"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/12/25

Το μαγικό μαντίλι και το αερικό σκουφάκι

Χριστουγεννιάτικη ιστορία 

 του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου

 


   Στα παλιά τα χρόνια, στα χρόνια του μύθου και των παραμυθιών, ήταν στα δικά μας χώματα, σ’ ένα χωριό, ένας περιβολάρης, γέρος και είχε έναν γιο, δυνατό κι όμορφο παλικάρι.

   Πατέρας και γιος δουλεύαν σκληρά στο μεγάλο περιβόλι τους, για να ’χουν πάντοτε ένα πιάτο φαΐ πάνω στο τραπέζι. Σκάβαν βαθιά το χώμα και σπέρνανε όσπρια, σιτάρι και καλαμπόκι, φυτεύαν ζαρζαβατικά και λαχανικά, πολλά εποχικά οπωρικά, κλαδεύαν τις ελιές τους και τ’ αμπέλι τους, και δεν αφήναν να περάσει μέρα που να μη δοξάζουν το Χριστό για τα τρία βασικά αγαθά, που τους χάριζε κάθε χρονιά, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον.

   Μα εμπήκε  χρόνος δίσεκτος και μήνας οργισμένος. Ανοίξαν διάπλατα οι μαυρισμένοι ουρανοί και κατακλυσμός Κυρίου με δρολάπια και χοντρά χαλάζια “έπνιξε ” το περιβόλι, το ’κανε ποτάμι και βαθιά λίμνη. Κι ύστερα, σε λιγάκι σαν ήρθε κι εκείνος ο καταραμένος καυτός αέρας, ο γαρμπής, ο λίβας, που έβραζε τον τόπο, τα σάρωσε όλα, τα κατάκαψε όλα, και τα σπαρτά και τις ελιές και το αμπέλι, δεν άφησε τίποτα όρθιο, το περιβόλι έγινε έρημη γη, ανεμοσκόρπι και πήγε κατά διαόλου με τα αποκαΐδια και τις  στάχτες  του.

    Ο γερο-περιβολάρης έπεσε του θανατά. Αρρώστησε βαριά, που οι τόσοι κόποι του πήγαν χαμένοι. Καλύτερα να πέθαινα, έλεγε, παρά να δω με τα μάτια μου αυτήν την καταστροφή!

13/11/25

Μαρία Τζιβελέκη – Πολυμεροπούλου (1932-2025)

 

Με σαρακατσάνικη καταγωγή από τη μητέρα της, με μεγάλο σόι (όπως έγραψε η ίδια) και από πατέρα γεννημένο σε χωριό στα “ριζά” της Οίτης, επίσης με μεγάλο σόι, η Μαρία γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1932, στο Λουπάκι[1] της Οίτης, στα σαρακατσάνικα κονάκια. Ήταν το έβδομο και τελευταίο παιδί της οικογένειας.

   Ο πατέρας της Σωτήριος Τζιβελέκης ήταν σιδηρουργός, με σιδηρουργείο στην οδό Γκουαλέν 4 (μετονομάστηκε σε Βενιζέλου) της Λαμίας. Το όνομα της μητέρας της ήταν Αικατερίνη. Η Μαρία έζησε στη Λαμία και – όπως η ίδια έγραψε - ήταν τυχερή στη ζωή της που οι γονείς της δεν την ξέκοψαν από τις ρίζες, με την αγάπη για τη φύση, τη γλώσσα, τα ήθη και τις παραδόσεις. Απέκτησε προσωπικά βιώματα απ’ τη ζωή και τη γλώσσα, στο χωριό και στη στάνη.

11/8/25

“Το Νικολίτσι, τόπος μου αγαπημένος”, του Κωνσταντίνου Δ. Ζησίμου

Βιβλιοπαρουσίαση 

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Μπαλωμένο 

 

   Η μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για τον πατρογονικό τόπο του ήταν το κίνητρο της γραφής αυτού του βιβλίου. Φιλόλογος και εκπαιδευτικός, με ισχυρές μνήμες από τα νεανικά του χρόνια στο χωριό, ήταν το ιδανικό άτομο για να καταγράψει τόσο προσωπικά βιώματα, όσο και μαρτυρίες συγχωριανών του, σε ένα βιβλίο, που συνοδεύτηκε με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και το υπάρχον αρχειακό υλικό της Κοινότητας και του Σχολείου.

Το εξώφυλλο του βιβλίου
   Είναι ένας χείμαρρος τοπικού ιστορικού και αναλυτικού λαογραφικού υλικού, που εμπλουτίζει τη φθιωτική βιβλιογραφία.

   Το Νικολίτσι είναι ορεινό χωριό της Δυτικής Φθιώτιδας, σε υψόμετρο 700 μ., με λίγη καλλιεργήσιμη γη και πολλές βελανιδιές. Παλιότερα είχε 35 πετρόκτιστα σπίτια και τρία καφεμπακάλικα. Τώρα λίγα απ’ αυτά έμειναν. Τοπόσημα χαρακτηριστικά του χωριού είναι η Εκκλησία, το Σχολείο, οι πετρόκτιστες κρήνες, οι δυο πλατείες και η εκκλησία του νεκροταφείου. Στο βιβλίο ακολουθεί αναλυτική καταγραφή τοπωνυμίων του χωριού, με επεξηγήσεις.

  Η πρώτη ενότητα του βιβλίου αναφέρεται στη συμμετοχή των κατοίκων του χωριού στα ιστορικά γεγονότα της χώρας (στην Επανάσταση 1821-29, στο 1897, στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Π. Π., στην εκστρατεία στην Ουκρανία και στη Μικρασιατική Εκστρατεία) με ανάλογα θύματα. Είναι συγκινητική και άξια ιδιαίτερης μνείας η συμμετοχή του πρώην μετανάστη στην Αμερική, Σπυρ. Ριρή, σε όλους αυτούς τους αγώνες, αλλά και στη συνέχεια. Το χωριό πέρασε δύσκολα στην Κατοχή, είχε συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, με κορύφωση των παθών στα χρόνια του Εμφυλίου, όπου θρήνησε 18 άτομα και έγινε στόχος παρακρατικών συμμοριών. Πολλά σπίτια πυρπολήθηκαν. Οι διώξεις ήταν μια διαρκής πληγή στις επόμενες δεκαετίες.  

15/12/24

Της Μοίρας τα γραμμένα κι ο Χριστός

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου, φιλολόγου-λογοτέχνη

 

   Στα παλιά τα χρόνια του μύθου και των παραμυθιών, ήταν στα δικά μας χώματα, σ’ ένα χωριό, ένα αντρόγυνο. Φτωχό το νοικοκυριό τους και βαριά και αβάσταχτη η ζωή τους. Μ’ ένα χωραφάκι σχεδόν μπαΐρι, που πότε-πότε κάρπιζε, ένα γαϊδουράκι, μια κατσίκα με τα κατσικάκια της κι κάμποσα ορνίθια στο κοτέτσι τους, παλεύαν να τα βγάλουν πέρα στη ζωή.

   Η γυναίκα του νοικοκύρη ήταν πολύ βασανισμένη και φαρμακωμένη. Κρυφό μαράζι είχε και μυστικό σαράκι κατέτρωγε τα σωθικά της. Δεν είχε αποκτήσει παιδί. Και νύχτα-μέρα δυνάμωνε τις προσευχές της στον Χριστό να της χαρίσει ένα παιδί. Συχνά-πυκνά πήγαινε πρόσφορα στην Εκκλησία, άναβε κεράκια και λαμπάδες, οδοιπορούσε στου χωριού το εξωκκλήσι της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας κι άναβε τα καντηλάκια της, σάρωνε τον άγιο χώρο της, πότιζε τα δένδρα της, φρόντιζε τα λουλούδια της και δίπλωνε τα παρακάλια της να της δώσει ο Χριστός ένα παιδί που τόσο λαχταρούσε.

   Κι ο Χριστός που τα βλέπει και τ’ ακούει όλα, είδε τη δυνατή πίστη και την καθαρή καρδιά της γυναίκας, την ελέησε και η γυναίκα κίνησε έγκυος. Σε λίγους μήνες, κοντά στα Χριστούγεννα, θα κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της.

   Εκείνα τα χρόνια του μύθου και των παραμυθιών, ο Χριστός κατέβαινε στη γη, στα χωριά, μίλαγε με τους ανθρώπους που ήταν καθαροί, πιστοί και καλόψυχοι.

   Κάθε χρόνο, Παραμονή Χριστουγέννων, την Άγια Νύχτα, ο Χριστός πήγαινε μουσαφίρης σε κάποιο σπίτι των χωριών.

6/12/23

Ο ΠΡΟΒΑΤΑΡΗΣ, Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

                                                            Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου

 

   Στα παλιά τα χρόνια, στα χρόνια των παραμυθιών ήταν στα δικά μας χώματα ένας προβατάρης που είχε ένα κοπάδι πρόβατα σε μια στάνη, κι εκεί κοντά σ’ αυτήν ένα μικρό καλύβι για τον εαυτό του. Αγαπούσε πολύ τα ζωντανά του και πάσχιζε να τα περιποιείται, να τα νοιάζεται και να τα φροντίζει απλόχερα νύχτα - μέρα. Να τα βόσκει, να τα ταΐζει, να τα ποτίζει, να τα αρμέγει, να τα οδηγεί στον σκάρο και στον στάλο, να καθαρίζει τον οβορό δηλ. τον βορβορότοπο της στάνης σαν νέος Ηρακλής που καθάρισε την κόπρο τού Αυγεία, να τα σιγονανουρίζει με τη φλογέρα του σ’ ένα μουσικο - μυστικό αίσθημα, πλημμυρισμένο ολόγυρα, και εν τέλει να τα βλέπει χαρούμενα να ησυχάζουν, να κλείνουν τα ματάκια τους και να καταλαγιάζουν.

3/4/23

ΠΑΝΩ Σ' ΕΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ

 

του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου, φιλολόγου


 

    Όσα εικονοστάσια κι αν είδα κι αν απάντησα, σαν το εικονισματάκι τής Αγίας Αικατερίνης, της παραγκούλας των Μικρασιατών προσφύγων Στυλίδας δεν αγάπησα.

   Άγιο - θεμελιωμένο, πυργάκι ξακουστό, δυο οργιές τού ψήλου, μια οργιά πλατύ, λαμπροστολισμένο κτίσμα λαϊκό, σε αιγαιοπελαγίτικο - Ανατολής ρυθμό, ασβεστοασπρισμένο και στην κορφή σταυρό, αείφωτο καντήλι, φως αληθινό και η πορτούλα του ν’ αστράφτει μάλαμα.

Η παραγκούλα της Αγ. Αικατερίνης  (1958)

Αρχείο Δέσποινας Λαΐνα
   Αυτό το ιλαρόν φως, λαμπάδα, φανός, άστρον πεσμένον να τρεμουλιάζει εκεί στο πορτάκι τού προσκυνηταρίου, εκεί στο βάθος τής μελανωμένης εικόνας των πρώτων θρησκευτικών μου χρόνων και παραστάσεων, σημάδεψε τη ζωή μου κι ένιωθα την περιέργεια να το παρατηρήσω προσεκτικά, να το εξετάσω από κοντά - τι είναι αυτό το φως - σαν τον Μάνο τού Κορωνιού που ησθάνετο την επιθυμίαν να το κυνηγήσει, εκείνο το μελαγχολικό φως, εκείνο το μυστηριώδες φέγγος ανάμεσα εις τα δύο χλοερά νησάκια, όπως γράφει στο “Άνθος του Γιαλού” του ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

   Το 1950, αφού η οικογένειά μας για να επιβιώσει φώλιασε εδώ κι εκεί, σε πολλές και διάφορες ποντικότρυπες της Στυλίδας, λόγω μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής ταραγμένης περιόδου, ο πατέρας μου με “Συμφωνητικόν” αγόρασε από τον Αυλακιώτη Δημήτριο Ψάρρη, πέραν του δευτέρου Συνοικισμού των Μικρασιατών προσφύγων, ένα οικόπεδο με ένα μικρούτσικο σπιτάκι και το μαγειρειό αντί 3.500.000 εκατομμυρίων.

17/1/22

Ο καραγκιοζοπαίχτης Ανδρέας Αγιομαυρίτης (1870-1955)

 

Προπολεμικό Θέατρο Σκιών

 

   Γεννήθηκε[1] στη Χαλκίδα αλλά καταγόταν από την Κύμη της Εύβοιας. Γνώρισε και αγάπησε το Θέατρο Σκιών. Ήταν μαθητής του ρουμελιώτη σπουδαίου πρωτοπόρου καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Ρούλια[2], που δημιούργησε το Μπαρμπαγιώργο. Όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Μόλλας[3], ο Ανδρέας Αγιομαυρίτης θεωρούσε το Γιάννη Ρούλια μάστορα στην τέχνη. Διακρίθηκε για το άρτιο παίξιμό του, αλλά και για τη ζωγραφική του. Τον μνημονεύουν (ο Δημ. Μόλλας και ο Κώστ. Μπίρης), ότι επέβαλε στο πανί τη φιγούρα του Γύφτου.

    Αναφέρουμε μια διήγηση του καραγκιοζοπαίχτη Σίμου Γκαρή: “Ο Αγιομαυρίτης ήταν καλός καραγκιζοπαίχτης, γερός, είχε ένα στήθος που φώναζε εδώ και ακουγόταν στο Κοντάρι. Ήτανε γερός και τα παλικάρια του στα κλέφτικα ήταν καλά, δυνατά και τους Τούρκους, τον Αλή Πασά προπαντός άμα ήταν, έτριζε η σκηνή μέσα. Τέτοιο στήθος είχε …

 

6/7/21

Γλυπτά έργα (επιλεγμένα) ταφικών μνημείων του Δημοτικού Νεκροταφείου Ξηριώτισσας Λαμίας (Μέρος Β')

 

Έργα του Ιωάννη Καρπάκη

 

Προλεγόμενα

Η υπογραφή του γλύπτη Ιωάννη Καρπάκη
   Μετά την παρουσίαση των γλυπτών έργων του Νεκροταφείου, από τους Αφούς Μαλακατέ, θα ακολουθήσουν αυτά του Ιωάννη Καρπάκη, περιώνυμου Τήνιου μαρμαρογλύπτη. Πρόκειται για 6 γλυπτά της πρώτης δεκαετίας του 20ού αι., που βρίσκονται στο Δημοτικό Νεκροταφείο Ξηριώτισσας Λαμίας.

   Μαζί με τα έργα των Αφών Μαλακατέ, που παρουσιάστηκαν στην προηγούμενη ανάλογη εργασία, όπως και μερικών άλλων, που θα ακολουθήσουν, αποτελούν έναν καλλιτεχνικό θησαυρό της Λαμίας, που είναι αφημένος στη φθορά του χρόνου. Εκτιμώ ότι ούτε η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων τα έχει καταγράψει, όπως θα έπρεπε, εφόσον είναι διατηρητέα μνημεία.

    Και στην παρούσα εργασία θα δοθούν τα διαθέσιμα στοιχεία για κάθε μνημείο, με φωτογραφικό υλικό και περιγραφή του μνημείου στον επιτρεπτό βαθμό. Επίσης θα δοθούν στοιχεία για το τιμώμενο πρόσωπο (ή πρόσωπα). Αναγκαία τέλος είναι και η αναφορά στον καλλιτέχνη γλύπτη και δημιουργό του έργου.

   Η παρουσίαση θα γίνει με συνοπτικό - κατά το δυνατόν - αλλά και περιεκτικό τρόπο.

                      Κωνσταντίνος Αθαν. Μπαλωμένος

                                           φυσικός


 

4/10/20

Το Ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα - Λεξιλόγιο (μέρος β’)

 του Σεραφείμ  Κακούρα, φιλολόγου

 

Σύντομη εισαγωγή στο λεξιλόγιο (εμπλουτισμένο)

 

   Το λεξιλόγιο που ακολουθεί αποτελείται από μια συλλογή λέξεων, όπως τις μιλούσαν αρκετοί μέχρι και τη δεκαετία του ’60, κι όπως - ίσως - τις μιλάνε κάποιοι μεγαλύτεροι ακόμα και σήμερα στα χωριά κυρίως της ορεινής Ρούμελης. Από τις λέξεις πολλές είναι εκείνες που έχουν αρχαιοελληνικές ρίζες, άλλες έχουν μεσαιωνικές ελληνικές, μερικές είναι παραφθορά λέξεων της κοινής νέας ελληνικής. Τέλος αρκετές είναι κι εκείνες που έχουν  ξενική προέλευση (τουρκική, σλαβική, αλβανική, κ.ά). Για αρκετές από τις ξενικής προέλευσης λέξεις σημειώνω την καταγωγή τους. Οι αναφερόμενες ως αραβικές ή περσικές έφτασαν στην ελληνική μέσω της τουρκικής γλώσσας. (Εδώ θα άξιζε ίσως να αναφερθεί ότι η τουρκική γλώσσα ήταν πολύ φτωχή σε λέξεις και για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να δανειστεί μια πληθώρα λέξεων από άλλους λαούς και κυρίως ομοδόξους των Τούρκων, όπως π.χ. είναι οι Άραβες και οι Πέρσες). 

  Κάποιες απ’ τις λέξεις του λεξιλογίου απαντώνται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, άλλες με όμοιο ακριβώς τρόπο μ’ αυτές της Ρούμελης και κάποιες άλλες λίγο ως πολύ παραλλαγμένες. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα στο ρουμελιώτικο ιδίωμα αποτελεί ασφαλώς η αποβολή πολλών φωνηέντων ή και η αντικατάστασή τους από άλλα.

  Κατά την καταγραφή των λέξεων προτιμήθηκε, όσο ήταν δυνατόν, η παρουσίασή τους με τον τρόπο που αυτές προφέρονταν και για το λόγο αυτό επέλεξα κατά την αναγραφή τους την ορθογραφία σύμφωνα με την προφορά τους.

15/9/20

Ρουμελιώτικο Γλωσσικό Ιδίωμα (μέρος α')


του Σεραφείμ Ν. Κακούρα, φιλολόγου



Σύντομη εισαγωγή στο λεξιλόγιο

   Το λεξιλόγιο που θα ακολουθήσει αποτελείται από μια συλλογή λέξεων, όπως τις μιλούσαν αρκετοί μέχρι και τη δεκαετία του ’60, κι όπως - ίσως - τις μιλάνε κάποιοι μεγαλύτεροι ακόμα και σήμερα στα χωριά κυρίως της ορεινής Ρούμελης. Από τις λέξεις πολλές είναι εκείνες που έχουν αρχαιοελληνικές ρίζες, άλλες έχουν μεσαιωνικές ελληνικές, μερικές είναι παραφθορά λέξεων της κοινής νέας ελληνικής. Τέλος αρκετές είναι κι εκείνες που έχουν  ξενική προέλευση (τουρκική, σλαβική, αλβανική, κ.ά). Για αρκετές από τις ξενικής προέλευσης λέξεις σημειώνω την καταγωγή τους. Οι αναφερόμενες ως αραβικές ή περσικές έφτασαν στην ελληνική μέσω της τουρκικής γλώσσας. (Εδώ θα άξιζε ίσως να αναφερθεί ότι η τουρκική γλώσσα ήταν πολύ φτωχή σε λέξεις και για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να δανειστεί μια πληθώρα λέξεων από άλλους λαούς και κυρίως ομοδόξους των Τούρκων, όπως π.χ. είναι οι Άραβες και οι Πέρσες). 

11/12/17

Τα Δώδεκα Ευαγγέλια των Μικρασιατών προσφύγων στη Στυλίδα


Στο “Ημερολόγιο 2018”

 


Φύγαμε απ’ την Ανατολή, ψάξαμε για πατρίδα
και τέλος καταντήσαμε πρόσφυγες στη Στυλίδα.
Δημοτικό της προσφυγιάς


   Από το Σύλλογο Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας, που φέτος συμπληρώνει 22 χρόνια ζωής και δράσης πρόσφατα κυκλοφόρησε το Ημερολόγιο 2018, ως διαρκής συνδρομή στη μνήμη της σκληρής προσφυγιάς με την καταστροφή του 1922. Όπως αναφέρει στο πρόλογό του το Δ.Σ. του Συλλόγου, αποτελεί χρέος τιμής, σεβασμού και ιστορικής συνείδησης για τους ξεριζωμένους προγόνους, που βρέθηκαν τελικά στη Στυλίδα, αβοήθητοι από την Ελλάδα και με εχθρότητα από τους γηγενείς, κατάφεραν να στεγάσουν τη φτώχεια και την πίκρα και να ριζώσουν, αποκτώντας την εκτίμηση όλων.
   Δεκαεπτάφυλλο (με λευκή τη δεύτερη σελίδα κάθε φύλλου), μεγάλου σχήματος (28,2 Χ 40,2 εκ.), σε χαρτί πολυτελείας, το Ημερολόγιο αυτό συγκεντρώνει και παρουσιάζει επιλεγμένα αποσπάσματα συνεντεύξεων-μαρτυριών από υπερηλίκους πρόσφυγες, με προσωπικά βιώματα της Μικρασιατικής πατρίδας (Αϊβαλί, Σμύρνη, Κούμπαο, Σαμψούντα), με θύμησες της φυγής και σωτηρίας από τους Τούρκους, της διαδρομής και του τελικού προορισμού στη Στυλίδα.
   Τις καταγραφές αυτές είχαν την εξαιρετική ιδέα να λάβουν στην περίοδο 1989-1993 μαθητές της Γ’ τάξης του Γυμνασίου Στυλίδας, από τους Μικρασιάτες παππούδες ή γιαγιάδες τους. Ήταν μια πρωτοβουλία του φιλολόγου-καθηγητή τους κ.  Δημήτρη Καραθεοδώρου, που τότε εξέδιδε το μαθητικό περιοδικό ΣΚΑΛΑΚΙ, στο οποίο είχαν δημοσιευτεί κάποιες από αυτές τις διηγήσεις.
   Ιδιαίτερη αναφορά του ίδιου μαθητικού περιοδικού ΣΚΑΛΑΚΙ, No 12, στο σχολικό έτος 2002-03, έγινε με την έκδοση βιβλίου 170 σελίδων, με τίτλο “Ημερολόγιον του Διωγμού” της αείμνηστης Μαρίας Τσίνγκου-Αϊβαλιώτου (1882-1957). Ήταν μια κορυφαία τιμή για την «κυρά του Αϊβαλιού», που στις σελίδες του δικού της “Ημερολογίου” έκλεισε αυτή την αλησμόνητη ελληνική πατρίδα.

27/8/17

ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (μέρος Γ’)



του Σεραφείμ Ν. Κακούρα, φιλολόγου




---

Λεξικό του Ρουμελιώτικου ιδιώματος


Σεραφ. Κακούρας
   Περιλαμβάνει 2.156 λέξεις με την ερμηνεία τους. Συγκεκριμένα για κάθε πρωτόγραμμα της λέξης προέκυψαν (σε παρένθεση ο αριθμός λέξεων που καταγράφηκαν) : Α (261), Β (50), Γ (112), Δ (40), Ε (8), Ζ (62), Η (1), Θ (32), Ι (14), Κ (322), Λ (75), Μ (205), Ν (66), Ξ (93), Ο (28), Π (188), Ρ (41), Σ (204), Τ (186), Υ (1), Φ (63), Χ (82) και Ψ (22).  


Α
α; = τι;
αά, λέγεται και αχά = ναι.
αβγατίζου = αυξάνω.
αβέρτα = απλόχερα, απεριόριστα.
αγάλια = σιγά.
αγάλια αγάλια = σιγά σιγά.
αγαλιούτσκα = σιγά σιγά.
αγάνα = ο φλοιός του καρπού του σιταριού, αλλά και το ψαροκόκαλο. 
αγανός  (προέλευση αρχαιοελληνική) = λεπτός.
αγγειό (το) = δοχείο, αλλά και το γυναικείο γεννητικό όργανο. 
αγγόνι = εγγονός.
αγγυλώνου (προέλευση αρχαιοελληνική) = καρφώνω με βελόνα ή λεπτό αγκάθι.
αγκίδα = αγκάθι που μοιάζει με βελόνα, αιχμή βέλους, βελόνας.
αγκλίτσα, λέγεται και γκλίτσα (προέλευση αρχαιοελληνική)  = ραβδί των βοσκών.
αγκλόινα = καρποί άγριας αχλαδιάς.
αγκουμαχάου = ανασαίνω με δυσκολία.
αγκουνάρ = ακρογωνιαίος λίθος και πέτρα διαμορφωμένη για γωνίες σπιτιών.
αγκουνή  (η) (προέλευση μεσαιωνική ελληνική) = γωνία ή θέση δίπλα στο τζάκι.
αγκουρτσιά, λέγεται και γκουρτσιά (προέλευση αλβανική) = άγρια αχλαδιά.
αγκούτσα = ξύλινο ακατέργαστο ραβδί και μεταφορικά σπασμένο πόδι ή χέρι.
αγλέουρας = μεγάλο φαγοπότι, φαγητό του «σκασμού».

21/8/17

ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (μέρος Β’)



του Σεραφείμ Ν. Κακούρα, φιλολόγου



   Μετά τις Γραμματικές Παρατηρήσεις, τις Συνηθισμένες μονοσύλλαβες λέξεις και τις πλέον χαρακτηριστικές φράσεις, του Ρουμελιώτικου Γλωσσικού Ιδιώματος (που δόθηκαν στο α’ μέρος, του ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟΥ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ) θα ακολουθήσει η Ρουμελιώτικη Γραμματική. Θα δοθούν :
(α) η κλίση των άρθρων (στα τρία γένη),
(β) παραδείγματα κλίσης ονομάτων (σε Ενικό και Πληθυντικό Αριθμό),
(γ) τα δύο βοηθητικά ρήματα (είμι, έχου) στα ρουμελιώτικα σε Ενεστώτα, Παρατατικό και Μέλλοντα και
(δ) παραδείγματα κλίσης ρημάτων ενεργητικής και παθητικής φωνής, σε όλους τους χρόνους.



Ρουμελιώτικη γραμματική


-----


1.   Η κλίση των άρθρων

Ενικός αριθμός
                 Αρσενικό                       Θηλυκό                             Ουδέτερο

Ονομαστική  ου                                 η                                        του
Γενική          τ’                                  τ’ς                                      τ’
Αιτιατική      τουν ή του                     τ’ ή τ’ν                               του
Κλιτική         ορέ ή βρε ή όρα ή -        μαρή ή μουρή ή -                βρε ή όρα ή -)


27/7/17

ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ



Προλεγόμενα


   Η παρούσα εργασία είναι αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, του συγγραφέα. Αναφέρεται στο ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα (ρουμελιώτικο λεξιλόγιο), που χαρακτηρίζει μεν τη Ρούμελη, αλλά καλύπτει τη Θεσσαλία, Ήπειρο και Μοριά.
Σεραφείμ Ν. Κακούρας
   Ο φιλόλογος Σεραφείμ Ν. Κακούρας, ευρυτάνας στην καταγωγή, με σπουδές στην κλασική φιλολογία και (συνταξιούχος πλέον) καθηγητής σε σχολεία της Φθιώτιδας (κυρίως της Λαμίας) συνδύασε τη βιωματική χρήση και άκουσμα των ρουμελιώτικων (εφόσον έζησε στα παιδικά-εφηβικά του χρόνια σε χωριό της Ευρυτανίας), με την ειδικότητα του φιλόλογου. Έτσι συγκέντρωσε 2.156 λέξεις (με την ερμηνεία τους) στο Λεξικό που θα ακολουθήσει, αναφέροντας και την προέλευση των λέξεων από αρχαιοελληνικές, ελληνιστικές, μεσαιωνικές,  λατινικές ρίζες, όπως και μεταγενέστερες επιδράσεις από βενετσιάνικες, σλαβικές, αλβανικές, ιταλικές, αραβικές, περσικές και τουρκικές λέξεις.
  Επιπλέον όμως έδωσε και Γραμματικές Παρατηρήσεις του ρουμελιώτικου ιδιώματος, που συνοδεύονται από παραδείγματα κλίσης άρθρων, ουσιαστικών-επιθέτων και ρημάτων. Επίσης, δίνει τις πλέον χαρακτηριστικές μονοσύλλαβες λέξεις και τις χαρακτηριστικές φράσεις των ρουμελιωτών.
  Η προσπάθεια αποβλέπει στη διάσωση του γλωσσικού ιδιώματος, αλλά και στην ανάδειξη της διαχρονικής αξίας και της αντοχής του στο χρόνο. Η ικανότητα της ελληνικής γλώσσας με τον προφορικό λόγο, να διατηρεί αρχαιοελληνικές και ελληνιστικές ρίζες, αλλά και να ενσωματώνει ξένες λέξεις, από τους κατά καιρούς κατακτητές, αποδεικνύει τον πλούτο της αλλά και τη δύναμή της, παρά τη μεγάλη διείσδυση των νέων γλωσσών.
  Η προσθήκη λέξεων και φράσεων, όσο και κάθε τι που θα συμβάλει στον εμπλουτισμό της προσπάθειας αυτής είναι πολύ επιθυμητή. Ως διαχειριστής αυτής της μορφής ιστοσελίδας “amfictyon.blogspot.gr” οφείλω και αποδίδω τα συγχαρητήριά μου στον κ. Σεραφείμ Νικ. Κακούρα, για την εξαιρετική αυτή εργασία.

Κωνσταντίνος Αθ. Μπαλωμένος
             φυσικός

---


Το Ρουμελιώτικο γλωσσικό ιδίωμα 

(μέρος Α’)



 

7/1/17

Μικροεπαγγελματίες της παλιάς Λαμίας


Στα προπολεμικά χρόνια



Εισαγωγή


   Είναι μια σημαντική σε αριθμό κοινωνική ομάδα, που ασκούσε μια επαγγελματική δραστηριότητα κατά κανόνα μεμονωμένα, σε σταθερή θέση ή πλανόδια, διαθέτοντας πολύ λίγα κεφάλαια. Συνήθως έκανε μικροεμπόριο (π.χ. ξηρών καρπών, παγωτών, γάλακτος, γλυκών, κλπ.), αλλά μπορεί να περιλάμβανε και τεχνίτες (π.χ. ακονιστής, καλαντζής, κλπ), ή παραγωγούς προϊόντος (π.χ. χαλβά, για μαλλί της γριάς, ψητά κάστανα, κ.ά.).
Φιστικάς υπαίθριος
     Τα στοιχεία που θα δοθούν προέρχονται από τα Βιβλία όλων των Ι. Ν. της Λαμίας, αλλά και από τα χειρόγραφα Βιβλία ληξιαρχικών πράξεων (1860, 1863) του Δήμου Λαμιέων. Καλύπτουν χρονική περίοδο μισού αιώνα περίπου στον 20ό αι., αλλά θα δοθούν και περιορισμένα στοιχεία από το 19ο αι., με όσο γίνεται συνοπτικό τρόπο.




Είδη μικροεπαγγελματιών


   Η πλέον διαδεδομένη δραστηριότητα ήταν αυτή των μικροπωλητών. Ήταν μεμονωμένα άτομα σε μόνιμη θέση ή πλανόδια, που διέθεταν είδη τροφίμων, ποτών (μικρεμπόριο), όπως :
Παγωτατζής

20/12/16

Σαλεπιτζήδες της παλιάς Λαμίας


Λησμονημένα επαγγέλματα



   Τα ζεστά ροφήματα ήταν πάντα ευχαρίστως αποδεκτά από όλους. Τις πρωινές ώρες, οι άνδρες έφευγαν απ’ το σπίτι για τις δουλειές τους, χωρίς να πιουν κάτι. Έτσι κάποιοι επαγγελματίες αναλάμβαναν να καλύψουν αυτή την ανάγκη είτε σε μικρά καταστήματα της Λαμίας, είτε ως πλανόδιοι επαγγελματίες. Εκτός από τα καφενεία, που σέρβιραν κυρίως καφέ ή τσάι, στη Λαμία υπήρχαν πολλά γαλακτοπωλεία (για ζεστό γάλα, κ.ά.), υπήρχαν και τρία σαλεπιστήδικα (για ζεστό σαλέπι).

Πλανόδιος σαλεπιτζής
(από παλιά κάρτα)
   Το σαλέπι (είναι τουρκική λέξη) προέρχεται από αποξηραμένους βολβούς διάφορων ορχεοειδών φυτών. Αυτοί μετά γίνονται σκόνη, η οποία βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα (το λένε τώρα τζίντζερ). Έτσι παράγεται το ομώνυμο ποτό, που είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει, καθώς και θερμαντικό λόγω της παχύρρευστης μορφής του και ως ζεστό ρόφημα. Φυσικά αυτό μπορούσαν να το φτιάξουν και στα σπίτια. Το αρωμάτιζαν, προσθέτοντας στο τέλος και κανέλλα.
   Στην παλιά Λαμία, υπήρχαν τρία μικρά καταστήματα που έφτιαχναν σαλέπι. Αυτά ήταν : στην οδό Τρούμαν (σήμερα λέγεται οδός Κουνούπη), στην αρχή της οδού Καραϊσκάκη (διαμπερές με την πλατεία Λαού) και στην οδό Καλύβα-Μπακογιάννη (δίπλα στο τότε ποτοποιείο Γ. Μπούτλα). Ο τελευταίος ιδιοκτήτης λεγόταν Μπουράντοβιτς. Όλοι αυτοί ήταν γκέγκηδες (από τη νότια Σερβία) ορθόδοξοι χριστιανοί και είχαν κάνει οικογένειες στη Λαμία. Σέρβιραν ζεστό σαλέπι, αλλά και ζεστό γάλα πρόβειο. Παράλληλα πουλούσαν και άλλα προϊόντα δικής τους παραγωγής, όπως γιαούρτι σε πήλινες τσανάκες, αλλά και χύμα. Επίσης χαλβά με σουσάμι (σουσαμένιο) ή με στραγάλια (στραγαλένιο), σαπουνέ  χαλβά, λουκουμάδες με μέλι και το φθινόπωρο έφτιαχναν σουτζούκια με καρύδια και μουσταλευριά.

26/4/16

Κοιμητηριακή γλυπτική σε αξιόλογα ταφικά μνημεία του Νεκροταφείου Ξηριώτισσας Λαμίας

Μέρος Β'



1.  Η ελληνική κοιμητηριακή  γλυπτική στο 19ο και 20ό αιώνα


α. Γενικά


Είναι γνωστό ότι παλιότερα έθαβαν τους νεκρούς μέσα στους ναούς ή στον περίβολο των εκκλησιών. Από το 1804 αυτό απαγορεύτηκε στη Δύση και από το 1834 στην Ελλάδα[1]. Η δημιουργία των κοιμητηρίων έξω από τις πόλεις έφερε την ανάγκη και την εξέλιξη της κοιμητηριακής γλυπτικής. Στον ελλαδικό χώρο δεν υπήρξε προηγούμενο ή συνέχεια, εφόσον προϋπήρχε η Τουρκοκρατία, αλλά - με πρότυπο άλλα ευρωπαϊκά νεκροταφεία - προήλθε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών και ακολούθησαν οι άλλες ελληνικές πόλεις.

Από εξαιρετικό ταφικό σύνολο του Νικ. Αθανασίου
στο Κοιμητήριο Ξηριώτισσας Λαμίας

   Το Νεκροταφείο Ξηριώτισσας Λαμίας παρακολούθησε προφανώς την ανάπτυξη της πόλης και επεκτεινόταν, όσο αυτή αναπτυσσόταν. Με αρκετή καθυστέρηση, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στην Ελλάδα, γίνονταν αλλεπάλληλες επεκτάσεις στον ίδιο χώρο του Νεκροταφείου (στην Ξηριώτισσα έγιναν 5-6 επεκτάσεις στην ίδια περιοχή), ως η ευκολότερη λύση, αντί της δημιουργίας νέου πιο οργανωμένου Νεκροταφείου σε άλλο χώρο.
    Το αρχικό τμήμα του Νεκροταφείου Ξηριώτισσας, από τα χρόνια της ίδρυσής του, ήταν περί τον Ι. Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και διαμορφώθηκε κυρίως ο κεντρικός δρόμος σε ικανή ειδυλλιακή αρμονία της φύσης (με κυπαρίσσια, πεύκα), με την τέχνη μιμούμενη αντίστοιχα μεγάλα κοιμητήρια, όπως το Α’ Νεκροταφείο Αθήνας.
    Γενικότερα, το Νεκροταφείο, αναπτυσσόμενο παράλληλα με την πόλη των ζωντανών και εξυπηρετώντας τις ανάγκες της πόλης, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αντανάκλασή της. Γι’ αυτό, η μελέτη των ταφικών μνημείων συμβάλλει στην ευρύτερη θεώρηση της ιστορικής διαδρομής της κοινωνίας που το δημιούργησε, παρέχοντας σημαντικό υλικό στους ερευνητές. Το νεκροταφείο, από ιδιωτικός χώρος λατρείας των νεκρών, έχει μετατραπεί σε δημόσια πτυχή της πολιτισμικής έκφρασης του λαού, με μνημεία αντιπροσωπευτικά της οικονομικής, πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας του τόπου.
    Η αποτύπωση αυτή - που είναι προϊόν μελέτης των γλυπτών μνημείων της Ξηριώτισσας - εμπλουτίζει την ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής. Σ’ αυτά διακρίνονται οι καλλιτεχνικές επιδόσεις των δόκιμων μαρμαρογλυπτών (Ιακώβου & Φραγκίσκου Μαλακατέ, Ιωάννη Καρπάκη, Μιχαήλ Τόμπρου, Νικολάου Περαντινού, κ.ά.) αλλά και η τεχνική αρτιότητα όσο και η διακοσμητική φαντασία ακόμα και εμπειρικών μαρμαρογλυπτών ή λιθοξόων (Α. Λίντζου, Γεωργίου Αιγινήτη, Νίκου Γεωργίου, Ιωάννη Κ. Τρέζου, κ.ά.).

6/3/16

Τα Νεκροταφεία ή Κοιμητήρια της Λαμίας



Μέρος Α’



1. Περί θανάτου

(σύντομη θεολογική αναφορά)
 
   Σύμφωνα με  την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη ο θάνατος δεν καθιερώθηκε[1] από το Θεό. Ο θάνατος του ανθρώπου δεν ανήκει στην τάξη που ο Θεός όρισε μέσα στη δημιουργία. Δεν ήταν κανονικό ή φυσικό για τον άνθρωπο να πεθάνει, εφόσον θα ήταν αφύσικος ο χωρισμός ψυχής και σώματος (δηλ. ο σωματικός θάνατος).
   Η άρνηση όμως του Αδάμ να υπακούσει στο θέλημα του Θεού, δηλ. η αμαρτία έφερε την προπατορική πτώση, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί στη γη η αρρώστια και ο θάνατος. Η θνητότητα του ανθρώπου είναι το στίγμα ή τα “οψώνια” της αμαρτίας (Ρωμ. στ’ 23).
   Αυτή τη Βιβλική αντίληψη για το θάνατο και τη θνητότητα την έχουν χάσει κάποιοι χριστιανοί σήμερα θεωρώντας τον μάλλον ως λύτρωση, ως απαλλαγή της αθάνατης ψυχής από τα δεσμά του σώματος. Είναι όμως ξένη προς την Αγία Γραφή. Προέρχεται στην πραγματικότητα από την Ελληνική ειδωλολατρική αντίληψη. Ο θάνατος δεν είναι λύτρωση[2], αλλά καταστροφή, εφόσον ο Άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή μαζί. Με το θάνατο η ψυχή χωρίζεται βίαια από το σώμα, που ήταν η φυσική σχέση, όπως την όρισε ο Θεός.


2.  Η κηδεία στην Ελλάδα


    Από την εποχή του κυκλαδικού πολιτισμού γύρω στο 3000 π.Χ. ως την υπο-μηκηναϊκή περίοδο το 1100-1200 π.Χ. οι Έλληνες εφάρμοζαν τον ενταφιασμό ως αποκλειστική πρακτική κήδευσης. Η καύση των νεκρών που εμφανίζεται γύρω στον 11ο αιώνα π.Χ. θεωρείται επίδραση της Ανατολής, πιθανώς των Χετταίων, και διαδόθηκε στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία. Ως τους χριστιανικούς χρόνους όπου ο ενταφιασμός ξαναγίνεται η μόνη πρακτική κήδευσης και οι δύο μέθοδοι εφαρμόζονταν στην Ελλάδα ανάλογα με την ιστορική περίοδο και την περιοχή.
   Η κηδεία στους αρχαίους Έλληνες από την ομηρική εποχή περιελάμβανε την πρόθεση, την εκφορά, την ταφή  και το περίδειπνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η διαδικασία ακολουθείται στην Ελλάδα πιστά μέχρι και σήμερα.
   Πρόθεση ήταν η εναπόθεση του στολισμένου νεκρού στη νεκρική κλίνη και η θρηνωδία των οικείων του. Στην εποχή μας ο νεκρός κείται σε φέρετρο, το οποίο είναι ανοιχτό σύμφωνα με την παράδοση, εκτός από τις περιπτώσεις που δεν το επιτρέπει η κατάσταση του πτώματος. Ο νεκρός «φυλάσσεται» από τους οικείους όλο το βράδυ πριν την ταφή, ιεροτελεστία που επιβάλλονταν από την λαϊκή σκέψη και διατηρείται ως σήμερα, το λεγόμενο ξενύχτι. Σημαντικό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης είναι το μοιρολόι, τα θλιβερά δηλαδή τραγούδια που τραγουδούσαν οι οικείοι του νεκρού μαζί με τη μοιρολογίστρα, επάγγελμα που έχει πια εκλείψει.

28/9/15

Τα καφενεία - ουζερί της προπολεμικής Λαμίας


Οι μάγοι με το μπρίκι



Α. Από την ανακάλυψη του καφέ στη λειτουργία καφενείων


 Στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ο καρπός του καφέ ήταν γνωστός από το 12ο αιώνα. Ως αυτοφυές φυτό, η ποικιλία Αράμπικα του καφέ, ανακαλύφθηκε τον 6ο αι. μ.Χ. στα υψίπεδα της Αιθιοπίας και της Υεμένης[1]. Η πρώτη χρήση του ήταν να τρώγεται ωμός με ψωμί. Λέγεται ότι κάποιος δερβίσης είχε την ιδέα να βράσει σπόρους καφέ και με το αφέψημά τους να σερβίρει τους πελάτες του. Έτσι το πρώτο καφενείο εμφανίστηκε στη Μέκκα.
 Μετά την κατάληψη της Αιθιοπίας από τον Τούρκο Σουλτάνο Σελήμ Α’, ο καφές εισήχθη το 1519 στην Κωνσταντινούπολη. Από τότε άρχισε η γνωστή χρήση του ως αφέψημα. H διάδοση όμως του καφέ ως είδους ευρείας κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα, μετά το 1543, οπότε άνοιξαν και τα πρώτα καφενεία (1551 ή 1554) που αναδείχθηκαν σε τόπους κοινωνικής συνάθροισης και λαϊκής επικοινω­νίας, ψυχαγωγίας και διασκέδασης (για κάλυψη εξωθρησκευτικών αναγκών). Πάντως τα πρωτεία στο άνοιγμα καφενείων διεκδικούν Αραβία, Αίγυπτος, Συρία, ενώ το πρώτο επίσημα γνωστό καφενείο το άνοιξαν δύο Σύριοι στην Κωνσταντινούπολη. Δίπλα στην Αγιά Σοφιά!
 Από την Υεμένη, μουσουλμάνοι έμποροι μετέφεραν τον καφέ στη Τζέντα, μετά στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Με πλοία έφθανε στην Κωνσταντινούπολη. Καθαριζόταν και καβουρντιζόταν. Κοπανιζόταν σε μεγάλα γουδιά. Μετά από έλεγχο, γινόταν η διανομή σε πωλητές. Συνήθως τον πουλούσαν[2] σε κόκκους και μετά στα καφενεία ή στα σπίτια[3], τον καβούρντιζαν και τον άλεθαν σε μικρό μύλο του καφέ.
 Η ιδέα του καφέ (ως αφέψημα) επεκράτησε γρήγορα και απλώθηκε και στην Ευρώπη. Από τότε άνοιξαν και εξαπλώθηκαν τα καφενεία.
 Στο Λονδίνο το πρώτο καφενείο ανήκε σε Έλληνα Μικρασιάτη. Το 1669, ο Τούρκος πρέσβης στο Παρίσι έγραψε ιστορία, μετά από επίσημο γεύμα, προσφέροντας καφέ στους καλεσμένους του! Ήταν ένα παχύρρευστο σκουρόχρωμο υγρό, άγνωστο μέχρι τότε στους Παριζιάνους, το οποίο τους κατέκτησε αμέσως!
 Στο α' μισό του 18ου αι., άνοιξε στη Μασσαλία το περίφημο «Café Procope» όπου σύχναζαν, μεταξύ άλλων, ο Βολταίρος, ο Ρουσσώ κι ο Ντιντερό, οι οποίοι απολάμβαναν το καφεδάκι[4] τους και αντάλλασσαν φιλοσοφικές απόψεις με άλλους θαμώνες.
 Μεταξύ 1890 και 1930 αναπτύχθηκε η καλλιέργεια του καφέ και στη Δυτική Αφρική όπου και ανακαλύφθηκε μία άλλη αυτοφυής ποικιλία, η Ρομπούστα, στις δυτικές περιοχές του τότε Ζαΐρ (πρώην Κογκό).
 Την ίδια εποχή η καλλιέργεια του καφέ Αράμπικα εξαπλώθηκε στη Λατινική Αμερική (Μεξικό, Γουατεμάλα, Κολομβία, Βραζιλία, κ.α.), ενώ το δεύτερο μισό του 20ού  αιώνα η Ρομπούστα εξαπλώθηκε σε Δυτική και Νότια Αφρική, δίνοντας νέα ώθηση στις υπάρχουσες φυτείες σε Ινδία, Ινδονησία και Ινδοκίνα.
 Στις αρχές του 20ού αι., εφευρέθηκε (1901) ο στιγμιαίος καφές από τον Ιάπωνα Σατόρι Κάτο, επιστήμονα που δούλευε στο Σικάγο των ΗΠΑ. Την πρωταπριλιά του 1938 ο στιγμιαίος καφές παρουσιάστηκε στο εμπόριο από την ελβετική εταιρία Nestlé με το εμπορικό όνομα Nescafé. Στις 3 τελευταίες 10ετίες του 20ού αι., αυτή η μορφή καφέ είχε μεγάλη εξάπλωση την Ελλάδα (ιδιαίτερα με τη μορφή του κρύου χτυπημένου καφέ, με το όνομα φραπέ). Επίσης ήρθαν και τα άλλα είδη καφέ όπως εσπρέσο, καπουτσίνο, γαλλικός  ή φίλτρου, κοζίτο, φροζίτο, κ.ά.


Β. Λειτουργία ελληνιών καφενείων - Η περίπτωση της Λαμίας


 Την περίοδο της Τουρκοκρατίας (τον 17ο αι.), άνοιξαν τα πρώτα καφενεία στην κατακτημένη Ελλάδα, όπου σύχναζαν μόνο Τούρκοι. Καφεκοπτεία δεν υπήρχαν και τα καφενεία προμηθεύονταν πράσινο σπυρί, το καβούρντιζαν στο μαγαζί σε μικρές ποσότητες και το άλεθαν σε μικρούς χειροκίνητους μύλους. Πάντως οι Έλληνες δοκίμασαν τον καφέ πριν από τους άλλους Ευρωπαίους.
 Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους (1828), στο Ναύπλιο, στην πρώτη πρωτεύουσα,  άνοιξε το πρώτο Ελληνικό καφενείο. Το πρώτο, καθαρά ευρωπαϊκού στυλ, καφενείο στην Αθήνα, ήταν το «Πράσινο Δενδρί» που άνοιξε το 1834 και λειτούργησε κάπου στην Ιερά Οδό!
  Το Ζητούνι από τις 20 Ιουνίου 1836, ονομάζεται και πάλι Λαμία. Το 1838 έχουμε στη Λαμία το πρώτο γνωστό καφενείο που λειτούργησε ο ζαχαροπλάστης Εμμανουήλ Φράγκου[5]. Δεν είναι γνωστή η θέση του.
 Το 1852 η κεντρική πλατεία της Λαμίας ονομάστηκε πλατεία Όθωνος[6]. Η άλλη ονομάστηκε πλατεία Διάκου. 
 Το 1870, το κεντρικό τότε Φαρμακείο των αδελφών Δ. Ιατρού, στην πλατεία Ελευθερίας της Λαμίας, εκτός από παραγγελίες φαρμάκων, έφερνε και λίγα εισαγόμενα είδη εμπορίου (όπως καφές, ζάχαρη, κ.ά.), που τα διαφήμιζε[7] ανάλογα. Η σχετική διαφήμιση παρατίθεται.
 
Το καφενείο Κρίτσα στο ισόγειο. Στη δεξιά γωνία είναι το ραφείο του Κων. Ρούση.
Δίπλα, οι σκαλωσιές για την κατασκευή του Ι. Ν. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Λαμίας (1916).

 Από το 1870 λειτουργεί το πρώτο καφενείο της Λαμίας, ιδιοκτησίας Ιωάν. Κρίτσα στην πλατεία Ελευθερίας (πρώην Όθωνος). Είναι στο ισόγειο μεγάλου διώροφου κτιρίου[8] στη γωνία με οδό Υψηλάντου 1 με πρόσοψη στην πλατεία (παρατίθεται φωτογραφία). Από το 1876 το ανέλαβε[9] νέος καφεπώλης, ο Δημήτριος Μόσχος που σέρβιρε και διάφορα γλυκίσματα καλλίστης ποιότητος.