1958)

Αρχείο Δέσποινας Λαΐνα
   Αυτό το ιλαρόν φως, λαμπάδα, φανός, άστρον πεσμένον να τρεμουλιάζει εκεί στο πορτάκι τού προσκυνηταρίου, εκεί στο βάθος τής μελανωμένης εικόνας των πρώτων θρησκευτικών μου χρόνων και παραστάσεων, σημάδεψε τη ζωή μου κι ένιωθα την περιέργεια να το παρατηρήσω προσεκτικά, να το εξετάσω από κοντά - τι είναι αυτό το φως - σαν τον Μάνο τού Κορωνιού που ησθάνετο την επιθυμίαν να το κυνηγήσει, εκείνο το μελαγχολικό φως, εκείνο το μυστηριώδες φέγγος ανάμεσα εις τα δύο χλοερά νησάκια, όπως γράφει στο “Άνθος του Γιαλού” του ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

   Το 1950, αφού η οικογένειά μας για να επιβιώσει φώλιασε εδώ κι εκεί, σε πολλές και διάφορες ποντικότρυπες της Στυλίδας, λόγω μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής ταραγμένης περιόδου, ο πατέρας μου με “Συμφωνητικόν” αγόρασε από τον Αυλακιώτη Δημήτριο Ψάρρη, πέραν του δευτέρου Συνοικισμού των Μικρασιατών προσφύγων, ένα οικόπεδο με ένα μικρούτσικο σπιτάκι και το μαγειρειό αντί 3.500.000 εκατομμυρίων.

26/11/22

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Το αγγελάκι

 

                                                                    του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου

 

   1958. Μια ξεχωριστή χρονιά για τη μικρή μας πόλη. Ιδρύεται Γυμνάσιον Στυλίδος και χαρά μεγάλη σε μας τους αποφοίτους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου. Με εισιτήριες εξετάσεις τον Ιούλιο του ’58, να ’μαι κι εγώ μαθητής της Α’ τάξεως του Γυμνασίου Στυλίδος, το Φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.

   Εφηβάκι - βραχνοκοκοράκι (λόγω μεταφώνησης) και ποιος με πιάνει.

   Με το πηλήκιο της σοφής μου κουκουβάγιας, πλαισιωμένης εκατέρωθεν με τα μεταλλικά γράμματα Γ.Σ. (Γυμνάσιο Στυλίδος ή γάιδαρος σαμαρωμένος, όπως μας παίρναν κάποιοι στο ψιλό, ως είναι το συνήθειό τους, οι απαίσιοι), φούσκωνα από περηφάνια και καμάρι που κι εγώ έμπαινα στον ναό της Γνώσης και επένδυα στα Γράμματα και τη θεραπευτική δύναμη της Παιδείας.

   Είχα μια προδιάθεση Νίκης... Αυστηρό το Γυμνάσιο, αυστηροί και οι καθηγητές (Νικολακοπούλου, φιλόλογος, Καρτσακλής, φιλόλογος, Κουτρούμπας, μαθηματικός, Νάκος, φυσικός), αφοσιωνόμουνα με αγάπη κι ευχαρίστηση στα μαθήματα εκείνα που πολλά είχαν να πουν στα ενδιαφέροντά μου.

   Εξηγούμαι, τα φιλολογικά. Τα διάβαζα μετά μανίας, τα ερευνούσα, τα αποστήθιζα, γιατί υφάρπαζαν το μυαλό και την ψυχούλα μου και μου υπόσχονταν κάτι καλό και σοφό για το μέλλον μου.

   Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του ’58 και οι καθηγητές μας μάς είπαν να φέρουμε όλοι στο Σχολείο από ένα τάλιρο για να αγοράσουμε δώρα, παιχνίδια και λαμπιόνια χριστουγεννιάτικα και να τα κληρώσουμε παραμονές των Χριστουγέννων σε όλα τα παιδιά. Για μας τους φτωχούς μαθητές με τα μπαλωμένα παντελόνια, τα τρύπια παπούτσια και τα λερά και σχισμένα πανωφόρια ήταν ασήκωτο ποσόν.

8/8/22

Ο Ι Γ Ε Ρ Ο Ι

του Δημήτρη Καραθεοδώρου, φιλολόγου

 

       Απ’ τις δυο κορφές της Λιάκουρας τη χαμηλότερη τη λένε Γεροντόβραχο. Εκεί ανέβαζαν οι γιοί τους πατεράδες τους όταν παραγερνούσαν, τούς έβαναν σε ένα καλάθι και τους εγκρέμιζαν απ’ την κορφή στη θάλασσα. Μια φορά ένας γέρος κει που τον έβανε ο γιος του στο καλάθι τού λέει : «φύλαξέ το το καλάθι, γιέ μου, γιατί θα χρειαστεί και στα παιδιά σου, όταν γεράσεις». Αυτά τα λόγια τον έφεραν το γιό του σε συναίσθηση, και δεν εγκρέμισε τον πατέρα του. Από τότε παράτησαν αυτή τη συνήθεια όλοι.(1)

      Κι’ όμως δεν παρατήσαμε τη συνήθεια αυτή όλοι;