"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

26/4/16

Κοιμητηριακή γλυπτική σε αξιόλογα ταφικά μνημεία του Νεκροταφείου Ξηριώτισσας Λαμίας

Μέρος Β'



1.  Η ελληνική κοιμητηριακή  γλυπτική στο 19ο και 20ό αιώνα


α. Γενικά


Είναι γνωστό ότι παλιότερα έθαβαν τους νεκρούς μέσα στους ναούς ή στον περίβολο των εκκλησιών. Από το 1804 αυτό απαγορεύτηκε στη Δύση και από το 1834 στην Ελλάδα[1]. Η δημιουργία των κοιμητηρίων έξω από τις πόλεις έφερε την ανάγκη και την εξέλιξη της κοιμητηριακής γλυπτικής. Στον ελλαδικό χώρο δεν υπήρξε προηγούμενο ή συνέχεια, εφόσον προϋπήρχε η Τουρκοκρατία, αλλά - με πρότυπο άλλα ευρωπαϊκά νεκροταφεία - προήλθε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών και ακολούθησαν οι άλλες ελληνικές πόλεις.

Από εξαιρετικό ταφικό σύνολο του Νικ. Αθανασίου
στο Κοιμητήριο Ξηριώτισσας Λαμίας

   Το Νεκροταφείο Ξηριώτισσας Λαμίας παρακολούθησε προφανώς την ανάπτυξη της πόλης και επεκτεινόταν, όσο αυτή αναπτυσσόταν. Με αρκετή καθυστέρηση, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στην Ελλάδα, γίνονταν αλλεπάλληλες επεκτάσεις στον ίδιο χώρο του Νεκροταφείου (στην Ξηριώτισσα έγιναν 5-6 επεκτάσεις στην ίδια περιοχή), ως η ευκολότερη λύση, αντί της δημιουργίας νέου πιο οργανωμένου Νεκροταφείου σε άλλο χώρο.
    Το αρχικό τμήμα του Νεκροταφείου Ξηριώτισσας, από τα χρόνια της ίδρυσής του, ήταν περί τον Ι. Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και διαμορφώθηκε κυρίως ο κεντρικός δρόμος σε ικανή ειδυλλιακή αρμονία της φύσης (με κυπαρίσσια, πεύκα), με την τέχνη μιμούμενη αντίστοιχα μεγάλα κοιμητήρια, όπως το Α’ Νεκροταφείο Αθήνας.
    Γενικότερα, το Νεκροταφείο, αναπτυσσόμενο παράλληλα με την πόλη των ζωντανών και εξυπηρετώντας τις ανάγκες της πόλης, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αντανάκλασή της. Γι’ αυτό, η μελέτη των ταφικών μνημείων συμβάλλει στην ευρύτερη θεώρηση της ιστορικής διαδρομής της κοινωνίας που το δημιούργησε, παρέχοντας σημαντικό υλικό στους ερευνητές. Το νεκροταφείο, από ιδιωτικός χώρος λατρείας των νεκρών, έχει μετατραπεί σε δημόσια πτυχή της πολιτισμικής έκφρασης του λαού, με μνημεία αντιπροσωπευτικά της οικονομικής, πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας του τόπου.
    Η αποτύπωση αυτή - που είναι προϊόν μελέτης των γλυπτών μνημείων της Ξηριώτισσας - εμπλουτίζει την ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής. Σ’ αυτά διακρίνονται οι καλλιτεχνικές επιδόσεις των δόκιμων μαρμαρογλυπτών (Ιακώβου & Φραγκίσκου Μαλακατέ, Ιωάννη Καρπάκη, Μιχαήλ Τόμπρου, Νικολάου Περαντινού, κ.ά.) αλλά και η τεχνική αρτιότητα όσο και η διακοσμητική φαντασία ακόμα και εμπειρικών μαρμαρογλυπτών ή λιθοξόων (Α. Λίντζου, Γεωργίου Αιγινήτη, Νίκου Γεωργίου, Ιωάννη Κ. Τρέζου, κ.ά.).

    Η εικονογραφία ήταν κοσμική, με τη δημιουργία νέων μορφών και συνθέσεων. Τα έργα που παρήγγειλαν καθόριζε η ελευθερία, από εκκλησιαστικούς και καλλιτεχνικούς κανόνες, , όσο και αυτοί που τα κατασκεύαζαν (δεν υπήρχε κριτική γι’ αυτά). Δεν υπήρξε επέμβαση της εκκλησίας στη μορφή των τάφων (στην αρχιτεκτονική ή στη διακόσμηση). Καλλιτεχνική κριτική για τέτοια έργα δεν έγινε.
   Φυσικά, η ταφική γλυπτική σε μεγάλο βαθμό εξαρτιόταν από τον παραγγελιοδότη. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, πολλά έργα ήταν αποτέλεσμα ανώνυμων τεχνιτών σε εργαστήρια, παρά καλλιτεχνών με προσωπικές ιδέες και γραφή. Η επιτάφια γλυπτική έζησε ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Έτσι, η κοιμητηριακή γλυπτική ήταν άμεση έκφραση του αστικού αισθητικού ύφους. Το θέμα ή την τεχνοτροπία αλλά και το υλικό του έργου, τα όριζαν το γούστο και η θέληση της οικογένειας που πλήρωνε. Ήταν δηλ. μια μορφή λαϊκής τέχνης που εξέφραζε την αστική τάξη. Το κίνητρο της ταφικής γλυπτικής δεν είναι μόνο προσωπικό, αλλά το υπαγορεύει κάπως η συλλογική παρόρμηση. Η τέχνη αυτή είναι ανεξάρτητη από κριτήρια αισθητικά κάποιας πολιτιστικής ελίτ, δεν είχε την πρόθεση του αισθητικού γεγονότος, αλλά εξυπηρετούσε κάποιο συγκεκριμένο και λειτουργικό σκοπό.
Ταφικό μνημείο Κων. Ρούση

   Στους ανώνυμους ειδικευμένους τεχνίτες (με αξιόλογα δείγματα γλυπτικής) προστέθηκαν και επώνυμοι καλλιτέχνες. Η ταφική γλυπτική - με αποτελεσματικό τρόπο - αποδίδει και τις συνθήκες (ιδεολογικές, οικονομικές και κοινωνικές) του νεοελληνικού κράτους. Παράλληλα αποδίδει και την πορεία (προβλήματα, δυσκολίες, προσπάθειες) της ελληνικής γλυπτικής « … στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών περικλείεται πάσα η κίνησις της νεωτέρας γλυπτικής», έγραψε το 1905 ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος.
    Ταυτόχρονα όμως το νεκροταφείο, μέσω του ταφικού μνημείου, εκφράζει κοινωνικές και οικονομικές δομές, επιτρέποντας στο μελετητή, αλλά και τον απλό άνθρωπο να γνωρίσει την ιστορία της πόλης και την κοινωνία της.
    Βέβαια ένα έργο τέχνης στον “κοινωνικό” χώρο του νεκροταφείου, μερικές φορές ως αποκλειστικό σκοπό, ικανοποιεί την ανθρώπινη ματαιοδοξία για επίδειξη, τεκμηριώνοντας την οικονομική ευμάρεια του παραγγελιοδότη (που συνήθως διαθέτει κοινωνική επιβολή ή πολιτική δύναμη). Η αναζήτηση προβεβλημένων ονομάτων οικογενειών της Λαμίας, που κυριαρχούσαν στην τοπική κοινωνία, με αξιόλογα ταφικά μνημεία είναι διαφωτιστική, επιτρέποντας συγκρίσεις με πόσους απ’ αυτούς υπάρχουν σήμερα. Έτσι η ιστορική μνήμη διατηρείται ακόμα, παρά τη μεγάλη αλλαγή, έως καταστροφή της ιστορικής φυσιογνωμίας της παλιάς Λαμίας. Με άλλα λόγια, τα επιτύμβια μνημεία του νεκροταφείου συνιστούν την ταυτότητα της πόλης, προσφέροντας μια λειτουργία ανάλογη με εκείνη ενός μουσείου.
    Τα περισσότερα σημαντικά ταφικά μνημεία ανήκουν σε άνδρες και γυναίκες, που δεν διακρίθηκαν στη ζωή τους[2]. Ίσως το πιο σπουδαίο στη ζωή τους να είναι ο σημαντικός - με γλυπτά έργα - τάφος τους. Οι περισσότεροι διάσημοι Έλληνες του 19ου αιώνα έχουν ασήμαντους τάφους, δηλ. είναι αντίστροφη η σχέση του ταφικού μνημείου με τη φήμη ή αξία του ανθρώπου που έχει ταφεί. Ως σχετικά παραδείγματα στο Νεκροταφείο Ξηριώτισσας Λαμίας αναφέρουμε τον φραγκοράπτη Κων. Ρούση, τον (άνευ άλλων στοιχείων) Ανδρέα Χατζημηταλά, τον Αναστάσιο Νικολάου από τη Μακεδονία, το Σταύρο Σωμμαρίπα, κ.ά. που είναι άγνωστοι (δεν άφησαν απογόνους), αλλά τα ταφικά τους μνημεία είναι εξαίρετα.
    Ο Δημ. Βικέλας (1884) έγραψε : «Δεν μέμφομαι τους ανεγείροντας πολυτελή μαυσωλεία εις μνήμην νεκρών προσφιλών αλλ’ ασήμων. Απ’ εναντίας ούτω πλουτίζεται και στολίζεται το κοιμητήριον × παρέχεται δε και εργασία εις τους γλύπτας μας η μόνη ίσως η οποία υποτρέφει επί του παρόντος την ωραίαν ταύτην τέχνην, προπαρασκευάζει δε δια το μέλλον νέαν σχολήν ελληνικής γλυπτικής. Το κατ’ εμέ προκρίνω απλήν εκ μαρμάρου πλάκα ή ανάγλυφα και ανδριάντας. Αλλ’ η προς επίδειξιν τάσις είναι κοινόν των ανθρώπων χαρακτηριστικόν, δεν είναι ελληνικόν αποκλειστικώς ελάττωμα».
   

β. Μορφές – τύποι ταφικών μνημείων


   Τάφος είναι ο τόπος όπου εναποτίθεται ο νεκρός (απλός λάκκος ή κτιστό μνημείο), κοινά λεγόμενο μνήμα. Από τα  αρχαία χρόνια, οι τάφοι σημειώνονταν με ένα ύψωμα, δηλ. από το μικρό ή μεγάλο λοφίσκο, που σχημάτιζαν τα σκαμμένα χώματα (οι λεγόμενες τούμπες). Φυσικά κάθε τάφος ήταν μεμονωμένος και δεν υπήρχαν ακόμα οργανωμένα νεκροταφεία.
   Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πρώτοι κατασκεύασαν μεγάλα μνημεία σε τάφους για τους βασιλείς τους. Τα πρώτα χρόνια, οι αρχαίοι μας έφτιαχναν τάφους πλησίον των οικιών. Οι μυκηναίοι έφτιαχναν  υπόγειους μεγαλοπρεπείς θολωτούς τάφους για τους βασιλείς τους. Οι  πλούσιοι έφτιαχναν θαλαμοειδείς τάφους. Οι πιο φτωχοί είχαν ορθογώνιους τάφους με μια πλάκα επάνω.
   Στα ιστορικά χρόνια υπάρχουν αντίστοιχα με τα προηγούμενα, μαρμάρινες ή πήλινες σαρκοφάγοι για τους πιο πλούσιους, ενώ οι  φτωχότεροι έχουν κεραμοσκεπείς ή γυμνούς τάφους σε ένα ορθογώνιο λάκκο. Στους Έλληνες παρατηρείται μεγάλη περιποίηση του τάφου, με πολλά δώρα των συγγενών και φίλων προς το νεκρό, όπως λύχνους, ληκύθους με μύρο, τρόφιμα σε δοχεία, κοσμήματα, κ.ά. (γνωστά ως κτερίσματα).
   Τα επόμενα χρόνια, γίνεται συνηθισμένο και απαραίτητο  στολίδι του τάφου, ο επιτύμβιος λίθος ή στήλη. Σ’  αυτή χάρασσαν το όνομα και τα στοιχεία της ζωής του νεκρού (ιδιότητες, αξιώματα, γεγονότα, κλπ.), καθώς και ανάγλυφες παραστάσεις από τη ζωή του. Έχουμε 4 είδη επιτύμβιων λίθων: τις στήλες, τους κίονες, τα ναΐδρια ή ηρώα και τις πλάκες. Μερικές φορές οι τάφοι είναι αρχιτεκτονικά μνημεία.
   Τα μνημεία αυτά χαρακτηρίζονται από μεγάλη τρυφερότητα, από φυσικό και αληθινό αίσθημα αγάπης και πόνου. Οι Έλληνες απέφευγαν τις σκληρές εικόνες του θανάτου, με σκελετούς, δρεπάνια και κλεψύδρες, που συνηθίζουν άλλοι λαοί.
   Στην αρχαία Αθήνα έθαβαν τους νεκρούς μέσα στην πόλη (μπροστά σε πύλες ή μέσα σε κήπους) και κυρίως στον Κεραμικό. Στην αρχαία Σπάρτη οι νεκροί θάβονταν μέσα στα σπίτια τους. Στους Ρωμαίους αργότερα απαγορεύτηκε να τους θάβουν μέσα στην πόλη.
   Σε όσους πέθαιναν μακριά απ’ την πατρίδα τους, οι έλληνες έφτιαχναν κενοτάφια. Μόνο οι κακούργοι, οι εχθροί και οι προδότες αφήνονταν άταφοι για τιμωρία να τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια.
Ταφικό μνημείο Σπύρου Κ. Τράκα

   Επάνω απ’ τον τάφο, το συνηθισμένο επίθημα (για τους χριστιανούς) ήταν (και είναι) σταυρός μπηγμένος στη γη[3]. Για τους πλούσιους (ηγεμόνες) έφτιαχναν κτίρια, όπως οι ναοί (π.χ. μνημείο του Μαυσώλου στην Αλικαρνασσό).
   Τα πρώτα χριστιανικά ταφικά κτίσματα (τάφοι, κοιμητήρια, κατακόμβες, μαρτύρια), έχουν  σημασία για την πρώιμη παλαιοχριστιανική εποχή, ως αποδεικτικό υλικό  της τέχνης της περιόδου αυτής και σχετίζονται με τη λατρεία των μαρτύρων και τα νεκρικά έθιμα των πρώτων χριστιανών.
   Στους 3 πρώτους αιώνες ήταν απλοί τάφοι, που είχαν απλώς ένα κιβώτιο ή στέγαστρο, αλλά μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού στις θέσεις των παλαιών τάφων ιδρύθηκαν μεγαλοπρεπή κτίρια τα οποία παράλληλα με την λατρεία των λειψάνων ανταποκρίνονταν και στις ανάγκες της θείας λειτουργίας.
   Στην βυζαντινή περίοδο (867-1453) δεν έχουμε μεγάλα ταφικά μνημεία. Μετά το 12ο αιώνα , όταν το πρόβλημα του θανάτου και της σωτηρίας της ψυχής θα γίνει μία από τις κυριότερες απασχολήσεις των ανθρώπων, θα ανεγερθούν ορισμένα ξεχωριστά κτίσματα. Για τις επίσημες ταφές οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τις σαρκοφάγους με γλυπτό διάκοσμο στις όψεις ή τον τύπο του τάφου με κιβώριο.
   Στην Τουρκοκρατία, οι χριστιανοί συνέχισαν να θάβουν τους νεκρούς τους , όπως και στο Βυζάντιο, τους μεν θνητούς γύρω από τις ενοριακές εκκλησίες ή τις μονές, τους δε προύχοντες, δωρητές και μοναχούς μέσα σ’ αυτές.

Ταφικό σύνολο Αναστασίου Νικολάου

    Μνημείο είναι το οικοδόμημα, η στήλη, το άγαλμα, κλπ. που δημιουργείται για ανάμνηση (διατήρηση της μνήμης) του νεκρού ή ενός σημαντικού γεγονότος.
    Έτσι είναι εμφανής η ιδέα της υστεροφημίας, που για τους αρχαίους Έλληνες ήταν προφανής, αλλά επανήλθε στα χρόνια του κλασικισμού[4]. Κατά την αντίληψη αυτή, ο θάνατος είναι “ένας ύπνος δίχως όνειρα” και το ταφικό μνημείο εκφράζει το ευγενικό μεγαλείο του θανόντος, χωρίς μακάβρια στοιχεία (σκελετούς, κρανία, κ.ά.), προσφέροντας την αιώνια ανάπαυση και δημιουργώντας περισυλλογή - όχι για τη ματαιότητα της ζωής, αλλά για την ολοκλήρωσή της - που είναι σύμφωνη και με τη χριστιανική μας αντίληψη. Παράλληλα ο χώρος του νεκροταφείου αποτελεί προϊδέαση του “τόπου χλοερού” και “τόπου αναψύξεως” με διάφορα φυτά, αλλά κυρίως με τα ψηλά λυγερά κυπαρίσσια, που έγιναν σύμβολα απόκοσμης γαλήνης. Έτσι το ταφικό μνημείο συνδέεται με την παραδεισένια φύση, ως αισθητικό ιδεώδες του κλασικισμού.
    Από την αρχαία γλυπτική χρησιμοποιήθηκαν αρκετοί τύποι, με πιο ενδεικτικό παράδειγμα τη χρήση της στήλης. Στο ελληνικό νεκροταφείο κυριαρχεί, αποτελώντας μοναδική περίπτωση στον κόσμο. Στην καμπή από τον 18ο στον 19ο αιώνα, από τους κλασικιστές γλύπτες, ο Ιταλός Antonio Canova[5] (1757-1822) ήταν ο πλέον διάσημος καλλιτέχνης. Στα ευρωπαϊκά εργαστήρια τυποποιήθηκε η παραγωγή από πολύ νωρίς και εφαρμόστηκε από τους Έλληνες ταφικούς γλύπτες.

Ανθεμωτή στήλη
μνημείου Ανδρέα Φαρδή

    Σημαντικό επίσης πρότυπο της επιτύμβιας διακόσμησης σε ταφικά μνημεία ήταν οι ανθεμωτές στήλες. Πρωτοβρέθηκαν στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού στην Αθήνα. Τις επανέφεραν στην κοιμητηριακή γλυπτική, οι Αφοί Μαλακατέ, με έργα τους στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας). Στο Κοιμητήριο Ξηριώτισσσας υπάρχουν 2-3 ανθεμωτές[6] στήλες. Στη Φθιώτιδα, η παλαιότερη βρίσκεται στο ταφικό μνημείο του Ανδρέα Φαρδή στο Κοιμητήριο Αγίας Παρασκευής Μεγάλης Βρύσης, μπροστά στον αντίστοιχο μικρό ναό.
     Στις στήλες αυτές, η ζωτικότητα των ανθεμίων στην κορυφή συμβολίζει τη διαρκή άνθιση και τη συνέχεια της ζωής.
    Οι πολύ πλούσιοι έδειξαν προτίμηση για μαυσωλεία τύπου ναΐσκου με κάποια τράπεζα-βωμό στο εσωτερικό του. Υπάρχει και ο τύπος του ναϊσκόμορφου ταφικού μνημείου, που βρήκε πολύ περιορισμένη εφαρμογή (Σπύρου Κομνά Τράκα, κ.ά.) όπως και ο τύπος της σαρκοφάγου.
    Οι επιτύμβιες πλάκες είναι πηγή ιστορικών στοιχείων. Οι σχετικές επιγραφές δίνουν ένα συνοπτικό δελτίο ταυτότητας του αρχικού θανόντος, αλλά και των μεταγενέστερων νεκρών, που τέθηκαν στον ίδιο τάφο. Περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο και τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου. Συχνά δηλώνουν την επαγγελματική ιδιότητα (π.χ. έμπορος, φαρμακοποιός, ιατρός, δάσκαλος, συμβολαιογράφος, κ.ά.), το αξίωμα ή το βαθμό (π.χ. συνταγματάρχης, αστυνόμος, κ.ά.), την εθνική δραστηριότητα (π.χ. έπεσε υπέρ πατρίδος, κ.ά.). Το επάγγελμα μπορεί να δηλώνεται έμμεσα από κάποιο γλυπτό στοιχείο[7], όπως τρίγωνο ή ταφ για μηχανικό, φίδι για γιατρό, ψαλίδι για ράπτη, κ.ά.

Τρίγωνο, διαβήτης, ταυ και φύλλα δάφνης
στο μνημείο του μηχανικού Γρηγ. Δροσοπούλου

    Στις επιγραφές των επιτύμβιων στηλών ή πλακών δίνονται πληροφορίες πολύ σημαντικές για μελέτη του μέσου όρου ζωής, για τη θνησιμότητα κάποιας οικογένειας ή γενικά σε κάποια χρονική περίοδο, που έχουν σχέση με κάποια επιδημία, κλπ.
    Τα κείμενα των επιγραφών έχουν γλωσσολογικό ενδιαφέρον, εφόσον αποδίδουν με ποικίλους τρόπους τον πόνο ή το πένθος. Πολύ λίγα σε αριθμό είναι γραμμένα σε αρχαΐζουσα γλώσσα, που προήλθαν (σύμφωνα με μαρτυρίες από άλλα νεκροταφεία) από φιλολόγους της εποχής εκείνης, με αμοιβή. Ίσως να ήταν και “μόδα” τότε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα μνημεία των : Σταύρου Σωμμαρίπα και των Γεωργίου & Μαρίας Κρίτσα. Υπάρχουν όμως και κείμενα απλής γραφής, που προέρχονται από τους άμεσα πενθούντες συγγενείς του νεκρού.

Επίγραμμα στη στήλη του μνημείου
Γεωργίου Κρίτσα

   Παρά τη φαινομενική ποικιλία ταφικών μνημείων, ένας προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι χρησιμοποιήθηκαν λίγοι σχετικά τύποι μνημείων με πολλές παραλλαγές. Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως στα διακοσμητικά στοιχεία. Η τεχνική του προπλάσματος στα εργαστήρια βοήθησε πολύ. Από τα πρώτα εργαστήρια της Αθήνας που εφάρμοσε με επιτυχία αυτό τον τρόπο δουλειάς ειδικευμένο στην επιτάφιες στήλες ήταν το εργαστήριο των αδελφών Μαλακατέ.
   Η παραπάνω πρακτική θα φέρει σταδιακά την κατάργηση της ταφικής γλυπτικής. Στα κοιμητήρια θα φέρουν πλέον απλούς σταυρούς, με ομοιόμορφες πλάκες με το όνομα του νεκρού, για ορισμένο χρονικό διάστημα που χρησιμοποιεί τον τάφο. Ως κυριότερη αιτία είναι η αλλαγή στάσης των ανθρώπων απέναντι στους νεκρούς κατά τον 19ο και τις πρώτες 10ετίες του 20ού αιώνα, εφόσον :
-  στη νέα ανταγωνιστική κοινωνία, η ανάμνηση των νεκρών από ζωντανούς εξασθενεί.
-  οι επιζώντες ξεχνούν εύκολα, η δε ηρωοποίηση του νεκρού σταματά.
-  είναι οικονομικά (καπιταλιστική αντίληψη) ασύμφορη η επένδυση σε τάφους.
-  η διακήρυξη της ισότητας των ζώντων, βρίσκει εφαρμογή και σε νεκρούς, με τη δημιουργία ομοιόμορφων τάφων.
Μνημείο γιατρού Δημάκη Ταλιαδούρου

    Στην ελληνική περιφέρεια, που έχει μικρές οικονομικές δυνατότητες σε σχέση με ισχυρούς παράγοντες της πρωτεύουσας ή των εμπορικών-ναυτιλιακών-κλπ. κέντρων, σε συνδυασμό με την καλλιέργεια του ατόμου, αναγκαστικά μείωναν τις αισθητικές απαιτήσεις  από ένα ταφικό μνημείο.
    Στον 20ό αιώνα μειώθηκαν οι παραγγελίες των κοιμητηριακών γλυπτών, οι δε μαρμαρογλύπτες αναπαράγουν γνωστά μοτίβα, μορφές και συμβολισμούς, που χαρακτηρίζονταν από συντηρητισμό, επαναληψιμότητα και τυποποίηση. Οι επιρροές αντλήθηκαν από ποικίλες καλλιτεχνικές τάσεις (κλασικισμό, ρομαντισμό, ρεαλισμό και συμβολισμό). Η ικανότητα και το ταλέντο του γλύπτη είναι τα κριτήρια για το τελικό εκφραστικό αποτέλεσμα, που κάποιες φορές μπορεί να υπερβεί τις επιθυμίες του παραγγελιοδόχου και τον προορισμό του έργου.
    Η πορεία (χαρακτηριστικά και εξέλιξη) της ελληνικής κοιμητηριακής γλυπτικής στο 19ο και 20ό αιώνα πρέπει να μελετηθεί, αφού καταγραφεί και φωτογραφηθεί το υλικό, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα και τη διάσωσή του από τον κίνδυνο να χαθεί. Συμβολή σ’ αυτό ας αποτελέσει και η παρούσα προσπάθεια.
    Η σημαντική υποχώρηση των έργων τέχνης και η εμφάνιση προκατασκευασμένων και ομοιόμορφων μηχανοποιημένων κατασκευών, χωρίς καλλιτεχνικές αξιώσεις χαρακτηρίζει τις πρώτες 10ετίες του 20ού αιώνα. Η αντικατάσταση του χειροποίητου έργου από το προϊόν της μηχανής δείχνει και την αλλαγή της προτίμησης του κοινού και ταυτόχρονα την αλλαγή της αντίληψης της κοινωνίας για το θάνατο.
     Από τα μεταπολεμικά  χρόνια η κοιμητηριακή γλυπτική αρχίζει να φθίνει. Τα εργαστήρια αναλαμβάνουν τυποποιημένες εργασίες, που αφορούν το μέγεθος, τη μορφή και την ποιότητα του τάφου, από τον απλό σταυρό μέχρι ποικίλες γλυπτικές συνθέσεις, οι οποίες αρκετές φορές έχουν αμφίβολο γούστο, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες, την αισθητική και τους πραγματικούς σκοπούς του παραγγελιοδότη (διάθεση εντυπωσιασμοί, ματαιοδοξία, κλπ.). Την περίοδο αυτή μέχρι τις μέρες μας, οι γλύπτες έχουν λίγες παραγγελίες, πλειοδοτούν δε οι προτομές. Πάντως, η ποιότητα της εργασίας σ’ αυτά τα έργα συνήθως δεν είναι ισοδύναμη με εκείνη των παλιότερων μαστόρων (με ελάχιστες εξαιρέσεις).

 γ.  Μνημεία


(i) Απεικονίσεις του θανάτου


Το “πενθούν πνεύμα” (1856)
κατά το Γιακουμή Μαλακατέ
   Η εικόνα του θανάτου σε ταφικά μνημεία εκφράστηκε κυρίως με αλληγορικές μορφές. Πιο συνηθισμένη ήταν το “πενθούν πνεύμα”. Χαρακτηριστικό μοτίβο[8] για το “πενθούν πνεύμα” ήταν ένας γυμνός φτερωτός νέος στηριζόμενος σε ανεστραμμένο αναμμένο δαυλό ή σε λαμπάδα, σύμβολο της ζωής που σβήνει, που προερχόταν από αρχαία γλυπτά. Αποδόθηκε με τη μορφή αγγέλου που κρατά την αναποδογυρισμένη δάδα, αλλά και σε διάφορες παραλλαγές, σε αρκετά μνημεία, κυρίως από τους Αφους Μαλακατέ (αλλά και από άλλους).

   Η ιδέα των αρχαίων Ελλήνων να παρουσιάσουν σαν δίδυμα αδέλφια το θάνατο και τον ύπνο βρήκε ένθερμο υποστηρικτή τον Γκέτε (1749-1832). Η απεικόνιση συνδυάστηκε με αγγέλους, υιοθετήθηκε από τον κλασικισμό για τον ήρεμο και ωραίο θάνατο και αποδόθηκε εικαστικά πλήρως από τον Ιταλό Canova. Το μοτίβο βρήκε μεγάλη εξάπλωση στα νεκροταφεία της δύσης, οι δε γερμανόφωνοι γλύπτες - από το 1835 - το έφεραν στην Ελλάδα. Στα νεοελληνικά κοιμητήρια βρήκε ξεχωριστή άνθηση (από τα μέσα του 19ου αιώνα), είχε δε μεγάλη απήχηση στα αθηναϊκά εργαστήρια αποκλειστικά με τη μορφή του αναγλύφου πάνω σε στήλη και λίγο ως ολόγλυφο. Οι αδελφοί Μαλακατέ και οι αδελφοί Φυτάλη ανέπτυξαν την παραγωγή του και την τυποποίησαν. Υπήρξαν διάφοροι συνδυασμοί με το δαυλό στο χέρι ή αφημένο δίπλα του, με διάφορα άλλα αντικείμενα συμβολικά του θανάτου όπως στεφάνια, κουκουβάγιες, πεταλούδες, κ.ά. Επίσης με γυναικείες μορφές γονατιστές ή όρθιες, με λαμπάδες ή λυχνάρια, με το πρόσωπο καλυμμένο, μισοκαλυμμένο ή όχι, με λύπη όμως και πένθος. Σε όλα αυτά οι μορφές ήταν  ιδεαλιστικές και ωραιοποιημένες. Χρησιμοποιήθηκαν μέχρι και τις αρχές του 20ού αι.

Το “πενθούν πνεύμα” (1855)
έργο Γεωργίου Φυτάλη
   Κατά τη νεοκλασική αντίληψη, όπως αποδόθηκε σε ταφικά μνημεία, ο θάνατος είναι το πέρασμα σε μια άλλη ζωή, ο δε άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να διατηρήσει ζωντανή την ανάμνηση προσφιλών του προσώπων, κρατώντας την επαφή με το παρελθόν και τις ρίζες του.

    Στην αντίληψη του κόσμου, ο νεκρός είναι αξία όπως και ο ζωντανός άνθρωπος, αλλά για το “δικό του άνθρωπο”. Με άλλα λόγια, ο χαρακτήρας της κοινωνίας είναι ατομοκεντρικός. Έτσι, από τα μνημεία του Κοιμητηρίου Ξηριώτισσας μόνο ένα μνημείο για τον Γεωργ. Π. Μαυρομιχάλη, ήρωα του πολέμου το 1897, προήλθε από θεσμικό φορέα, το Δήμο Λαμιέων.
   Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η εικόνα του θανάτου άλλαξε. Οι νέες συνθήκες ζωής (επαγγελματικές, κοινωνικές αναταράξεις, πολιτικές μεταβολές και πόλεμοι στην Ευρώπη, βεβαιώνουν ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει ανώδυνα, ήσυχα, εύκολα, όμορφα και ποιητικά. Οι χαρακτηρισμοί είναι πολύ πιο ρεαλιστικοί, μια πραγματικότητα που αποφεύγεται επίμονα και δεν θα αποτυπωθεί στο ελληνικό κοιμητήριο. Πάντως αντίθετα με τη Δύση[9], οι ορθόδοξοι τάφοι δεν έφεραν παραστάσεις σκελετών και κρανίων.
   Από τα παλαιότερα μνημεία αρκετά έγιναν για τα (ασύμβατα με το θάνατο) νιάτα, δηλ. για παιδιά, εφήβους και γενικά νέους. Τέτοια μνημεία τίμησαν τους : Δημ. Συγγούρη (4 ετών), Βασ. Βλαχάκη (μαθητή), Γεώργιο Κρίτσα (15 ετών), Μαρία Κρίτσα (4 ετών), Ελευθερία Παπακωνσταντίνου (14 ετών), Κων. Στεφανούδη (21 ετών), Αχιλλέα Παπαθανασίου - Αμβράζη (21 ετών), Αθαν. Ξηροτύρη (21 ετών), Δημ. Μαλακάση (20 ετών), κ.ά.

Θρηνούσα γυνή (έργο Ιάκ. Μαλακατέ)
σε ταφικό μνημείο Γεωργ. Ι. Κρίτσα

   Για το θάνατο νεαρών γυναικών η αστική τάξη θα κάνει ιδιαίτερες παραχωρήσεις μνημειακού χαρακτήρα. Για τους αστούς του 19ου αιώνα, η γυναίκα (σύζυγος ή θυγατέρα) ήταν στολίδι του σπιτιού, μέσο κοινωνικής προβολής και ενίοτε συναλλαγής (ανταλλαγή όμορφης κόρης με πλούσιο ή μεγαλοαστό γαμπρό). Όταν πεθαίνει σε νεαρή ηλικία, τότε την απεικονίζουμε ξαπλωμένη πάνω στον τάφο να κοιμάται. Αυτές είναι οι “κοιμώμενες”, οι ωραίες τρυφερές γαλήνιες υπάρξεις που κοιμούνται ως μια άλλη μορφή αγγέλων του θανάτου.
   Στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών υπάρχουν πιο γνωστές “κοιμώμενες”, για τη Σοφία Αφεντάκη (1878) του Γιαννούλη Χαλεπά, τη Μαρία Δεληγιάννη (1883) του Ιωάν. Βιτσάρη και τη «Στέλλα» (1917) του Γεωργ. Μπονάνου. Στο Κοιμητήριο Ξηριώτισσας Λαμίας δεν υπάρχει τέτοιο γλυπτό έργο.
    



 (ii) Ανθρώπινος χαρακτήρας, ιδιότητες και επιτυχία

Έργο Μιχ. Τόμπρου (1971), Αθήνα
    Στο 19ο αιώνα, σε ταφικό μνημείο με την προτομή του νεκρού ή με άγαλμά του, συνδύαζαν διάφορες αλληγορικές μορφές, συνήθως τις αρετές του. Τέτοιες ανάγλυφες παραστάσεις (σπανιότερα ολόγλυφες) ήταν  η Φιλομουσία, η Πίστη, η Ελεημοσύνη για τον ευεργέτη νεκρό, σε άλλον είναι η Ελπίδα και η Δικαιοσύνη και σε έναν άλλο η Επιστήμη (που ήταν ευεργέτης του Πανεπιστημίου). Ακραία περίπτωση είναι η απόδοση της ευεργεσίας[10] με τις μορφές λυπημένων γυναικών που συμβολίζουν τις πόλεις που ευεργετήθηκαν.




(iii) Εικόνα του νεκρού

    Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν τα περισσότερα γλυπτά των κοιμητηρίων. Η εικόνα του νεκρού αποδίδεται με γλυπτά αγάλματα, με προτομές ή με ανάγλυφα. Η μορφή, το μέγεθος, ο εμπλουτισμός του αγάλματος καθορίζεται από τον οικονομικό παράγοντα. Συνήθως τα αγάλματα αποδίδουν το νεκρό σε όρθια στάση, ενώ λίγα είναι καθιστά και ελάχιστα είναι με άλλα οικογενειακά μέλη.
Στέργιος Α. Στεργιόπουλος

    Το είδος που αντιπροσωπεύεται συχνότερα στο ελληνικό νεκροταφείο είναι οι προτομές. Συνήθεις είναι οι ανάγλυφες προτομές (εσώγλυφες ή εξώγλυφες) και από το 1870 έχουμε ολόγλυφες παραστάσεις. Πρέπει να έγινε κάποια τυποποίηση από τα εργαστήρια, σε 3-4 είδη. Αποδίδονται κατά πρόσωπο, συνήθως σε φυσικό μέγεθος. Ο ρεαλισμός είναι απαραίτητος στις προτομές-πορτρέτα αποδίδοντας τα κύρια και ουσιώδη χαρακτηριστικά και παραλείποντας τα δευτερεύοντα. Οι καλλιτέχνες δύσκολα ξέφευγαν από γνωρίσματα του κλασικισμού (λεπτομέρειες ή αρχαιοπρέπεια στα ρούχα) με την προσθήκη συμβόλων (γλαύκα, σφίγγα, ψάρι, κ.ά.) στην πίσω πλευρά της στήλης. Μερικά ανάγλυφα ήταν τόσο πολύ έξεργα που έμοιαζαν με περίοπτα αγάλματα.
    Η εικόνα του νεκρού που απέδιδαν παρά το κοσμικό της χαρακτηριστικό, δεν μειωνόταν στο επίπεδο του οικείου, ούτε του γραφικού. Ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να κερδηθεί η επίγεια αιωνιότητα του νεκρού. Με άλλα λόγια, ο νεοκλασικισμός στο ελληνικό νεκροταφείο δεν εκφράζει φόβους για την άλλη ζωή, αλλά κατοχυρώνει και διαιωνίζει τη μνήμη του νεκρού στον επίγειο κόσμο.



Το ανθέμιο

Το ανθέμιο, το λουλούδι στην αρχαία ελληνική γλώσσα, είναι ένα σχηματοποιημένο άνθος που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό θέμα. Πρόκειται για κλασική διακόσμηση που χρησιμοποιεί τα φύλλα του αγιοκλήματος ή άλλων φυτών (προσομοιάζει στα φύλλα του φοίνικα) και χρησιμοποιείται σε ζωφόρους ή ως στοιχείο διακοσμητικής απόκρυψης ατελειών στις άκρες μιας στέγης, ή σε σημεία ένωσης οικοδομικών στοιχείων. Οι παραπάνω τύποι απαντώνται στην κλασική Ελληνική και Ρωμαϊκή αρχιτεκτονική και συναφή ρεύματα τέχνης, όπως ο Κλασικισμός, ο Νεοκλασικισμός κ.λπ.


2. Το ζήτημα της καύσης των νεκρών [11]


Στους Εβραίους και τους σημιτικούς λαούς επικρατούσε από παλιά η ταφή των νεκρών. Αντίθετα, η καύση εθεωρείτο ειδωλολατρικό έθιμο, που το χρησιμοποιούσαν μόνο για τιμωρία ή μετά τη θανατική εκτέλεση. Έτσι και ο Χριστός – κατά την ιουδαϊκή παράδοση – μετά τον θάνατό του, θάβεται.
Την καύση των νεκρών έφερε στη Γαλλία η Επανάσταση με διάταγμα τον Απρίλιο του 1789. Ακολούθησαν και άλλα κράτη (Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία), δημιουργώντας αποτεφρωτικούς κλιβάνους (κρεματόρια).
Παρόλα αυτά, η καύση των νεκρών ακόμα και στις χώρες αυτές δεν επικράτησε (α) λόγω παράδοσης, (β) επειδή κόστιζε περισσότερο από την ταφή και (γ) μετά την αποδοκιμασία από την Καθολική Εκκλησία, που το 1886 την καταδίκασε.
Με την καύση των νεκρών δεν θίγονται βασικά θεολογικά δόγματα της χριστιανικής εκκλησίας. Στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει κάτι εναντίον της καύσης των νεκρών. Βέβαια στο αρχαίο έθιμο της ταφής στηρίχθηκε ο υμνογράφος της νεκρώσιμης ακολουθίας. Αυτό όμως δεν αποτελεί λόγο αντίθετο στην καύση.  Άλλωστε σε περιπτώσεις καύσης νεκρών, στα πολλά χρόνια των μαρτύρων από διωγμούς, η Εκκλησία  μας δεν αρνήθηκε τις θρησκευτικές τιμές της.
Πέρα από λόγους υγιεινής, η  συσσώρευση πληθυσμού στις μεγαλουπόλεις έχει δημιουργήσει σημαντικό πρόβλημα έλλειψης χώρων ταφής. Το δικαίωμα επιλογής στους πολίτες, για ταφή ή για καύση, η Εκκλησία μας δεν πρέπει να το αρνηθεί. Η παράδοσή μας, το  συναίσθημα, η πρακτική ανάγκη συνύπαρξης ζωντανών και νεκρών και κυρίως ο χρόνος θα κρίνουν.



3. Προς το μέλλον


    Το νεκροταφείο, μέσω των σημαντικών ταφικών μνημείων κυρίως, δεν αποτελεί μόνο μια αποθήκη μνήμης αλλά συνδέει το παρόν με το παρελθόν, προσφέροντας ιστορική γνώση όχι μόνο σε ερευνητές, αλλά και σε κάθε πολίτη και ειδικά μαθητή, ως ένα διαρκές μάθημα ιστορίας του τόπου του.
   Η ανάγκη να διατηρηθούν, συντηρηθούν και αναδειχθούν τα σημαντικά αυτά ταφικά μνημεία είναι προφανής και αποτελεί χρέος των ιδιοκτητών ή κληρονόμων των ιστορικών μνημείων, της Εφορείας Νεότερων μνημείων, αλλά πρώτιστα του Δήμου Λαμίας ώστε να αποδοθούν στις επόμενες γενεές.
    Το Κοιμητήριο Ξηριώτισσας - δυστυχώς - δεν είχε ποτέ ολοκληρωμένη σχεδίαση των χώρων του, ώστε να συνδυάσει την ύπαρξη των ταφικών μνημείων αισθητικού κάλλους με το φυσικό κάλλος (δένδρα, κήπους, αλέες, κλπ.). Μεταγενέστερες επεμβάσεις στον περιορισμένο από την αρχή χώρο του Νεκροταφείου, που έγιναν αυθαίρετα, μείωσαν τους διαδρόμους, “στρίμωξαν” τα παλαιότερα αξιόλογα μνημεία, αλλά δυστυχώς δεν ανέπτυξαν το αναγκαίο πράσινο (άνθη, δένδρα). Τα μνημεία είναι εγκαταλειμμένα χωρίς τη στοιχειώδη συντήρηση και προστασία (εφόσον εξέλιπαν οι απόγονοι των αρχικών ιδιοκτητών), έχουν σημαντικές φθορές και κάποια απ’ αυτά έγειραν με κίνδυνο κατάρρευσης.
   Όλα τα έργα που έχουν συμπληρώσει εκατό χρόνια ζωής, με το νόμο 3028/Ιούνιος 2002 (Προστασία Αρχαιολογικών και Νεότερων Μνημείων), προστατεύονται αυτόματα.

   Η ευθύνη για τη φροντίδα, τη διάσωση και την ανάδειξη των σημαντικών αυτών ταφικών μνημείων ανήκει στο Δήμο Λαμίας. Είναι αναγκαία άμεσα η σύσταση Επιτροπής Προστασίας των Καλλιτεχνικών Μνημείων των Κοιμητηρίων του (ευρύτερου πλέον) Δήμου Λαμίας. Θα τη στελεχώσουν ειδικοί. Βασικό της έργο θα είναι η λεπτομερής καταγραφή των αξιόλογων μνημείων. Στην κατεύθυνση αυτή θέλει η παρούσα προσπάθεια να έχει τη συμβολή της. Ως αναγκαίο εργαλείο και οδηγός της παραπάνω επιτροπής θεωρείται η έγκριση από το Δημοτικό Συμβούλιο Λαμίας ενός “Κανονισμού προστασίας των ταφικών μνημείων της πόλης”. Οι προ του 1940 τάφοι να θεωρηθούν ταφικά μνημεία (αφού κριθούν και χαρακτηριστούν από επιτροπή ειδικών), εφόσον αρκετά απ’ αυτούς έχουν ιδιαίτερη αισθητική αξία (χωρίς όμως να αποκλειστούν και μεταγενέστερα αξιόλογα μνημεία). Επιπλέον, εκτός από τα γλυπτά έργα (π.χ. μια προτομή, κ.ά.) οι τάφοι είναι μικρά αρχιτεκτονικά έργα (ως προς τη θέση και διαμόρφωση του χώρου, το ταφικό σύνολο, κλπ.).
   Όσοι έχουν ιδιοκτησίες τάφων πρέπει να συνεργαστούν με την Επιτροπή για τη διάσωση και ανάδειξη των μνημείων. Συντονιστής των έργων οφείλει να είναι ο Δήμος Λαμίας. Για τα απαραίτητα έργα και εργασίες, τόσο για τα μνημεία, όσο και για τη διαμόρφωση (ή νέα κατασκευή) της εισόδου του Νεκροταφείου Ξηριώτισσας, της εσωτερικής ρυμοτομίας, της επέκτασης του πρασίνου, κ.ά. πρέπει να ανευρεθούν και διατεθούν τα αναγκαία κονδύλια.
   Είναι πλέον καιρός η Λαμία να φροντίσει τη νεκρόπολή της …


Κωνσταντίνος Αθαν. Μπαλωμένος
                   φυσικός

 
------------------------

ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

1.    Υλικό ταφικών μνημείων Νεκροταφείου Ξηριώτισσας Λαμίας.
2.    Κωνσταντίνου Αθ. Μπαλωμένου : “Γλυπτά και παραστάσεις ταφικών μνημείων του Δημοτικού Νεκροταφείου Λαμίας”, ανέκδοτη εργασία, 2010.
3.    Δανιήλ Μ. : «Η εξέλιξη του Α’ Κοιμητηρίου της Αθήνας μέχρι τα χρόνια του Μεσοπολέμου», Περ. Αρχαιολογία & Τέχνες, τ.100, Αθήνα 2006
4.    Ηλίας Μυκονιάτης, ιστορικός Τέχνης, Αναπλ. Καθηγητής ΑΠΘ : “Η ελληνική κοιμητηριακή γλυπτική του 19ου  αιώνα”.
5.    Σκουτέρη, Τσανταρλιώτη, Παπαζιάν, Πλιάτσικα και Αποστολόπουλου :  “Θάνατος και αρχιτεκτονική”, άρθρο στο Διαδίκτυο.
6.    Α’ Κοιμητήριο Αθηνών – Μια υπαίθρια γλυπτοθήκη (περ. 7 Ημέρες της εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
7.    Ηθική και Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια.
8.    Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Τόμος ΙΒ’ - Αθήνα.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης Μαρτίου/9ης Απριλίου 1834 «περί των νεκροταφείων και του ενταφιασμού των νεκρών» απαγορεύτηκαν οι ταφές στις εκκλησίες, και ανατέθηκε στη δικαιοδοσία των Δήμων και Κοινοτήτων η ευθύνη των νεκροταφείων του κράτους.
[2] σε αντίθεση με άτομα σημαντικού πνευματικού ή κοινωνικού αναστήματος, που δεν είναι γνωστός ο τάφος τους.
[3] Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Τόμος ΙΒ΄ - Αθήνα.
[4] Είναι περίοδος της Ευρωπαϊκής ιστορίας και τέχνης, που ορίζεται μεταξύ των ετών 1770 και 1830, ως ακραία αντίθεση με το Μπαρόκ και το Ροκοκό.
[5] Ιταλός γλύπτης (1757-1822). Στη νεότητά του, ζώντας στη Βενετία, δημιούργησε έργα κυρίως νατουραλιστικά: "Ορφέας και Ευρυδίκη", "Απόλλων", "Δαίδαλος και Ίκαρος", "Ντον Αμιντέι" και "Δόγης Πάολο Ρενιέρ". Το 1781 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη και επηρεάστηκε βαθιά από το νεοκλασικισμό, του οποίου έγινε ο κυριότερος εκπρόσωπος με τα έργα του: "Εγκράτεια", "Έρωτας και ψυχή", "Ήβη", "Αφροδίτη νικήτρια", "Τρεις Χάριτες", "Παυλίνα Μποργκέζε" κ.ά. Στην εποχή του θεωρήθηκε ως "νέος Φειδίας".
[6] Για το ανθέμιο βλ. αναφορά στο τέλος της ενότητας.
[7] Υπάρχουν αντίστοιχα στα μνημεία του μηχανικού Γρηγ. Δρ. Δροσοπούλου, του γιατρού Δημ. Ταλιαδούρου κα του ράπτη Κων. Ρούση,
[8] εμφανίστηκε μετά το μέσον του 19ου αιώνα (πρώτα στο Α’ Νεκροταφείο Αθήνας).
[9] Στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, στον ίδιο χώρο εκτός από τους Ορθοδόξους θάβονται και οι Καθολικοί, ενώ οι Διαμαρτυρόμενοι διατηρούν ιδιαίτερο τμήμα.
[10] Όπως για το μνημείο του εθνικού ευεργέτη Μιχ. Τοσίτσα που έζησε στην Αίγυπτο (σε σχέδια του Λύσανδρου Καυταντζόγλου με γλύπτες τους Αφούς Φυτάλη (1860). Βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
[11] Βλ. “Ηθική και Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια” (λήμμα Νεκροί, σελ. 385-386).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου