"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΠΟΡΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΠΟΡΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/9/26

Εμμανουήλ (Μανώλης) Παπαδημητρόπουλος (1941-2026)

 Κωνσταντίνου Αθ. Μπαλωμένου, φυσικού

 

   Γεννήθηκε στη Λαμία. Γονείς του ήταν ο Ευθύμιος (1900-1963) και η Λουκία (1910-1992). Ο πατέρας του το 1920, με ομάδα άλλων νέων εστάλη από την κυβέρνηση Ελευθ. Βενιζέλου στη Γαλλία για να μάθουν την τέχνη των οπτικών φακών, σε πρόγραμμα εκπαίδευσης. Τα γεγονότα στην Ελλάδα την περίοδο 1920-22 δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση της επιμόρφωσης.

   Το 1932 ο Ευθύμιος Παπαδημητρόπουλος αξιοποίησε τη γνώση του και άνοιξε το πρώτο κατάστημα οπτικών ειδών στη Λαμία. Ήταν ένα μικρό νοικιασμένο μαγαζί (ιδιοκτησίας Δροσοπούλου) στην ανατολική πλευρά της πλατείας Πάρκου (δίπλα ήταν το φαρμακείο Γ. Πιπιλίγκα), με πωλήσεις και επισκευές γυαλιών κυρίως. Βοηθούσε η σύζυγός του και αργότερα τα παιδιά του.

19/11/25

Δημήτριος Λέτσος (1935-2024)

 Αυτοδημιούργητοι επαγγελματίες της Λαμίας

 του Κωνσταντίνου Αθ. Μπαλωμένου, φυσικού

 

   Γεννήθηκε στο Κυριακοχώρι Σπερχειάδας στις 31 Δεκεμβρίου 1935. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Ελένη. Ο πατέρας του πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο και στις 19 Μαρτίου 1941 φονεύτηκε στην Πεστάνη.

Δημ. Λέτσος
   Ο Δημήτριος, μαζί με τον αδερφό του Νικόλαο και τη μητέρα τους εγκαταστάθηκαν στη Λαμία. Ο Δημήτριος ασχολήθηκε με το εμπόριο ρούχων. Το πρώτο του μαγαζί ήταν στην οδό Χαντζοπούλου, όπου ήταν γνωστά τότε μαγαζιά με το όνομα παλιαντζίδικα. Παράλληλα συμμετείχε και σε άλλες εμπορικές αγορές, όπως το περίφημο ετήσιο παζάρι της Σπερχειάδας. Τα μεταπολεμικά χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά τα κατάφερε. Είχε σημαντική βοήθεια από τη σύζυγό του Μαρία και τις δύο κόρες του (Ελένη, Αικατερίνη).

  Από τη δεκαετία του ’60 άρχισε η εισαγωγή τζιν των γνωστών ξένων εταιριών Levis, Lee, Cooper, Billardi, Robe di Cappa, κλπ. Το κατάστημα γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, η οποία κορυφώθηκε στις επόμενες δεκαετίες του ’70 και του ’80.

21/7/23

Η σχεδίαση της Νέας Αγοράς Λαμίας

 

Ένα δημοτικό όνειρο

 

1.  Η παλιά Δημοτική Αγορά Λαμίας

Η κεντρική πύλη εισόδου το 2011 (οδός Όθωνος)
   Ήταν περίπου 95 χρόνια πριν,όταν είχε εκλεγεί ο οραματιστής Δήμαρχος Λαμίας Ιωάννης Μακρόπουλος για την τετραετία 1925-29. Το δημοτικό του πρόγραμμα μεταξύ άλλων περιλάμβανε την κατασκευή δημοτικής αγοράς, για τη συγκέντρωση κρεοπωλείων, ιχθυοπωλείων και λαχανοπωλείων και την εξασφάλιση υγιεινής επαγγελματικής στέγης σε πολλούς επαγγελματίες, αποτελώντας απαραίτητο έργο για την εξυγίανση της πόλεως. Τη μελέτη ανέλαβε ο μηχανικός Χρ. Σαδούκας και περιλάμβανε 47 καταστήματα. Εγκρίθηκε στις 27 Αυγούστου 1929παμψηφεί, από το Δημοτικό Συμβούλιο Λαμίας.

Όμως το έργο υλοποιήθηκε με την κατασκευή 50 μικρών καταστημάτων, τον Ιούνιο του 1936, με δήμαρχο το Σπύρο Πετρόπουλο. Με πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Λαμίας, όλα τα Κρεοπωλεία, Ιχθυοπωλεία και Οπωρολαχανοπωλεία υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στη Δημοτική Αγορά όπου στις 19-3-1937 έγιναν τα εγκαίνια αυτής και άρχισε πλέον τη λειτουργία της.

   Η παλιά Δημοτική Αγορά Λαμίας λειτούργησε ικανοποιητικά μέχρι στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Όμως, χωρίς ανακαίνιση και βελτιώσεις στα παλιά μικρά καταστήματα, άνοιξαν νέα (κρεοπωλεία, κλπ.) εκτός της Δημοτικής Αγοράς, η δε πληθυσμιακή αύξηση της πόλης με την ανάπτυξη των συνοικιών, δημιούργησε τοπικές αγορές. Η νέα απόφαση του δήμου (δεκαετία του ’60)  για υποχρεωτική λειτουργία των κρεοπωλείων μόνο στη δημοτική αγορά δεν απέδωσε. Η πλήρης εγκατάλειψη των κτιρίων της δημοτικής αγοράς στη συνέχεια,, ενός συνόλου χαρακτηριστικού μιας εποχής, που έφερε το δικό της χρώμα στην πόλη, με ευθύνη κυρίως όσων υπηρέτησαν την τοπική αυτοδιοίκηση και πρώτιστα των δημάρχων, έφερε το τέλος.

   Η τύχη της Αγοράς είχε κριθεί, εφόσον ξεπεράστηκε στο χρόνο και δεν ήταν χρηστική πλέον. Ακολούθησε η απόφαση στο 2006 για κατεδάφιση στα μεσαία κτίρια και το 2011 τα περιφερειακά. Απέμεινε μέχρι σήμερα ως χώρος στάθμευσης και αισθητικά μια πληγή στον ιστό της πόλης.

24/10/22

Μνήμη Βασιλείου Ι. Φαρμάκη (1934-2022)

 

Σ’ έναν πρωτοπόρο έμπορο

   Η ευγένεια σε μερικούς ανθρώπους είναι έμφυτη, αλλά αναδεικνύεται μέσα στις δυσκολίες της ζωής ως ιδιαίτερο γνώρισμα. Ως επαγγελματίας για αρκετές δεκαετίες σε κεντρικές θέσεις της Λαμίας ήταν κοινωνικά αναγνωρίσιμος, με μεγάλη εκτίμηση για το έργο του.

   Γεννήθηκε στην Παύλιανη το 1934. Ο πατέρας του λεγόταν Ιωάννης και η μητέρα του Ειρήνη. Ο πατέρας του ήταν αγρότης και παράλληλα αγωγιάτης. Η οικογένεια είχε 6 παιδιά (Βαγγελιώ, Γεωργία, Βασίλης, Θανάσης, Νίκος και Κώστας).

   Τα παιδικά χρόνια του Βασίλη συνέπεσαν με τη σκληρή Κατοχή και το αντάρτικο. Ακολούθησε ο Εμφύλιος. Ο Βασίλης τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο της Παύλιανης, που είχε τότε 300 παιδιά με 4 δασκάλους. Το 1947, όλη η οικογένεια μετακινήθηκε υποχρεωτικά στη Λαμία.

14/1/22

Ιωάννης Παπαλέξης (1889-1957)

 

Ένας πετυχημένος μετανάστης και έμπορος

 

Ιωάν. Παπαλέξης (1912)

   Γεννήθηκε το 1889 στη Βαρυμπόπη (Μακρακώμη). Οι γονείς του ονομάζονταν Ευάγγελος και Αικατερίνη. Το 1912 πήγε μετανάστης στην Αμερική, με προορισμό την πόλη Έλυ (Ely) της Νεβάδα.

   Επέστρεψε το ίδιο έτος και κατατάχθηκε στο στρατό ως εθελοντής. Έλαβε μέρος στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο υπηρετώντας στο 3ο Τάγμα του 2ου Συντάγματος Πεζικού της Λαμίας (με διοικητή τον Αλκιβιάδη Οικονομίδη). Με το βαθμό του υποδεκανέα έλαβε μέρος στις φονικές μάχες που έγιναν στα Στενά της Κρέσνας, στο Σιμιτλή και στα υψώματα της Άνω Τζουμαγιάς. Του απονεμήθηκε Αναμνηστικό Μετάλλιο.

   Σε ηλικία 25 ετών, στις 2 Μαΐου 1914, από το λιμάνι Πάτρας, έφυγε πάλι - με το πλοίο Laconia (1912) - και στις 17 Μαΐου έφτασε στην Αμερική, με προορισμό το Σικάγο, κοντά στον ξάδερφό του Λούη Σοφιανό. Ως επάγγελμα αρχικά δήλωσε μάγειρας (cook)!

9/12/20

Οικογένειες και Καταστήματα Ριζοκώστα

Παλιά χαρακτηριστικά μαγαζιά της Λαμίας που έκλεισαν

 


Χρήστος Ριζοκώστας
     Ο γενάρχης της οικογένειας λεγόταν Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος και καταγόταν απ’ το Μοσχοχώρι. Το αρχικό επώνυμο Αργυρόπουλος κατέληξε σε Ριζοκώστας[1]. Η γυναίκα του λεγόταν Αικατερίνη Βάρσου και είχε γεννηθεί στη Ροδίτσα. Παντρεύτηκαν το 1892 στο Μοσχοχώρι. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Κωνσταντίνος Ριζοκώστας αγόρασε ένα οικόπεδο στη βόρεια γωνία των οδών Αμφίσσης (σήμερα Λεωνίδου) και Παλαιολόγου, όπου έχτισε Χάνι.

    Απέκτησε τρία παιδιά, το Δημήτριο (1894-1944), το Χρήστο (1895-1979) και μια κόρη (Πολυξένη). Ο Δημήτριος εργάστηκε στο Χάνι, ενώ ο Χρήστος πήγε στην Αθήνα, όπου έμαθε μηχανικός αυτοκινήτων και απέκτησε ιδιόκτητο λεωφορείο στη γραμμή Αθήνα-Πειραιά.

    Το Χάνι είχε πελατεία[2] από την περιοχή της βόρειας Λοκρίδας (Μώλο, Άντερρα, Καινούργιο, Άγιο Κωνσταντίνο και Άγιο Σεραφείμ). Επίσης έμεναν και μαθητές από αυτά τα χωριά που πήγαιναν στο Γυμνάσιο Λαμίας. Όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα αυτοκίνητα, μερικοί (από συνήθεια) τα άφηναν στα Χάνια, όπως ο κτηματίας Πέτρος Βασιλείου από τον Άγιο Κωνσταντίνο, που είχε ένα από τα πρώτα τότε Ford, το άφηνε στο Χάνι Ριζοκώστα.

16/3/20

Βιογραφικά στεγασμένων εμπόρων της Λαμίας


μέχρι τα μέσα του 20ού αι.



Πρόλογος


   Σε συνέχεια της εργασίας με τίτλο “Στεγασμένοι έμποροι της Λαμίας, μέχρι τα μέσα του 20ού αι.”, και για όσους εμπόρους βρέθηκαν κάποια στοιχεία, θα δοθούν αναλόγως κάποια σύντομα βιογραφικά τους. Θα αποτελέσει ένα τρόπο για καλύτερη γνωριμία. Επίσης - όπου υπάρχει - θα δοθεί και φωτογραφία τους.

Κωνσταντίνος Αθ. Μπαλωμένος
               φυσικός

---

Βιογραφικά (σε αλφαβητική σειρά επωνύμων)


Γεώργιος Αμπλιανίτης (1876-1946): Γεννήθηκε στη Δίβρη. Από μικρός έμαθε την τέχνη του ράπτη και ήταν συγγενής με τον περίφημο ελληνοράπτη Κωνσταντίνο Αμπλιανίτη (1865-1950). Ήρθε στη Λαμία και άνοιξε εμπορικό κατάστημα με υφάσματα. Συνεταιρίστηκε με το συμπατριώτη του Επαμεινώνδα Δημ. Καραπατάκη (από τη Δίβρη) και από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα είχε μεγάλο εμπορικό κατάστημα  με ανδρικά είδη, στην πλατεία Ελευθερίας (στη βόρεια γωνία, που δίπλα έχει σκαλάκια προς τα δημοτικά ουρητήρια). Το κατάστημα είχε τη φίρμα “Γεώργιος Αμπλιανίτης[1] & Επαμεινώνδας Καραπατάκης[2]”.
   Ήταν τότε οι μεγαλύτεροι έμποροι ανδρικών ειδών στη Λαμία. Έκαναν εισαγωγές από τη Σύρο, που ήταν μεγάλο λιμάνι και διαμετακομιστικό εμπορικό κέντρο.
   Ελλείπουν άλλα στοιχεία. Ο Γεώργιος Αμπλιανίτης πέθανε το 1946, σε ηλικία 70 ετών.

23/9/18

Προϊόντα της περιοχής Ζητουνίου (Λαμίας) και λοιπής Στερεάς


(από κείμενα ξένων και Ελλήνων περιηγητών)


Στο 18ο και στο 19ο αιώνα



Προλεγόμενα


  Στη Στερεά Ελλάδα και ειδικότερα στην επαρχία Ζητουνίου[1], την προαναφερόμενη περίοδο, η κυρίαρχη παραγωγή ήταν η κτηνοτροφία. Τα τσιφλίκια στα πεδινά που ανήκαν σε Τούρκους, δεν επέτρεπαν τη γεωργική ιδιοκτησία και παραγωγή. Οι Έλληνες αυτών των περιοχών ήταν κολλήγοι (ακτήμονες αγρότες). Τα προϊόντα της κτηνοτροφίας (γάλα, τυρί, μαλλιά, κρέας, δέρματα) των ημιορεινών και ορεινών περιοχών κάλυπταν τις ανάγκες των οικογενειών (αυτοτέλεια) και επέτρεπαν κάποιο μικρό εμπόριο.
Έλληνες χωρικοί την Τουρκοκρατία (λιθογραφία)
    Στα πεδινά παράγονταν δημητριακά, στις δε πλαγιές τα αμπέλια έδιναν ποιοτικό κρασί.  Ο καπνός ήταν σημαντικό προϊόν. Άλλα είδη που παράγονταν ήταν βαμβάκι, ρύζι, μετάξι και αλάτι. Επίσης στη Στερεά Ελλάδα σημαντικά ήταν τα φυτικά προϊόντα βαφής από ριζάρι και κρεμέζι.
   Πιο αναλυτικά στοιχεία, που προέρχονται από καταγραφές των ξένων και Ελλήνων περιηγητών, την αναφερόμενη περίοδο, ακολουθούν με όσο γίνεται σύντομο τρόπο.



16/8/17

Η εταιρεία ΔΑΝΕΞ στη Στυλίδα (1949-1972)


Πρωτοποριακές εταιρείες στη Φθιώτιδα


Πρόλογος

   Είναι γνωστός ο φυσικός πλούτος της ανατολικής Φθιώτιδας, που λέγεται ελιά. Για την  περιοχή αυτή αποτελεί μονοκαλλιέργεια, με τελικό προϊόν το λάδι, αλλά και τη βρώσιμη ελιά, που έχει μεγαλύτερη εμπορική αξία. 
  Οι προπολεμικές προσπάθειες οργάνωσης των ελαιοπαραγωγών στο Συνεταιρισμό Στυλίδας από το 1920, βελτίωσαν[1] τη θέση των παραγωγών, μέχρι το 1940, αλλά δεν κατάφεραν τη δευτερογενή αξιοποίηση του προϊόντος (ελαιοτριβείο, τυποποίηση του ελαιολάδου και της βρώσιμης ελιάς), ούτε την εμπορία αυτού στο εξωτερικό. Ιδιώτες της περιοχής ίδρυσαν ελαιοτριβεία (π.χ. Λασκόπουλος, κ.ά.) και έκαναν περιορισμένες προσπάθειες εξαγωγών του προϊόντος.
  Στην παρούσα μονογραφία, θα αναφερθεί η περίπτωση του Νικολάου Τζαβούρη, του οποίου η εταιρεία ανέλαβε να καλύψει το κενό, βοηθώντας τον τόπο.


8/7/17

Η μπύρα στην Ελλάδα


Μια  ιστορία  που … πίνεται



 

Προλεγόμενα-Εισαγωγή


  Η ιστορία της μπύρας πρέπει να άρχισε 5-6 χιλιάδες χρόνια π.Χ. από τη Μεσοποταμία. Οι Αιγύπτιοι όμως την ανέπτυξαν και το 2.000 π.Χ. έφτασε στην Ευρώπη. Η μπύρα των Βαβυλωνίων ήταν γλυκιά με υπόξινη και φρουτώδη γεύση, ενώ αυτή των Αιγυπτίων ήταν σκουρόχρωμη με λίγο αλάτι και μανδραγόρα. Από τα ευρωπαϊκά μοναστήρια, πέρασε στις λαϊκές μάζες. Πρώτος το 1516 έθεσε τις προδιαγραφές για την παρασκευή μπύρας, ο Βίλχελμ IV, δούκας της Βαυαρίας, με κύρια συστατικά το νερό, τη βύνη και το λυκίσκο.
   Οι Έλληνες δεν έπιναν μπύρα, εφόσον κυριαρχούσε ο οίνος. Στην Ελλάδα ήρθε με τους Βαυαρούς του βασιλιά Όθωνα.


Από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι τις μέρες μας


   Το 1840 ιδρύθηκε στην Αθήνα το πρώτον ζυθοποιείο, για λογαριασμό των Γερμανών που υπηρετούσαν στον ελληνικό στρατό, αργότερα δε ιδρύθηκαν και άλλα δύο (μέχρι το 1850). Δεν είναι ακριβώς γνωστά τα ονόματα[1] των πρώτων αυτών ζυθοποιών. Για τον μοναδικό που υπάρχουν στοιχεία είναι ο Ιωάννης Γεωργ. Φουξ (μετέπειτα Φιξ) ο οποίος όμως ασχολήθηκε με την ζυθοποιία αρκετά αργότερα.

7/7/17

Κωνσταντίνος Παν. Αγαθοκλής


Πρωτοπόροι βιομήχανοι στη Φθιώτιδα



 

Προλεγόμενα


Κωνστ. Π. Αγαθοκλής
   Στην αρχή ήταν … η ιδέα. Είναι όμως απαραίτητο και το προχωρημένο μυαλό για να αξιοποιήσει την ιδέα. Επιπλέον χρειάζεται και ο δραστήριος χαρακτήρας, για να υλοποιήσει όσα οργάνωσε με το δημιουργικό μυαλό του. Όπως συμβαίνει στην ιστορία, για άριστο αποτέλεσμα είναι απαραίτητη η ευνοϊκή συγκυρία. Φαίνεται ότι στην οικογένεια Αγαθοκλή λειτούργησαν όλοι οι ευεργετικοί παράγοντες, για να γίνει ένα τεράστιο εργοστάσιο και μια εκτεταμένη εμπορική εταιρία, στη Φθιώτιδα και ειδικά στη Στυλίδα, μετατρέποντας το όνειρο σε πραγματικότητα.
   Στην παρούσα εργασία, θα δοθεί η προσπάθεια της οικογένειας Αγαθοκλή, με βασικό εκπρόσωπο τον Κωνσταντίνο, να λειτουργήσει στη Στυλίδα μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα, με παράλληλη εμπορική δράση, εγκαινιάζοντας  τη βιομηχανική εποχή στην κεντρική Στερεά Ελλάδα.


Α. Η αρχή και η καταστροφή


   Ο Παναγιώτης Αγαθοκλής καταγόταν από το Άργος. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου είχε κατάστημα Γενικού Εμπορίου (μεγαλομπακάλικο της εποχής). Εκεί έκανε και την οικογένειά του.
   Τέκνα του ήταν : Ηρακλής (;-1894), Κωνσταντίνος (;-1908), Σωτήριος (;-1918), Γεώργιος (;-1921), Αριστείδης[1] (;-1921) και (κόρες) Μαριγώ, Καλλιόπη (;-1902), Αρχοντούλα. Όλα τα άρρενα τέκνα ασχολήθηκαν με το εμπόριο αρχικά στον Πειραιά. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τα πρώτα χρόνια της εμπορικής δραστηριότητας της οικογένειας.

Κατάστημα Ανδρώνου, στη Λαμία


Ενάμιση αιώνα ζωής





   Ένα από τα πλέον παλαιά καταστήματα, που παραμένει στην ίδια θέση περισσότερο από έναν αιώνα είναι αυτό που ίδρυσε ο Ιωάννης Ανδρώνος, το 1871. Από τις αρχές του 20ού αι. βρίσκεται στην ίδια θέση (πρέπει να είναι μάλλον το μοναδικό στην πόλη) και συγκεκριμένα στην οδό Ρήγα Φεραίου 9 της Λαμίας. Η συνολική διάρκεια ζωής του καταστήματος είναι 144 έτη! Μετά τον ιδρυτή του Ιωάννη Ανδρώνο, το ανέλαβαν τα παιδιά του.
Το κατάστημα (φωτ. 2015, Κ.Α.Μ.)

26/8/16

Ο Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Στυλίδος


Στα προπολεμικά χρόνια



   Ιδρύθηκε το 1920 από 17 συνεταίρους. Στην αρχή περιορίστηκε σε πιστωτικές εργασίες. Με λογική και νοικοκυρεμένη διαχείριση και αποκτώντας εμπειρία κατόρθωσε σταδιακά να οργανώσει τις γεωργικές μικροεκμεταλλεύσεις των μελών του στη βάση νέων και επιστημονικών καλλιεργητικών  μεθόδων, υπερβαίνοντας τις πρωτόγονες μεθόδους καλλιέργειας και γενικά εκμεταλλεύσεις. Αυτά είχαν θετικό αποτέλεσμα στην οικονομική βελτίωση των συνεταίρων.
   Αργότερα, ο Συνεταιρισμός ενισχυμένος οικονομικά και διαρκώς αυξανόμενος σε αριθμό μελών, παρακολουθώντας και φροντίζοντας την πρόοδο των μελών του και την οικονομική τους βελτίωση, διαπίστωσε ότι σημαντικό μέρος της αξίας του προϊόντος αυτών, της ελιάς, διέφευγε από τα χέρια των παραγωγών.
Όμορφη εικόνα από τον ελαιώνα της Στυλίδας
   Όπως είναι γνωστό, η ελιά πουλιόταν συνήθως “στο δέντρο” ή “στην κόφα”. Ορισμένοι όμως παραγωγοί που διέθεταν τεχνικά μέσα για συλλογή, αλλά και χώρους για επεξεργασία του προϊόντος (διαλογή, αποθήκευση) πουλούσαν τις ελιές στους ίδιους εμπόρους σε τιμή πολύ μεγαλύτερη από όση υπολογιζόταν για τα έξοδα συλλογής, μεταφοράς, επεξεργασίας και συντήρησης. Η διαφορά αυτή, που διέφευγε από τον παραγωγό εκτιμήθηκε σε 4 δραχμές την οκά (ο υπολογισμός έγινε από τους ίδιους τους παραγωγούς).
   Εκτός όμως από τη διαφορά τιμής που χανόταν για τον παραγωγό, χανόταν και η προσωπική εργασία του ίδιου αλλά και των μελών της οικογένειάς του. Επίσης υπήρχε απώλεια σημαντικού ποσοστού της παραγωγής τους, σε σύγκριση με την πώληση “στο δέντρο”.

7/1/16

Καπνοβιομηχανίες στην ανατολική Στερεά Ελλάδα και Εύβοια



Πρόλογος


   Είναι γνωστή η ιστορία του φυτού καπνός, που έφερε ο Κολόμβος στην Ευρώπη, μετά την ανακάλυψη της Αμερικής (1492). Ήταν μια συνήθεια των Ινδιάνων που τον έκαιγαν για να εισπνεύσουν τον καπνό, για θρησκευτικούς-θεραπευτικούς λόγους. Τον ονόμαζαν tobaccos. Επιστρέφοντας ήρθε ο καπνός στην Ευρώπη. Το φυτό καλλιεργήθηκε από το 1550 στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και μετά στο Βέλγιο. Ο Γάλλος πρέσβης στην Πορτογαλία Jean Nicot, το 1560 έστειλε καπνό στην Αικατερίνη των Μεδίκων, για θεραπεία από ημικρανίες. Ακολούθησε η εξάπλωση της χρήσης του καπνού, πρώτα για θεραπευτική χρήση. Η συνήθεια του καπνίσματος διαδόθηκε σε πολλές χώρες έκτοτε.
  Στην παρούσα εργασία θα δοθούν τα (περιορισμένα δυστυχώς) στοιχεία για τις καπνοβιοτεχνίες-καπνοβιομηχανίες, που δημιουργήθηκαν στη Στερεά Ελλάδα, με όσο γίνεται σύντομο τρόπο.


1. Ο καπνός στην Ελλάδα (ποικιλίες, καλλιέργεια)


   Από τις αρχές του 16ου αιώνα ο καπνός έγινε γνωστός στην Ελλάδα, από τη Δύση. Η καπνοκαλλιέργεια άρχισε από τη Μακεδονία και τη Θράκη. Αργότερα επεκτάθηκε νοτιότερα (Λαμία, Λειβαδιά, Άργος, Καλαμάτα). Στην Ελλάδα καλλιεργήθηκαν οι ποικιλίες ανατολικού τύπου (όπως λέγονται) από τις οποίες οι πιο γνωστές είναι :
1.    Μπασμά(ς) : Παραγόταν σε Ανατ. Μακεδονία και Θράκη.
2.    Κατερίνη : προήλθε από σπόρους ποικιλίας της Σαμψούντας. Καλλιεργήθηκε στην Κατερίνη.
3.    Καμπά-Κουλάκ : Καλλιεργήθηκε σε Κεντρική-Δυτική Μακεδονία και Θράκη.
4.    Μυρωδάτα Αγρινίου.
5.    Τσεμπέλια Αγρινίου
6.    Μαύρα : Καλλιεργήθηκαν σε Θεσσαλία και Αργολίδα.
   Οι ποικιλίες αυτές διαφέρουν μεταξύ τους στο σχήμα του φύλλου, στο μέγεθος, στο χρωματισμό, στο άρωμα (αν έχουν), στη γεύση, κ.ά. Από περιοχή σε περιοχή διαφέρουν τα φύλλα και της ίδιας ποικιλίας, εφόσον είναι διαφορετική η  σύσταση του εδάφους, το υψόμετρο, η θέση, η ηλιοφάνεια.

Φύλλα καπνού
   Τα κατώτερα φύλλα του φυτού έχουν λιγότερη νικοτίνη και λιγότερη αξία. Από τη μέση του βλαστού και πάνω  αναδεικνύονται τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας (γεύση, ποιότητα, άρωμα). Υπάρχουν λεπτόφυλλες και παχύφυλλες ποικιλίες καπνού. Περισσότερα τσιγάρα δίνουν οι λεπτόφυλλες.
   Οι κλασσικές ποικιλίες των ελληνικών ανατολικών καπνών (μπασμάς, Κατερίνη, μπασμάς-κουλάκ) είναι εξαιρετικής ποιότητας με ευχάριστο άρωμα και καλή γεύση, που γίνονταν τσιγάρα είτε μεμονωμένες είτε σε χαρμάνια. Η ζήτησή τους (λόγω της υψηλής ποιότητας) ήταν πάντα πολύ μεγάλη, παρά την υψηλή τιμή αυτών των καπνών.


6/7/15

Καταστήματα τροφίμων (παντοπωλεία) της προπολεμικής Λαμίας

Πρόλογος


 Η ζωή του ανθρώπου ήταν πάντα συνδεδεμένη με ανάγκες και τον αγώνα για ικανοποίησή τους. Στις βασικές ανάγκες ανήκει η διατροφή και ακολουθούν η ένδυση, υπόδηση κι ένα σωρό άλλες. Στα παλαιότερα χρόνια κάθε οικογένεια φρόντιζε να έχει αυτονομία, τουλάχιστον στη διατροφή, εφόσον καλυπτόταν με οικόσιτα ζώα και γεωργικά προϊόντα παραγωγής της. Όμως, από τον καιρό που ο άνθρωπος άφησε την πρωτογενή παραγωγή και ασχολήθηκε με άλλα επαγγέλματα, είχε ανάγκη να προμηθεύεται τα αναγκαία αγαθά. Αυτός ήταν ο ρόλος του εμπορίου, που γρήγορα αναπτύχθηκε δημιουργώντας την αγορά. Στην παρούσα εργασία θα αναφερθούμε στο στεγασμένο εμπόριο τροφίμων και άλλων βασικών ειδών (καταστήματα γνωστά ως παντοπωλεία) της προπολεμικής Λαμίας.


 1. Εμπορικά καταστήματα τροφίμων (μπακάλικα)


 Αφήνοντας το λαϊκό εμπόριο των αγορών και τα παζάρια, που επίσης έχουν σημαντικό ενδιαφέρον και είναι πολύ παλαιοί θεσμοί στην ιστορία των κοινωνιών, οι έμποροι χαρακτηρίζονται:
- από τις μεγάλες ή μικρές ποσότητες που εμπορεύονται (χοντρέμποροι, λιανέμποροι)
- από το αντικείμενο που ασχολούνται (δερματέμποροι, κρεατέμποροι, φρουτέμποροι, κ.ά.)
- από την περιοχή όπου δραστηριοποιούνται (τοπικοί ή μικρέμποροι, μεγαλέμποροι).
- από την κατεύθυνση της εμπορικής δραστηριότητας (εισαγωγείς, εξαγωγείς).
Εδώδιμα-Αποικιακά στο κατάστημα
Αφών Δ. Κονταξή
 Στα είδη διατροφής και οικιακής χρήσης έχουμε τα γνωστά παντοπωλεία ή μπακάλικα. Η λέξη μπακάλικα και μπακάλης είναι αραβική και τουρκική (bakkal), σημαίνοντας τον άνθρωπο που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι. Μπακάλικα υπήρχαν σε κάθε χωριό και γειτονιά διαθέτοντας τα χρειώδη για το σπίτι. Ήταν η κατάληξη της αλυσίδας του λιανικού εμπορίου. Η άλλη λέξη “παντοπωλεία” ήταν η εξέλιξη του μικρού μπακάλικου, εφόσον διέθεταν όλα τα αγαθά για το νοικοκυριό, σε τρόφιμα (εκτός κρέατος και ψαριών), σε είδη καθαρισμού, σε καύσιμα (φωτιστικό πετρέλαιο, οινόπνευμα), κλπ.
 Μερικά μπακάλικα συνυπήρχαν με ταβέρνα (μπακαλοταβέρνες) διαθέτοντας και βαρέλια με δικό τους κρασί. Στα δύσκολα - από οικονομική άποψη - χρόνια (όπως έγινε και στα πρώτα μεταπολεμικά) τα μπακάλικα έκαναν πίστωση στα νοικοκυριά και στο τέλος του μήνα πλήρωναν το χρέος (ολόκληρο ή μέρος του). Στα συνοικιακά καφε-μπακάλικα ή των ορεινών χωριών διέθεταν πολύ μικρό αριθμό ειδών.

20/2/15

Τα παλαιότερα Φαρμακεία της Λαμίας (1833-1973)


140 χρόνια ζωής και προσφοράς



           Εισαγωγή

   Από παιδί θυμάμαι τα φαρμακεία Τομαρά, Δασκαλοπούλου και Κατσούδα κατά τη δεκαετία του ’50. Δεν έχουν αλλάξει πολύ και είναι τα ιστορικά δείγματα των φαρμακείων της πόλης. Τα δύο πρώτα αποτελούν το ισόγειο των δύο όμορφων υπεραιωνόβιων  νεοκλασικών, που στολίζουν την πλατεία Πάρκου.
Το Φαρμακείο Δασκαλοπούλου Το 2015 θα κλείσει έναν αιώνα ζωής
   Για τα χρόνια εκείνα, σε συνδυασμό με την παιδική ηλικία, το εσωτερικό ήταν πολύ εντυπωσιακό, γεμάτο ράφια με πολλά φάρμακα, σαν ένας μυστηριακός ναός. Ο μεγάλος μαρμάρινος πάγκος του ίσως ήταν ο βωμός. Οι άνθρωποι με τις λευκές μπλούζες σε κίνηση γύρω απ’ αυτόν, ετοίμαζαν το σωτήριο φάρμακο που ζητούσε ο ανήμπορος. Δεν μου έδινε την εντύπωση του πελάτη, ούτε διακρινόταν (στα μάτια μου τουλάχιστον) η εμπορική σχέση με το φαρμακοποιό και βέβαια δεν θα χαρακτήριζα το φαρμακείο κατάστημα. Η εικόνα αυτή έμεινε και ακόμα με συνοδεύει.
 Στην εργασία αυτή αναζήτησα τις προσωπικές διαδρομές των φαρμακοποιών (φάρμακο+ποιώ) σε χαλεπούς καιρούς, να ασκήσουν ένα δύσκολο λειτούργημα, με ιδιαίτερα ευαίσθητο κοινωνικό ρόλο. Όφειλα να βρω το υποτυπώδες έστω πλαίσιο υγείας της πόλης μας στα 150 - περίπου - χρόνια μετά την αποτίναξη της τουρκοκρατίας. Ήταν λοιπόν αναγκαία η παράθεση των νοσοκομείων, κλινικών και γιατρών, με όσο είναι δυνατόν σύντομο τρόπο (αποτελούν  αντικείμενα ιδιαίτερων μελετών).
    Ερχόμενος στο χώρο και στον κόσμο του φαρμακείου απέφυγα κουραστικές λεπτομέρειες για χημικές ουσίες και διαδικασίες, θέλοντας να αποδοθεί ο πολλαπλός ρόλος του χώρου του φαρμακείου και κυρίως του ανθρώπου (του φαρμακοποιού).
     Στα χρόνια που αναφέρεται η εργασία αυτή, το φαρμακείο είχε αναλάβει σημαντικό ρόλο, σαν άτυπη αλλά πολύ ουσιαστική πρωτοβάθμια μονάδα υγείας. Εκεί βρίσκονταν οι γιατροί (μέχρι το 1936) για να εξετάσουν τον ασθενή. Εκεί προσέτρεχαν τα επείγοντα ή έκτακτα περιστατικά μέρα ή νύχτα (ελλείψει νοσοκομείου στην πόλη) κι από εκεί θα ξεκινούσε η θεραπεία των ασθενών με τα κατάλληλα φάρμακα.
      Η σχέση πολιτών και φαρμακοποιού ήταν πολύ ανθρώπινη και φιλική, με διαρκή διάθεση προσφοράς υπηρεσιών. Η αλληλεγγύη των φαρμακοποιών μεταξύ τους ήταν δεδομένη, όταν κάποιες φορές (τη νύχτα) έφταναν πολλά περιστατικά μαζί (από δυστυχήματα). Η κοινωνική διάσταση του χώρου και κυρίως των φαρμακοποιών είναι προφανής, από τις αιρετές θέσεις ευθύνης που ανέλαβαν και τις δραστηριότητες που ανέπτυξαν στον επιστημονικό και κοινωνικό χώρο της Λαμίας.

27/12/14

Είδη και τιμές προϊόντων σε προπολεμικά μεγάλα Καταστήματα Αποικιακών Ειδών


στη Λαμία της δεκαετίας 1930-40




Πρόλογος


     Στη δεκαετία του ’30, υπήρχαν στη Λαμία μεγάλα μαγαζιά, όπως: Αφοί Δημ. Κονταξή[1] στην οδό Ρήγα Φεραίου, Ιωάν. Λεπίδας – Αφοί Κολοκυθά στην οδό Συγγρού (στα στενά), Δημήτριος Κατσούδας στην οδό Κολοκοτρώνη, Τσέλιος & Καλύβας στην οδό  Σατωβριάνδου, Βασιλόπουλος και Σια στην Πλατεία Πάρκου, Αφοί Ποντικόπουλοι στην οδό Ρήγα Φεραίου, Γεώργιος Ποντικόπουλος  στην αρχή της οδού Διάκου[2], κ.ά. Έχει ενδιαφέρον και ίσως είναι χρήσιμη η παράθεση μερικών προϊόντων, που πουλούσαν τότε. Ήταν ένας άλλος τρόπος που γινόταν η αγορά, με τις ποικίλες μυρωδιές από τα προϊόντα των καταστημάτων, με τις ποδιές των υπαλλήλων και τη διαφορετική διαδικασία εξυπηρέτησης των πελατών.
   Τα μεγαλομπακάλικα της προπολεμικής περιόδου, ήταν κάτι αντίστοιχο με τα σουπερμάρκετ της εποχής μας. Διέθεταν πολύ μεγάλο αριθμό προϊόντων, για όλα τα βαλάντια, που προερχόταν από την Ελλάδα (ντόπια είδη), αλλά και από ξένες χώρες (έκαναν εισαγωγές, όσοι διέθεταν ανάλογα κεφάλαια). Βέβαια υπήρχαν πολλές διαφορές με τα σημερινά πολυκαταστήματα. Αναφέρουμε μερικές :
(α) Όλα τα είδη (σχεδόν) δεν ήταν συσκευασμένα, με καθορισμένο βάρος. Ήταν χύμα και ο πελάτης δήλωνε την ποσότητα που θέλει.
(β) Έπρεπε να δοθεί η παραγγελία στον υπάλληλο του καταστήματος (π.χ. μισή οκά ζάχαρη) κι εκείνος θα την εκτελούσε. Αντίθετα σήμερα, ο πελάτης διαλέγει μόνος του το προϊόν που επιθυμεί από το ράφι.
(γ) Έπρεπε το προϊόν να ζυγιστεί – παρουσία του πελάτη – στη ζυγαριά και μετά να συσκευαστεί.
(δ) Για τα υγρά προϊόντα όπως λάδι, πετρέλαιο, κρασί, κλπ. έπρεπε ο πελάτης να φέρει κατάλληλο δοχείο (μπουκάλι, δαμιζάνα, τσίγκινο δοχείο, κλπ.) όπου ο υπάλληλος έβαζε τη ζητούμενη ποσότητα με δοσομετρικό δοχείο και χωνί.
(ε) Δεν υπήρχαν πλαστικές σακούλες ή τσάντες και έπρεπε ο πελάτης να φέρει μαζί του ένα δίχτυ ή μικρό καλάθι για να μεταφέρει όλα τα αγορασμένα είδη στο σπίτι του. Αν τα προϊόντα ήταν σχετικά λίγα, στο μαγαζί τα έκαναν ένα μεγαλύτερο πακέτο, με χαρτί εφημερίδας δεμένο με σπάγκο, ώστε να το μεταφέρει ευκολότερα.
Κατάστημα Αδελφών Δ. Κονταξή (οδός Ρήγα Φεραίου)
     Τα  περισσότερα προϊόντα  υπάρχουν και σήμερα, ενώ μερικά  άλλα έπαψαν να κυκλοφορούν (π.χ. η ασετυλίνη, τα χαρούπια, κ.ά.). Σχεδόν όλα τα προϊόντα τα πουλούσαν χύμα. Για τα στερεά προϊόντα (ζάχαρη, ρύζι, όσπρια, κ.ά.) χρησιμοποιούσαν χάρτινες σακούλες των ¼ , ½ και 1 οκάς. Κάθε σακούλα δένονταν με σπάγκο. Σε χαρτί (λευκό ή από εφημερίδες μερικές φορές) τυλίγονταν μακαρόνια, ασετυλίνη, κ.ά. Προϊόντα σε μικρές ποσότητες (συνήθως μπαχαρικά) σε σκόνη, ή σε μικρούς σπόρους, όπως π.χ. πιπέρι, κανέλα, κά., έφτιαχναν ένα χωνάκι με χαρτί, έβαζαν το προϊόν και το έκλειναν από πάνω. Σε λαδόκολλα πρώτα τυλίγονταν τα τυριά, οι χαλβάδες και οι ελιές (πρώτα οι ελιές χωρίς άλμη έμπαιναν σε χάρτινη σακούλα), τα τουρσιά, κ.ά. Μετά τυλίγονταν εξωτερικά με χαρτί. Για φτήνια, χρησιμοποιούσαν χαρτί εφημερίδων για εξωτερικό τύλιγμα και δένονταν με σπάγκο.
   Τα στοιχεία αυτά είναι προϊόν μνήμης του (αειμνήστου) πατρός μου, που εργάστηκε πολλά χρόνια ως υπάλληλος σε ένα από αυτά τα μεγαλομπακάλικα της Λαμίας (των Αφών Κονταξή) κατά την περίοδο 1934-1939. Ταυτόχρονα, δίνονται μερικά στοιχεία, όσα η θύμηση επιτρέπει, για την προέλευση, τη χοντρική συσκευασία, την τιμή μονάδος (λιανικής πώλησης) και την κατανάλωση του προϊόντος.

8/10/14

Παλιοί κρεοπώλες και Δημοτική Αγορά Λαμίας



   Η ευρύτερη περιφέρεια της Λαμίας, που βρίσκεται στην καρδιά της Ρούμελης, με τα πολλά χωριά στο ορεινό της μέρος, έβριθε τα παλιότερα χρόνια απ’ την κτηνοτροφία. Ήταν η κυρίαρχη απασχόληση, που κάλυπτε τις ανάγκες της οικογένειάς τους, αλλά αποτελούσε και κερδοφόρο επάγγελμα γι’ αυτούς. Υπήρχαν οι μεγάλοι κτηνοτρόφοι (τσέλιγκες) με εκατοντάδες ζώα (γίδια ή πρόβατα) και οι μικροί. Η βοοτροφία ήταν περιορισμένη, από έλλειψη μεγάλων βοσκότοπων.
Γεώργιος Γάκης (1934)
   Οι κτηνοτρόφοι (συνήθως ήταν και ζωέμποροι) πουλούσαν τα ζώα τους, αλλά η έλλειψη οργανωμένων σφαγείων τους ανάγκαζε να χρησιμοποιούν εκδοροσφαγείς ή ενίοτε αναλάμβανε ο ίδιος ο κτηνοτρόφος να τα σφάζει. Τα σφάγια κατέληγαν συνήθως σε μαγαζί (στεγασμένο ή και υπαίθριο) το γνωστό κρεοπωλείο[1]. Μετά ο κρεοπώλης τεμάχιζε κατάλληλα το κρέας, που επέλεγε ο πελάτης, το ζύγιζε και πληρωνόταν ανάλογα. Τα παλιότερα χρόνια συνυπήρχαν τα επαγγέλματα του εκδοροσφαγέα, χασάπη[2] και κρεοπώλη. Στους τελευταίους αιώνες διαχωρίστηκαν και οι περισσότεροι επέλεξαν το επάγγελμα του κρεοπώλη.
   Ως παράδειγμα αναφέρουμε την ονομαστή και μεγάλη οικογένεια κρεοπωλών και ζωεμπόρων Γάκη. Γενάρχης[3] της οικογένειας ήταν ο Γεώργιος Αναστασίου ή Γάκης, που καταγόταν από την Κορυτσά της Βορ. Ηπείρου και ήταν εκδοροσφαγέας και κρεοπώλης. Το επώνυμο Γάκης προήλθε από το Γιωρ-γάκης κι έμεινε το Γάκης ως επώνυμο πλέον. Παιδιά του ήταν ο Απόστολος Γάκης (1858-1938), ο Βασίλειος Αναστασίου (που όμως κράτησε το αρχικό επώνυμο της οικογένειας), κ.ά. Στα 13 παιδιά του Απόστολου Γάκη περιλαμβάνονταν ο Δημήτριος (1858-1923), κρεοπώλης και ο Γεώργιος Γάκης[4] (1888-1953), επίσης κρεοπώλης. Ήταν άνθρωποι ψηλοί, σωματώδεις και γεροί, “πρώτοι στο σφάξιμο, φούσκωμα, γδάρσιμο, ξεκοίλιασμα και τελικά κρέμασμα στο τσιγκέλι”.