"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

23/9/18

Προϊόντα της περιοχής Ζητουνίου (Λαμίας) και λοιπής Στερεάς


(από κείμενα ξένων και Ελλήνων περιηγητών)


Στο 18ο και στο 19ο αιώνα



Προλεγόμενα


  Στη Στερεά Ελλάδα και ειδικότερα στην επαρχία Ζητουνίου[1], την προαναφερόμενη περίοδο, η κυρίαρχη παραγωγή ήταν η κτηνοτροφία. Τα τσιφλίκια στα πεδινά που ανήκαν σε Τούρκους, δεν επέτρεπαν τη γεωργική ιδιοκτησία και παραγωγή. Οι Έλληνες αυτών των περιοχών ήταν κολλήγοι (ακτήμονες αγρότες). Τα προϊόντα της κτηνοτροφίας (γάλα, τυρί, μαλλιά, κρέας, δέρματα) των ημιορεινών και ορεινών περιοχών κάλυπταν τις ανάγκες των οικογενειών (αυτοτέλεια) και επέτρεπαν κάποιο μικρό εμπόριο.
Έλληνες χωρικοί την Τουρκοκρατία (λιθογραφία)
    Στα πεδινά παράγονταν δημητριακά, στις δε πλαγιές τα αμπέλια έδιναν ποιοτικό κρασί.  Ο καπνός ήταν σημαντικό προϊόν. Άλλα είδη που παράγονταν ήταν βαμβάκι, ρύζι, μετάξι και αλάτι. Επίσης στη Στερεά Ελλάδα σημαντικά ήταν τα φυτικά προϊόντα βαφής από ριζάρι και κρεμέζι.
   Πιο αναλυτικά στοιχεία, που προέρχονται από καταγραφές των ξένων και Ελλήνων περιηγητών, την αναφερόμενη περίοδο, ακολουθούν με όσο γίνεται σύντομο τρόπο.



 

1.    Παραγόμενα προϊόντα στο 18ο αιώνα


   Τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι., το Ζητούνι είχε πληθυσμό 4.000 κατοίκους περίπου. Για τις γεωργικές καλλιέργειες, το οθωμανικό δίκαιο προέβλεπε ότι για κάθε σπαρμένο χωράφι, ο αγάς της περιοχής εισέπραττε φόρο και ο σουλτάνος τη δεκάτη, δηλ. το δέκατο του καθαρού προϊόντος.
   Η υπηρεσία είσπραξης του αυτοκρατορικού φόρου λεγόταν Ιστιρά και ο υπάλληλος Ιστιρατζής. Η Ιστιρά του Βόλου περιλάμβανε τις περιοχές του Ολύμπου, της Ζαγοράς, τον κόλπο του Βόλου, τον κόλπο του Ζητουνίου[2]. Γενικά δηλ. όλη τη Θεσσαλία, τη Φθιώτιδα (μέχρι το όρος Οίτη και την Υπάτη), την Πελασγιώτιδα, τα Φάρσαλα, κλπ. Αυτή ήταν  η πιο εύφορη περιοχή.
   Το σιτάρι το μετρούσαν σε κιλά της Κωνσταντινούπολης, που 1 κιλό αντιστοιχούσε σε 22 οκάδες. Τα βιβλία των τελωνείων δεν ανέφεραν τα φορτία που εξάγονταν με φορολόγηση (Ιστιρά). Επίσης από τον κόλπο του Ζητουνίου (και της Κασσάνδρας) πραγματοποιούνταν και λαθραία φορτία. Αυτό βέβαια γινόταν όταν έλειπε ο υπάλληλος του τελωνείου.
   Οι χώροι όπου διακινούνταν το εσωτερικό εμπόριο ήταν κυρίως τα πανηγύρια. Εκεί έφερναν σε αλληλοσυνάφεια την παραγωγή της χώρας και με κάποιον τρόπο ενοποιούσαν την αγορά, ρυθμίζοντας και τις τιμές των προϊόντων. Μεγάλα πανηγύρια γίνονταν στην Πελοπόννησο (Μυστρά, Τριπολιτζά), στη Στερεά (Λαμία. Μοσχολούρι[3]) και στη Θεσσαλία (Λάρισα, Ελασσώνα).
   Στην κτηνοτροφία, η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη με εκτροφή πολλών ζώων, εφόσον τα ¾ του εδάφους της τουρκοκρατούμενης τότε Ελλάδας ήταν ακαλλιέργητα. Τα χωράφια που έμεναν ακαλλιέργητα δεν έμεναν χωρίς βλάστηση. Παρήγαγαν μόνα τους θυμάρι, ρίγανη, μαντζουράνα και όλα τα αρωματικά φυτά. Μια τέτοια χώρα ήταν ιδιαίτερα κατάλληλη για να διατρέφει κτήνη. … Το πρόβατο της Λειβαδιάς (όπως αναφέρει ο Φελίξ Μπωζούρ) ήταν ωραιότερο από το πρόβατο της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Ήταν πιο ψηλό, πιο δυνατό, με καλύτερο παράστημα, είχε μαλλί εξαιρετικά κατσαρό, αλλά μαλακό και απαλό.
   Οι βοσκές της Οίτης και του Παρνασσού άξιζαν περισσότερο από τις βοσκές των γειτονικών περιοχών. Τα πρόβατα αυτών των τόπων έδιναν πιο λεπτό κρέας και τα ωραιότερα μαλλιά.
Ριζάρι ή Αλιζάρι
… Στη Βοιωτία παραγόταν το ριζάρι (ή αλιζάρι) και το καλύτερο φύτρωνε στις όχθες της λίμνης Κωπαΐδας, στα χωριά Κάπρενα (ή Χαιρώνεια), Σκριπού (ή Ορχομενός), κ.ά. Το ριζάρι χρησιμοποιείτο στα βαφεία, παράγοντας στέρεο κόκκινο χρώμα, που έχει μεγάλη αντοχή στις δοκιμασίες του αέρα, του ηλίου και είναι σταθερό στα σύνθετα χρώματα. … Από τη μεγάλη πεδιάδα της Βοιωτίας παράγονταν 1.200 σάκοι (των 100 οκάδων) αλιζάρι. Οι 700 σάκοι καταναλώνονταν στην Ελλάδα για βαφή των νημάτων κυρίως στα Αμπελάκια και στον Τύρναβο. Οι υπόλοιποι 500 σάκοι εξάγονταν στο Λιβόρνο, Τεργέστη και Μασσαλία.
… Σε μέρη κυρίως της Φωκίδας και Βοιωτίας, όπως Δελφοί, Κρίσσα, Δαύλεια, Θεσπιές, κ.α. παραγόταν το κρεμέζι. Είναι το προϊόν ενός εντόμου (του κέρμη) που αναπτύσσεται σε μικρές βελανιδιές, με την τελική μορφή ενός κουκουλιού. Απ’ αυτό γίνεται μια κοκκινωπή σκόνη, που τη λένε “κόκκινο άλικο”. Είναι εξαιρετική χρωστική ύλη, απαραίτητη για βαφή. Η περιοχή της Λειβαδιάς παρήγαγε 6.000 οκάδες κρεμέζι το χρόνο (κατά μέσο όρο). Απ’ αυτές οι 2.000 οκάδες καταναλώνονταν στα υφαντουργεία του τόπου, ενώ οι υπόλοιπες 4.000 οκάδες εξάγονταν στη Γαλλία[4] και την Ιταλία.

Εμπορικός δρόμος στη Λειβαδιά (γκραβούρα)

   Είναι αξιοπερίεργο όμως ότι ο Felix Beaujour[5] αναφέρεται με επαινετικά λόγια για την ποιότητα του ελαιολάδου της Αττικής, αλλά δεν αναφέρει καθόλου τη Φθιώτιδα!
… Το εμπόριο στο Ζητούνι είναι σχετικά λίγο, αλλά μέσω του λιμένα Στυλίδας εξάγεται σίτος και όρυζα. Η γη παράγει άφθονο μετάξι και βαμβάκι και το τυρί, που παρασκευάζεται στα γειτονικά όρη, είναι περιζήτητο για την ποιότητά του.
… Οι γυναίκες της περιοχής Ζητουνίου επιδίδονταν στη μαγεία, όπως κατά την αρχαιότητα, αλλά ακόμη είναι ονομαστές για την ωραιότητά τους και ιδίως για τη δροσερότητά τους.



2.    Προϊόντα στο 19ο αιώνα, μέχρι την ανεξαρτησία


   Με την είσοδο του 19ου αι. πέρασε από τη Λαμία ο περιηγητής Έντουαρντ Ντάνιελ Κλαρκ (το 1801), ο οποίος έγραψε ότι : 
… Το Ζητούνι μπορεί να περιγραφεί ως μια μικρογραφία των Αθηνών. Η πόλη κινδύνευσε σοβαρά από μία πυρκαγιά, τρεις μήνες πριν.
   Το έτος 1805 πέρασε ο περιηγητής Γουίλιαμ Γκελ, που έγραψε σχετικά :
Το Ζητούνι, η αρχαία Λαμία. Ελάχιστα λείψανα αρχαίων ευρημάτων. Το τωρινό όνομα είναι μια υποδήλωση του λαδιού το οποίο παράγει. Το Ζητούνι είναι η πρωτεύουσα της περιοχής και λέγεται ότι έχει 2.000 κατοίκους.
   Το ίδιο έτος (1805) πέρασε ο Ιταλός περιηγητής Σιμόνε Πομάρντι, ο οποίος έγραψε :
Το Ζητούνι είναι σήμερα μία από τις πιο σημαντικές πόλεις της Θεσσαλίας, που διαδέχτηκε την αρχαία Λαμία, από την οποία δεν έμεινε τίποτε. Στο Ζητούνι υπάρχουν πολλές ελληνικές εκκλησίες και 4 μιναρέδες των Τούρκων περιτριγυρισμένοι από κυπαρίσσια και πολλούς κήπους με δένδρα που δημιουργούν μια λαμπρή θέα. Αυτή είναι η πρωτεύουσα της περιοχής και κατοικείται από 3.000 κατοίκους από τους οποίους μόνο το 1/10 είναι Τούρκοι και πολλοί Αλβανοί. Στη Στυλίδα[6], 3 ώρες από το Ζητούνι, φορτώνουν τα εμπορεύματα άλλων ειδών.
   Το κρασί που φτιάχνουν στο Ζητούνι είναι το καλύτερο απ’ όλα της περιοχής και περιέχει λιγότερο ρετσίνι. Το γάλα και τα τυριά είναι επίσης πολύ εξαιρετικά, γιατί τα λιβάδια είναι εξαίσια. Στο Ζητούνι εμπορεύονται πολύ το ρύζι, το σιτάρι, τον καπνό και το βαμβάκι, από το οποίο κάθε χρόνο φορτώνονται 300 καράβια.

 
Ελληνική αγροικία και υποστατικά (πίνακας του Dodwell,1801-1806)
  Το πρόβλημα με τις πολλές φερτές ύλες του ποταμού Σπερχειού ήταν εμφανές από τότε (1805). Όπως έγραψε ο περιηγητής Ουίλλιαμ Μάρτιν Λικ :
Τα αποθέματα από τις  μεταλλικές πηγές είναι τόσο άφθονα και μαζί με τις προσχώσεις του Σπερχειού και του Ασωπού, η αύξηση της ξηράς είναι συνεχής και ταχεία. Από το πρώτο μου ταξίδι θυμάμαι κάποιες αλυκές, που βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, τώρα απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από την ακτή, έτσι που έφτιαξαν νέα αλατοτήγανα κοντά της.
   Υπάρχει[7] η Τούζλα ή Τουζλί, αλυκές δυο μίλια δεξιά και το Εμίρμπεη[8], χωριό με δένδρα, μια ώρα δρόμο, δεξιά. ….
   Ο Γάλλος γιατρός του Αλή πασά και πρόξενος της Γαλλίας στα Γιάννενα Φραγκίσκος Πουκεβίλ, που ταξίδεψε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα την περίοδο 1806-1816 κατέγραψε για τον τόπο τούτο :
Τα βασικότερα λιμάνια του Ζητουνίου στο Μαλιακό κόλπο είναι η Στυλίδα και η Αγία Μαρίνα. Εκεί φορτώνονται δημητριακά από την κοιλάδα των Νέων Πατρών, που έχει βασική αποθήκη τον Εχίνο. Οι Υδραίοι ασκούν το εμπόριο σ’ αυτόν τον κόλπο, απ’ όπου οι Γάλλοι έπαιρναν άλλοτε, πάνω από δύο χιλιάδες βαρέλια σιτάρι, που το έκαναν εξαγωγή στο Κάδιξ και σε μερικά άλλα λιμάνια της Ισπανίας.
   Τη διετία 1809-1811 ο περιηγητής Τζον Γκαλτ κατέγραψε :
Ο πληθυσμός της Λαμίας δεν ξεπερνά τις έξη χιλιάδες ψυχές. Εδώ στην περιοχή βρίσκεται μια ασήμαντη βιοτεχνία υφάσματος, αλλά και μία σημαντική αλατιού. Τα παρακείμενα εδάφη θα πρέπει να είναι γόνιμα, αλλά η τυραννία που κατατρύχει ολόκληρη τη χώρα, τα καθιστά αδιάφορα και σχεδόν εγκαταλελειμμένα.
   Ο περιηγητής Χένρι Χόλλαντ, ο οποίος ταξίδεψε στην περιοχή την περίοδο 1812-1813 ανέφερε ότι :
Η κοιλάδα καλλιεργείται στο μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειάς της, παράγοντας κυρίως σιτηρά και στα σημεία όπου κατηφορίζει προς τα χαμηλότερα εδάφη, κοντά στη θάλασσα, παρέχει άφθονη βοσκή στα άλογα και τα πρόβατα, που βόσκουν σε τεράστια κοπάδια. … Λόγω του μικρού ύψους του επιπέδου (στις εκβολές του Σπερχειού), οι βαλτώδεις εκτάσεις είναι δυνατόν να διαβραχούν με αλμυρό νερό και να γίνουν πιο χρήσιμες ως βοσκότοποι για τα πολυάριθμα κοπάδια των αγελάδων που βόσκουν εκεί.
   Ο Έλληνας περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης, το 1815, περιγράφει τον τόπο και τις ασχολίες του :
Το Ζητούνι είναι πολιτεία ωραιοτάτη· εδώ μέσα γίνεται πανηγύρι μεγάλο το Φεβρουάριο, και είναι αγροικημένο παντού. …  Είναι εις δύο λόφους στολισμένους από σπίτια. Αυτοί οι δύο λόφοι σφαλούν εις το επάνω μέρος και μένει εις το μέσον ωσάν μπογάζι. Αυτού μέσα έχουν οι πραματευταί τα εργαστήριά των και τις πραγματείες τους. Αυτού μέσα είναι τα μπακάλικα, τα ψωμάδικα, τα μπαρμπεριά των, παίρνουν και πωλούν τα προς ζωοτροφίαν, αυτού μέσα γίνεται το παζάρι.
… Εβγαίνοντας κατά ανατολάς από το Ζητούνι, δια να έλθεις στη Στυλίδα, αφήνεις δεξιά τον κάμπο του Ζητουνιού, ένα νερόν εβγαίνει χαμηλά και δεν γίνονται μύλοι κι άλλα. Αυτό το νερό πνίγει χρονικώς το ένα τέταρτο από τον κάμπο του Ζητουνιού. Μ’ αυτό ποτίζουν τη γη το καλοκαίρι και είναι πάντα εύφορος. Δεν έχει αστόχια ποτέ. Εδώ μέσα γίνονται ρύζια, αρκετά βαμπάκια, σιτάρια και άλλα. Αυτά τα δουλεύουν όλα από το Ζητούνι. Ο τόπος όμως όλος είναι μούλκι του ηγεμόνος της Ελλάδος και δουλεύοντας παίρνουν τα μισά.
… Κατά ανατολάς σε δύο ώρες δρόμο ευρίσκεις το Αυλάκι, χωρίον και αυτό του ηγεμόνος…. Αφήνεις αυτό αριστερά και δεξιά βλέπεις την Αγίαν Μαρίνα, χωρίον και αυτό του Ηγεμόνος, κατοικημένο από χριστιανούς. Τώρα έκαμε αυτού πλησίον ένα παλάτι μεγάλον, ωσάν της Κωνσταντινουπόλεως, και είναι θαύμα επάνω εις την θάλασσαν. Και αυτού έρχεται ο ηγεμών όλο το καλοκαίρι με όλη του την φαμελίαν και κάθεται.
… Εβγαίνοντας από το Ζητούνι, απ’ έξω ευρίσκεις δύο βρύσες, με νερόν πολύ. Πλησίον των δύο αυτών πηγών, δεξιά του δρόμου είναι τέσσερα δένδρα συκιές, ωσάν μεγάλα πλατάνια. Έμπροσθεν , ακολουθώντας τον δρόμο ως μισή ώρα, είναι ένας κάμπος στενός. Εις την άκρια του στενού κάμπου είναι χωρίον Ταράτζα. Κατοικείται όλο από χριστιανούς. Έχει έως τριάντα σπίτια, έχει και εδώ μέσα ένα μεγάλον ο ηγεμών της Ελλάδος…. Αυτοί ζουν με την γεωργικήν, κάμνουν σιτάρια, βαμπάκι και καλαμπόκια.
   Το 1826 διήλθε τον τόπο ο Έλληνας περιηγητής Κωνσταντίνος Μάνος, που σημείωσε ότι :
Η επαρχία του Ζητουνίου … παράγει μια μεγάλη ποσότητα ελαιολάδου, του οποίου η εξαγωγή αποτελούσε υπολογίσιμο εμπορικό είδος για την εποχή και συμπεριλαμβάνει αλυκές, που αποφέρουν μεγάλα κέρδη.
   Το 1828, ο Γάλλος περιηγητής Σισερό Ντε Σεν Ντενίς, ανέφερε ότι :
Η κοιλάδα του Σπερχειού που περιλαμβάνει τις επαρχίες Πατρατζικίου και Ζητουνίου είναι αξιοσημείωτος λόγω της ευφορίας και της ποικιλίας των προϊόντων της. Αυτή είναι επιδεικτική μεγάλης ευδαιμονίας. Άφθονα νερά την ποτίζουν από όλες τις πλευρές.


3.    Προϊόντα στο 19 αι. του ελεύθερου πλέον ελληνικού κράτους


  Στο τέλος του 1828, ο κ. Χατζίσκος ήρθε στο Ζητούνι-Λαμία, όπου προ είκοσι ημερών διορίστηκε έπαρχος, και μάλιστα είχε νυμφευτεί προ δέκα ημερών. Πριν τρεις μέρες εγκαταστάθηκε στην οικία του. Είναι μια μεγαλοπρεπής τουρκική οικία, με ωραία θέα προς τον κόλπο… Στις 8 Δεκεμβρίου 1828 πέρασε από την πόλη ο περιηγητής Γουστάβος Εϊχτάλ, ο οποίος και κατέγραψε τα παραπάνω.
   Την περίοδο 1832-1833 πέρασε ο περιηγητής Κρίστοφερ Γουέρντσγουερθ, που σημείωσε:
   Η μαγευτική κοιλάδα, την οποία αρδεύει ο Σπερχειός, από τις παράλληλες πλαγιές της Όθρυος και της Οίτης μέχρι το Μαλιακό Κόλπο, με μήκος 60 μίλια είναι ξακουστή για τη γονιμότητα του εδάφους της, για τα πλούσια βοσκοτόπια της και για την όμορφη ποικιλία των δασών και των λόφων της …
   Σημαντική ήταν η παραγωγή αλατιού[9] από την αλυκή του Ζητουνίου στην Ιμίρμπεη. Ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος συμβούλεψε την κυβέρνηση να μην την ενοικιάσει, αλλά να την εκμεταλλευτεί το ίδιο το Δημόσιο. Αυτό έγινε μόνο για τις αλυκές : της Δόμβραινας, της Αττικής και του Ζητουνίου στη Στερεά Ελλάδα, των Θερμιών και Λεχαινών στην Πελοπόννησο και της Μήλου. Επιπλέον για κάθε αλυκή διορίστηκε διαχειριστής και η πώληση αλατιού γινόταν από ορισμένα πρατήρια[10], μεταξύ των οποίων στα Σάλωνα και στην Αταλάντη. Ταυτόχρονα απαγορεύτηκε[11] η εισαγωγή αλατιού από το εξωτερικό.

Αλυκή

   Η μεταφορά του αλατιού γινόταν με μακριά κάρα, που έσερναν καμήλες (στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και λίγο μετά) και αργότερα άλογα ή μουλάρια. Η διαδρομή που ακολουθούσαν από τις αλυκές, οι οποίες βρίσκονταν στην περιοχή Ανθήλης Φθιώτιδας προς τη Λαμία και μετά προς τη δυτική Φθιώτιδα και Καρπενήσι, γινόταν από τις (σημερινές οδούς της Λαμίας) Ταϋγέτου, Καβάφη, Ναυπάκτου προς το Παγκράτι. Μάλιστα την οδό Καβάφη στην περιοχή Νέας Άμπλιανης Λαμίας, όλοι παλιότερα την ήξεραν ως αλατόστρατα.
   Πλέον αναλυτικός στην καταγραφή του είναι ο περιηγητής Γουστάβος Εϊχτάλ, που βρέθηκε στην περιοχή την περίοδο 1834-1835 και ανέφερε ότι :
Η Στερεά Ελλάς έχει σήμερον περί τα 2 εκατομμύρια ζώα. Ο αριθμός μέγας, εν τούτοις η αξία των μαλλιών υψώθηκε από 60 λεπτά πέρυσι, να τιμώνται εφέτος (α.σ. το 1835) 1 δραχμή. … Οι Βλάχοι διατρέφουν τους ληστές στα όρη για προφύλαξη των ποιμνίων των. Οι αρχιποιμένες έχουν το προνόμιο να μην πληρώνουν τίποτα για τα ποίμνιά τους. Ο αριθμός τους είναι 2-3 χιλιάδες οικογένειες, που έχουν 200-300 χιλ. πρόβατα. Οι Αρβανιτόβλαχοι ζήτησαν να εγκατασταθούν στο Βαρδάρι (πλησίον  της Βουδουνίτσας). … Η φορολογία σήμερον πιέζει περισσότερο το γεωργό παρά το βοσκό. Η ετήσια αποφορά ενός προβάτου (ή αίγας) υπολογίζεται σε ένα τάλιρο, ο δε φόρος είναι 12 λεπτά μόνο. …. Από το προϊόν των ποιμνίων τρέφονται και ντύνονται οι κάτοικοι του εσωτερικού αλλά και των νήσων (Αιγαίου και Ιονίου). Γίνεται και κάποια εξαγωγή στη Νάπολη και στην Παπική επικράτεια, όπου ο τυρός ξοδεύεται για τα μακαρόνια.
   Στις γεωργικές καλλιέργειες ο Γουστάβος Εϊχτάλ παρατηρεί ότι :
Οι χωρικοί εν γένει δεν κοπρίζουν τας γαίας των. Καίτοι έχοντες την κόπρο των βοών και αγελάδων δεν την χρησιμοποιούν. Η τέχνη των συνίσταται να εκλέγουν ένα καλό τεμάχιο γης στη μέση μεγάλης έκτασης εθνικών γαιών, να το καλλιεργούν για ένα έτος και το επόμενο έτος το αφήνουν χέρσο. Εντούτοις, το πλείστο της καλλιεργήσιμης γης μπορεί με λίγη φροντίδα να σπέρνεται εναλλάξ, το ένα έτος με σίτο, το άλλο με κριθή, καλαμπόκι, κουκιά, βαμβάκι, κλπ. Τούτο άρχισε να γίνεται σε ορισμένες γαίες.
   Εκτός όμως των παραγόμενων προϊόντων, που ένα μέρος τους εξαγόταν, είχαμε και εισαγόμενα προϊόντα, που κάλυπταν τις ανάγκες της αγοράς. Γι’ αυτά ο περιηγητής Γουστάβος Εϊχτάλ σημείωσε :
Οι Έλληνες τώρα παίρνουν πολλά αντικείμενα γενικής χρήσεως από τα ξένα, καθώς πετσί για τις κάλτσες από την Ουγγαρία, φέσια από το Τούνεζι και την Ιταλία, πανί από την Αμερική, βόδια και άλογα από την Τουρκία, σίδερα από την Σβεκίαν. Με λέγουν ότι εις δύο χρόνους διακόσιες χιλιάδες βόδια και άλογα πέρασαν τα σύνορα. Έως φέτος η Ελλάς δεν εξήγε καθόλου σιτάρι και εις το εναντίον εισήγαγε για τις ανάγκες της. Λοιπόν τα αντικείμενα της εξαγωγής είναι μόνο το μετάξι, λάδι, κρασί για τη Ρωσία, σταφίδες, μαλλί, τυρί, ολίγο βαμβάκι, όλα τα οποία δεν μπορούν να ισοσταθμίσουν την ποσότητα των εισαγωγών.
   Η απαραίτητη πρόταση για τις ντόπιες προσπάθειες δευτερογενούς παραγωγής δίνεται από τον ίδιο περιηγητή (Γουστάβο Εϊχτάλ), το 1834, λέγοντας :
… Υπάρχει ανάγκη βελτίωσης και τελειοποίησης των ήδη στην Ελλάδα υπαρχουσών βιομηχανιών, όπως η κατασκευή μάλλινων και βαμβακερών υφασμάτων. Στα Αμπελάκια υπήρχαν εργοστάσια που προμήθευαν μάλλινα υφάσματα σε όλη τη Θεσσαλία και Ήπειρο.
   Το 1891 πέρασε από την περιοχή αυτή ο Έλληνας περιηγητής Κωνσταντίνος Καπράλος, ο οποίος έδωσε και αριθμητικά στοιχεία για τα παραγόμενα προϊόντα. Συγκεκριμένα :
Το κυριότερο προϊόν της Λαμίας είναι ο καπνός, το πλατύφυλλο εκείνο φυτό, που απαντάται σε μεγάλη ποσότητα στο μεσημβρινό μέρος της πόλεως, στη δεξιά όχθη του Σπερχειού. Τα άνυδρα καπνά του Παλιουργιού, Στύρφακας, Αρχανίου και Γενιτσούς και τα εν γένει, καθ’ όλη την έκταση του δήμου Μακρακώμης παραγόμενα, είναι καλλίστης ποιότητος στην Ελλάδα ξοδευόμενα, των οποίων η τιμή κυμαίνεται από 1 ½ - 3 ½ δρχ. την οκά. Τα άνωθεν του ποταμού, τα ποτιστικά λεγόμενα, είναι αφθονότερα, αλλά πολύ κατώτερης ποιότητος, τιμώμενα 80 λεπτά - 1 ½ δρχ., των οποίων μεγάλη κατανάλωση γίνεται στην Αίγυπτο. Η ετήσια παραγωγή ανέρχεται, συνήθως σε 2.000.000 οκάδες, αν η ξηρασία και αι ακρίδες δεν ελαττώσουν αυτήν αισθητώς. Σε πολλά μέρη είδα εκτάσεις γης καλά περιφραγμένης, γιούρτια καλούμενα, όπου διανυκτερεύουν επίτηδες αιγοπρόβατα, των οποίων η κοπριά μεγάλως συντελεί στην ευδοκίμηση του εκεί, κατόπιν, φυτεμένου καπνού και στην παραγωγή καλύτερης ποιότητος.

Άποψη της Λαμίας την περίοδο του Ελληνοτουρκικού πολέμου (1897)

   Για την πόλη της Λαμίας και τις συνθήκες ζωής ο ίδιος περιγράφει :
… Το υγιεινό της πόλεως, από τινος χρόνου, πολύ βελτιώθηκε χάρη στο δροσερότατο και ελαφρό ύδωρ το διοχετευόμενο δια υδραγωγείων σήμερα σ’ αυτή και στην καθαριότητα η οποία επικρατεί παντού. Οι αιματουρικοί πυρετοί, οι οποίοι κατεβασάνιζαν άλλοτε τους κατοίκους, σχεδόν εξέλιπαν πλέον. Κάποια μέρα, όταν διευθετηθεί η κοίτη του Σπερχειού και αποξηραθούν τα πέριξ της πόλεως υπάρχοντα έλη, θα αποκατασταθεί πλήρης υγεία και η διαμονή θα είναι λίαν ευχάριστος και τερπνή.
… Η προς το Δομοκό άγουσα οδός ευθεία και καλώς διατηρούμενη είναι ο συνήθης περίπατος των κατοίκων. Πηγαδούλια καλούμενα κοινώς. Ενταύθα υπάρχουν ωδικά καφενεία με Γερμανίδας αοιδούς και σαντούρια. Κατά το θέρος, πολύς κόσμος συρρέει καθ’ εκάστην εσπέραν, που διασκεδάζει στο ωραίο τούτο μέρος, όπου με κομψή αμφίεση, του συρμού, βλέπει νεάνιδες με συμπαθή φυσιογνωμία.


 Επίλογος

   Όταν τα περισσότερα εδάφη έμεναν ακαλλιέργητα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας,  είναι φανερό ότι η γεωργική παραγωγή ήταν ελάχιστη, ενώ ευνοήθηκε η κτηνοτροφία. Αυτό έγινε κατά την προαναφερόμενη περίοδο στη Στερεά Ελλάδα και ειδικά στην περιοχή Ζητουνίου. Από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους άρχισε η οργάνωση της παραγωγής με κυριαρχία του καπνού. Ακολούθησε σε παραγόμενη ποσότητα η σταφίδα, τα αμπέλια και το κρασί, τα δημητριακά, ενώ  τα προϊόντα της κτηνοτροφίας παρέμεναν πάντα σε ικανή ποσότητα και ποιότητα. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, δεν άλλαξαν αυτές οι παραγωγικές αντιλήψεις στην Ελλάδα.


Κωνσταντίνος Αθ. Μπαλωμένος
              φυσικός



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



[1] Η Λαμία από το 869 μ.Χ. λεγόταν Ζητούνι. Στις 28 Μαρτίου (με το παλαιό ημερολόγιο, δηλ. στις 9 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο) ημέρα Μεγάλη Τρίτη οι Τούρκοι έφυγαν και το Ζητούνι ελευθερώθηκε. Η τουρκική κατοχή στη Λαμία διήρκεσε 387 χρόνια (από το 1446 έως το 1833). Στις 20 Ιουνίου (π.η.) 1836 ονομάστηκε και πάλι Λαμία. (δηλ. για 964 χρόνια είχε το όνομα Ζητούνι).
[2] Φελίξ Μπωζούρ : “Πίνακας του Εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797)”, σελ. 81, έκδ. Αφών Τολίδη, 1974, Αθήνα.
[3] Το Μασχολούρι (τοπική προφορά Μασκλούρϊ) είναι χωριό του Δήμου Σοφάδων, του νομού Καρδίτσας, της περιφέρειας Θεσσαλίας.
[4] Οι Τυνήσιοι έβαφαν μ’ αυτό κόκκινα τα φέσια.
[5] Φελίξ Μπωζούρ : “Πίνακας του Εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797)”, έκδ. Αφών Τολίδη, 1974, Αθήνα.
[6] Από τη Στυλίδα διασχίζοντας μια πεδιάδα από ελαιώνες και σιτάρια φτάσαμε στον Αχινό. (αναφορά του Σιμόνε Πομάρντι)
[7] Όπως σημείωσε το 1805 ο περιηγητής Γουίλιαμ Γκελ
[8] Είναι η Ανθήλη.
[9] Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουρερ : “Ο Ελληνικός Λαός” , σ. 588, εκδ. Αφών Τολίδη, 1976, Αθήνα.
[10] Άλλα πρατήρια έγιναν : στους Μύλους του Ναυπλίου, στο Άργος, Λεωνίδι, Μαραθωνήσι, Καλαμάτα, Μεθώνη, Φιλιατρά, Κατάκωλο, Πάτρα, Ακράτα, Ναύπακτο Καλαμάκι, Ωρωπό και Ξηροχώρι,
[11] Διάταγμα 11/23 Απριλίου 1833, εφ. Κυβερνήσεως φ. 15, σελ. 100-102.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου