"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

12/2/15

Λαογραφικά της Ανιάδας Ευρυτανίας



… αντί προλόγου

   Στις λιγοστές σελίδες που ακολουθούν προσπάθησα να δώσω λίγες εικόνες απ’ την καθημερινότητα  και γενικά τις συνθήκες ζωής των κατοίκων του χωριού κατά την προπολεμική περίοδο και τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, όπως τις άκουσα από παλιότερους Ανιαδιώτες κι όπως τις έζησα «άγουρος του χωριού κι εγώ» στη δεκαετία του ’60.

Σεραφείμ Νικ. Κακούρας
           φιλόλογος

Πανοραμική φωρογραφία της Ανιάδας


Α. Ιστορικά στοιχεία (συνοπτικά) του τόπου

  Στις παρυφές του όρους Καλιακούδα, κάπου στα νοτιοανατολικά του νομού της Ευρυτανίας, βρίσκεται ένα μικρό χωριουδάκι, η Ανιάδα. Μεγάλες εύφορες εκτάσεις για να θρέψει τους κατοίκους του δεν έχει, όπως εξ άλλου και όλη η ευρύτερη περιοχή, και για το λόγο αυτό λιγοστοί ήταν πάντοτε οι κάτοικοί του.
Το όρος Καλιακούδα (υψόμ. 2.101μ.)
Η αρχική θέση του χωριού σύμφωνα με κάποιες ενδείξεις φαίνεται πως δεν ήταν η ίδια με τη σημερινή, αλλά βρισκόταν απέναντι εκεί στους πρόποδες του όρους του Αϊ-Λιά. Όμως σε κάποια απροσδιόριστη χρονικά εποχή, εξ αιτίας μιας φοβερής  κατολίσθησης του βουνού, το χωριό ερημώθηκε. Πώς ονομαζόταν εκείνο το χωριό; Κανένας δεν ξέρει να πει. Υπάρχει όμως μια παράδοση που λέει πως απ’ την καταστροφή εκείνη είχαν απομείνει λιγοστά σπίτια, μόνον εννιά, οι κάτοικοι των οποίων αποφάσισαν για λόγους ασφαλείας να μετοικήσουν στον τόπο όπου βρίσκεται το σημερινό χωριό. Απ’ τον αριθμό αυτόν των εννιά σπιτιών πήρε το όνομά του το καινούργιο: Εννιάδα, και κατά παραφθορά με το πέρασμα του χρόνου Ανιάδα. Άλλοι, τέλος, πιθανολογούν ότι ονομάστηκε έτσι απ’ τους αρχαίους Αινιάνες.

  Κατά τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού, είχαν εγκατασταθεί Βούλγαροι και Σλάβοι, κι αυτό αποδεικνύεται και από σχετικά τοπωνύμια που σώζονται. Ανατολικά του χωριού, υπάρχουν δυο περιοχές με τα ονόματα : στ’ Βούλγαρ’ η μια και στ’ Σκλάβ’ η άλλη (ας σημειωθεί ότι κατά τους βυζαντινούς χρόνους οι Σλάβοι λέγονταν και Σκλάβοι και Σκλαβινοί και είχαν εγκατασταθεί σε πολλά μέρη της ορεινής Ελλάδας ζώντας ειρηνικά κοντά στους ντόπιους με τα κοπάδια τους . οι άνθρωποι αυτοί εκχριστιανίστηκαν και πήραν χριστιανικά ονόματα). Στις προαναφερθείσες περιοχές, που χρησίμευαν ως χωράφια των Ανιαδιωτών μέχρι και τους μεταπολεμικούς χρόνους, βρέθηκαν παλιοί τάφοι πολύ απλοϊκής κατασκευής. Σε κοντινή περιοχή του σημερινού χωριού και στην αντίθετη με τις προαναφερθείσες, υπάρχει και τοποθεσία με το όνομα Γκρεκ. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι στην Ανιάδα, παρά το μικρό αριθμό κατοίκων, που πάντα τη χαρακτήριζε, διατηρούνταν, κι ως ένα βαθμό εξακολουθούν να διατηρούνται, πολλά αρχαιοελληνικά ονόματα όπως : Επαμεινώνδας, Θρασύβουλος, Μενέλαος, Ξενοφώντας, Περικλής, Αλέξανδρος, Κλεομένης, Παυσανίας, Φίλιππος, Αφροδίτη, Αθηνά, Αλεξάνδρα, Ρωξάνη, Ασπασία… . Μήπως η ύπαρξη των ονομάτων αυτών υποδηλώνει μια προσπάθεια του ελληνικού στοιχείου της περιοχής να ξεχωρίσει και να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα, αφού ζούσαν πλάι-πλάι με Σλάβους και Βουλγάρους, των οποίων οι ασχολίες και οι συνθήκες ζωής δεν διέφεραν διόλου απ’ αυτές των Ελλήνων κι ασφαλώς οι μεταξύ τους σχέσεις θα ήταν καλές;
Κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και λίγο μετά, στο χώρο του σημερινού χωριού θα υπήρχαν αρκετά σπίτια, όπως φαίνεται κι απ’ τον παρακάτω αναφερόμενο κατάλογο εκλογέων της επαρχίας Καρπενησίου του 1829 που σώζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους :

 
ΓΑΚ. Πλ. Τοπ. Κυβ., φ. 7
(Συνων. Στην 565/9.6.1829 αναφ. Διοικ. Καρπεν.)
         


Την 9 Ιουνίου 1829
Εν Πλατάνω Κραββάρων
Ο Γραμματεύς του Προσωρ. Διοικ. Καρπεν. και εις απουσίαν αυτού

Σ. Α. Σίμος

----------------------------

Βλαχ(οχώρια) αριθ. 2
Σέλου, Ανιάδα, Σιγκρέλου

  Δυνάμει του υπ’ αριθ. 10049 ψηφίσματος, και των υπ’ αριθ. 10050 οδηγιών της Σ. Κυβερνήσεως, και κατά την υπ’ αριθ. 424 προκήρυξιν του Προσωρ. Διοικ. της Επαρχίας ταύτης, σήμερον 19 του παρόντος, ημέρα Κυριακή, γενομένης της εγχωρίου Συναθροίσεως των εγκατοίκων των χωρίων τούτων εν τω ναώ τιμωμένω του Αγίου Αθανασίου και αναγνωσθέντων μεγαλοφώνως των ειρημένων του τε ψηφίσματος και των οδηγιών της Σ. Κυβερνήσεως, προεδρεύοντος των δημογερόντων των χωρίων τούτων κυρίων Γιώργου Μαστρογιαννάκη εκ του Σέλου, Κουτρούμπα εκ της Ανιάδας, Αναγνώστη εκ του Συγκρέλου, κατεστρώθη ο κατάλογος, ως κάτωθεν φαίνεται, των παρόντων και εχόντων δικαίωμα ψήφου Πολιτών, αποδειχθείσης δια της πλειοψηφίας κηρύττεται η συνάθροισις αύτη νόμιμος.
Αποβληθέντων δε εκ της συναθροίσεως ταύτης των μη εχόντων δικαίωμα ψήφου εγκατοίκων Πολιτών, και αναγνωσθέντος μεγαλοφώνως παρά του Γεροντοτέρου της συναθροίσεως ταύτης, κυρίου Θανάση Πρεπάρα, Αναδιώτου, του περί εκλογής των εκλογέων όρκου, ωρκίσθηκαν όλα τα μέλη της συναθροίσεως.
Μετά δε τον όρκον καταστρωθέντος του Καταλόγου των εις εκλογήν υποψηφίων Γεροντοτέρων μελών της συναθροίσεως ταύτης, κυρίων Γιώργου Κουτρούμπα, Θανάση Πρεπάρα, Αναγνώστου Παπαδόπουλου, Νικολάου Ζαμπούλα και Δ. Τζιτούρη, Σελιώτου, ως κάτωθεν φαίνεται και ψηφοφορηθέντος ενός εκάστου των υποψηφίων ιδιαιτέρως κατά σειράν εκλέχθη νόμιμος εκλογεύς, ο προσυπογραφόμενος Γιαννάκης Τζαμπούλας.
Αριθ. των παρόντων οικογενειών των κατοίκων των τριών χωριδίων 81.
Τη 19 Μαΐου 1829 Ανιάδα.
Κατάλογος των εχόντων δικαίωμα ψήφου μελών της Συναθροίσεως.

Χ. Σέλου
1. Γιώργος Μαστρογιαννάκης,  2. Δημήτρη Τσιτούρης, 3. Δημήτρη Μπερτζάς,  4. Κώστας Δημόπουλος,  5. Νίκος Γιαννακόπουλος,  6. Ζαχαρής (απών),  7. Δημήτρης Κατσιγιαννάκης,  8. Θανάσης Παπαδόπουλος.

Χ. Ανιάδα
9. Θανάσης Πρεπάρας,  10. Γιώργο Σερετάκης,  11. Γιώργο Γαβριήλ,  12. Δημήτρη Μακρυγιαννόπουλος,  13. Γιάννο Τζανέτος,  14. Παναγιώτης,  15. Δημήτρη Βουζελής,  16. Κώνστας Μακρύς,  17. Χρήστο Μακρύς, 18. Γιώργο Μακρύς, 19. Γιώργο Τζονόπουλος,  20. Τζονογιάννης,  21. Καραγιάννης,  22. Κοτρώνης,  23. Κουτρούμπας,

Χ. Σιγκρέλου
24. Γιαννάκης Τζαμπούλας,  25. Νικολό Τζαμπούλας,  26. Αναγνώστης,  27. Καρανάσος,  28. Μπαουρδάκης,  29. Γερο Τζαμπούλας,  30. Γιάννο Χοντράκης,  31. Νικολάκης Γερονίκου.

Κατάλογος των υποψηφίων
1.      Γιαννάκης Τζαμπούλας. Ψήφοι : 20 λευκοί, 09 μέλανοι.
2.      Μπαουρδάκης. Ψήφοι : 15 λευκοί, 14 μέλανοι.
3.      Γιώργο Σερετάκης. Ψήφοι : 10 λευκοί, 19 μέλανοι.
4.      Ζαχαράκης (απών). Ψήφοι : 07 λευκοί, 22 μέλανοι.

Ο Ιερουργός της ημέρας και εις έλλειψίν του τα καταστρώσαντα τον κατάλογον των υποψηφίων μέλη.
1. Γιώργο Κουτρούμπας, απ’ Ανιάδα.
2. Θανάσης Πρεπάρας, Ανιάδα.
3. Αναγνώστης Παπαδόπουλος, Σιγκρέλου.
4. Νικολός Τζαμπούλας, Σιγκρέλου.
5. Τζιτούρης, Σέλου.
Ίσον απαράλλακτον τω πρωτοτύπω φυλαττομένω παρά τη Δημογεροντία Ανιάδας.


Οι Δημογέροντες
γιοργος κουτρούμπας
γιοργος μαστρογιανοπολος
αναγνοστις δοπλος



----------------------------------------------
(Σημείωση : 1. Τα πρακτικά των Εγχωρίων Συναθροίσεων προφανώς ήταν συνημμένα στην παρούσα κατάσταση. Όμως τελικά αυτή αρχειοθετήθηκε στο φάκελο «τοποτηρητής Κυβερν.», ενώ τα πρακτικά αρχειοθετήθηκαν. 2. Τα πρακτικά αριθμούνται από τη Γραμματεία του Διοικητηρίου, όπως στην συγκεντρωτική κατάσταση. Σε ορισμένα αναφέρονται και οι ενδείξεις των περιοχών, όπου ανήκαν (Βλαχοχώρια, Πολιτοχώρια, Σοβιολάκου). 3. Τα ονόματα και η ορθογραφία διατηρούνται όπως στο πρωτότυπο.)



---------

 
Χάρτης της Χώρας των Ευρυτάνων (έτος 1809)
 


Β. Η γεωργική παραγωγή

         


Κάθε σπίτι τα χρόνια εκείνα είχε τη δική του σοδιά σε γεωργικά προϊόντα, μικρή ή μεγάλη, που ως ένα βαθμό κάλυπτε τις βασικές ανάγκες της οικογένειας για ολόκληρη τη χρονιά, τα υπόλοιπα … απ’ το Καρπενήσι, φορτωμένα στο μουλάρι ή σε γαϊδουράκι. Έτσι στα αμπάρια των σπιτιών βρίσκονταν πάντα φασόλια, πατάτες, σιτάρι, κριθάρι, ρεβίθια, καλαμπόκια και όσα άλλα οι ίδιοι καλλιεργούσαν σε κήπους και χωράφια. Αρκετοί κρεμούσαν στο ταβάνι των δωματίων καλαμπόκια ξεφλουδισμένα, ρόδια και σταφύλια, έτσι για το καλό, και τα άφηναν εκεί να στολίζουν σ’ όλη τη διάρκεια του Χειμώνα τα δωμάτια.
Το σιδερένιο αλέτρι
 Η καλλιέργεια των χωραφιών ήταν δύσκολη υπόθεση και κατά κανόνα γινόταν με το τσαπί. Σε λίγες περιπτώσεις το όργωμα γινόταν με ένα ξύλινο αλέτρι που μπροστά μπροστά είχε ένα μεταλλικό υνί και το έσερνε ένα μουλάρι και σ’ ακόμα πιο σπάνιες γινόταν με σιδερένιο αλέτρι.
  Λιγοστά ήταν τα εύφορα χωράφια κι απ’ αυτά τα πιο πολλά ήταν μακριά (στα Δμάρκα και στις Λογγές), τα υπόλοιπα ήταν φτωχά, πολλές πέτρες, λιγοστό χώμα και λιγοστό νερό. Το πρόβλημα της λειψυδρίας ως ένα σημείο αντιμετωπιζόταν με γούρνες που έφτιαχναν και πολύ επιμελούνταν. Όπου ανάβλυζε λίγο νεράκι το μάζευαν σχεδόν σταγόνα σταγόνα κι έπειτα με αυλάκι που κατασκεύαζαν και συντηρούσαν το μετέφεραν κάποτε και σ’ αρκετά μακρινές αποστάσεις. Τέτοιες γούρνες έβρισκες παντού, στο Βαθύρεμμα, στου Ραφταμπέλι, στα Δμάρκα … αλλά και μέσα στο χωριό για το πότισμα των κήπων.
 Στο χωριό υπήρχαν τρεις κύριες γούρνες : η απανομαχαλήτικη, η γούρνα της γυφτόβρυσης κι αυτή στα προσήλια. Η συντήρησή τους καθώς και των αυλακιών που έφερνε το νερό ως τους κήπους ήταν υποχρέωση όλων όσων το χρησιμοποιούσαν. Η γούρνα στο κατώτερο σημείο της μπροστά είχε μια μεγάλη πλάκα με μια τρύπα στη μέση κι όταν άδειαζε το νερό ο επόμενος που είχε αράδα να ποτίσει πήγαινε και την έκλεινε με ένα σουβλί τυλιγμένο με πανιά, χόρτα και μια ειδική λάσπη – πηλό που την έλεγαν γλίνα. Όταν απόλαγαν αυτές τις γούρνες ήταν απόλαυση να ακούς το νερό σα χείμαρρος να κατρακυλά στα στενά δρομάκια που ήταν και το αυλάκι του. Εδώ φτιάχναμε και τα καραβάκια μας που δεν ήταν παρά ένα ξυλαράκι, ή ένα φύλλο δέντρου και τ’ αφήναμε στ’ αυλάκι να ταξιδέψει και μαζί του καθώς το ακολουθούσαμε σ’ αρκετή απόσταση, ταξιδεύαμε κι εμείς με τη φαντασία μας σε τόπους μακρινούς. Βέβαια δεν έλειπαν και οι καυγάδες για τη σειρά ή και για το κλέψιμο του νερού που γινόταν κάπου-κάπου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο από κάποιους επιτήδειους. 
Όργωμα με ζευγάρι βοδιών. Δεξιά ο Νώντας Κατής. (10ετία ’30)
 Το χωριό φημιζόταν για τις υπέροχες πατάτες του. Θυμάμαι ερχόντουσαν με μουλάρια φορτωμένα σύκα απ’ το Καλεσμένο, που με τη σειρά του φημιζόταν για τα σύκα του, και τα αντάλλαζαν με πατάτες (μια οκά σύκα με μια οκά πατάτες). Πολύ καλές πατάτες γίνονταν στα Πλατάνια και στο Βαθύρεμα. Εκεί είχαμε και δυο μηλιές που έκαναν φιρίκια. Όταν τίναζαν τα μήλα και γινόντουσαν δυο σωροί κάτω απ’ τις μηλιές, καθόμασταν με τη γιαγιά την Κατερίνη κι εκείνη μ’ ένα σουγιαδάκι καθάριζε κανένα μήλο κι έπειτα το χτυπούσε πολλές-πολλές φορές με το σουγιαδάκι για να μπορέσει να το φάει καθώς της έλλειπαν τα δόντια.
Ο θερισμός με τα δρεπάνια
Στο μάζεμα των καρπών υπήρχε αλληλοβοήθεια. Τη μια πήγαιναν στο χωράφι του ενός και την άλλη ερχόταν εκείνος για βοήθεια.
Η σπορά του σταριού, καθώς και η συγκομιδή του ήταν μια αρκετά δύσκολη υπόθεση κι έπαιρναν μέρος σ’ αυτήν όλοι, άντρες και γυναίκες. Το σιτάρι σπερνόταν σε άνυδρες και κατά κανόνα μακρινές και δυσκολοκαλλιέργητες περιοχές.
Το θέρισμα γινόταν με το δρεπάνι. Έκοβαν τα στάχια και τα έδεναν σε χερόβολα κι αυτά τα έκαναν δεμάτια που τα μετέφεραν στα αλώνια του χωριού κι εκεί έστηναν τις θημωνιές (υπήρχαν τότε πολλά αλώνια στο χωριό, μερικά, έστω και σε κακή κατάσταση, σώζονται ακόμη, κάτω απ’ την πλατεία, κοντά στον επάνω κήπο των Λαζαίων και αλλού).
Αλώνισμα με τα άλογα
Θυμάμαι το Χ’σταίικο το αλώνι, στο χώρο που σήμερα είναι το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.
Ήταν κυκλικό, πλακόστρωτο και στη μέση του αλωνιού μπηγμένος ένας πάσσαλος. Οι πλάκες σκουπίζονταν καλά και πάνω τους λυμένες σκορπίζονταν οι θημωνιές. Ο μεγάλος φόβος, όσο παρέμεναν οι θημωνιές στο αλώνι, ήταν μια απροσδόκητη βροχή κάτι όχι και τόσο σπάνιο γι’ αυτά τα μέρη, αφού μια ηλιόλουστη μέρα μπορεί να εξελιχτεί σε λίγες ώρες σε κατακλυσμιαία νεροποντή. Στη συνέχεια οδηγούνταν ένα μουλάρι στο μέσον του αλωνιού. Δενόταν στον πάσσαλο με μια τριχιά και στο στόμα το φίμωτρο, για να μην τρώει το σιτάρι, και στα μάτια παραπέτα. Κατά το αλώνισμα το ζώο αναγκαζόταν απ’ τον ιδιοκτήτη του να έρχεται γύρω γύρω μέσα στο αλώνι πότε σε πιο ανοιχτούς κύκλους και πότε σε πιο κλειστούς πατώντας τα στάχια και βγάζοντας απ’ αυτά τον καρπό του σταριού. 
Τα σύνεργα για το αλώνισμα του σταριού
 Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο οδηγός του μουλαριού ακολουθούσε στην ίδια κυκλική πορεία καταϊδρωμένος, ανεμίζοντας το καμουτσίκι και βγάζοντας κραυγές χοπ, χοπ, χοπ, απειλή και ταυτόχρονα ενθάρρυνση του προπορευόμενου ζώου, που κι αυτό έβγαζε αφρούς απ’ την κούραση, καθώς όλη αυτή η διαδικασία του αλωνίσματος κρατούσε αρκετές ώρες.
Κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος, αλλά κυρίως μετά απ’ αυτό, γινόταν το λίχνισμα. Δυο τρεις ή και περισσότεροι άντρες και γυναίκες με πλατύγυρα καπέλα οι πρώτοι και με μαντήλες στο κεφάλι οι δεύτερες, κρατώντας μεγάλες ξύλινες πιρούνες, τα δικούλια, έπιαναν και πετούσαν όσο πιο ψηλά μπορούσαν τα πατημένα στάχια. Ο αέρας παρέσυρε το άχυρο και ξεχώριζε τον καρπό του σταριού που τον άφηνε να πέφτει κατακόρυφα. Όσο πιο ευνοϊκό ήταν το αεράκι τόσο πιο εύκολη γινόταν η δουλειά των λιχνιστών, γι’ αυτό και τα αλώνια ήταν πάντα κατασκευασμένα σε τόπους που τους έπιανε το αεράκι.
Ακολουθούσε το σάκιασμα. Ξανά φόρτωμα στα ζώα, συχνά και στις πλάτες των γυναικών, και μεταφορά του καρπού στο σπίτι και του άχυρου στις καλύβες για χειμωνιάτικη τροφή των ζώων.
Το άλεσμα του σταριού γινόταν στο μύλο του Καφρίτσα (παλιότερα και στο μύλο του Μπούρα που ήταν πιο χαμηλά στο ρέμα της Παναϊάς).
Ο μύλος του μπάρμπα Σταύρου Καφρίτσα ήταν κοντά στο εκκλησάκι της Παναϊάς, εκεί που σμίγουν τα ρέματα που κατεβαίνουν απ’ τα Πλατάνια και του Μπουφ’ το ένα και ψηλά απ’ τα Λακώματα το άλλο.
Στο νερόμυλο
Ήταν μικρός ο μύλος κι αυτό που θυμάμαι περισσότερο απ’ αυτόν είναι ο πασαλειμμένος με αλεύρι Καφρίτσας. Μου άρεσε να πηγαίνω από πάνω και να βλέπω το νερό να τρέχει γρήγορα-γρήγορα στο αυλάκι που το ’φερνε στο μύλο και να κατρακυλά με δύναμη στο μεγάλη ξύλινη κάλανη. Να βλέπω το σιτάρι να πέφτει ανάμεσα στις μυλόπετρες και να πετάγεται ζεστό-ζεστό το φρέσκο αλεύρι! … Ο χώρος είχε μια ιδιαίτερη μαγεία μα πιο πολύ μου άρεσε να βρίσκομαι εκεί κατά το λιόγερμα, όταν βαριές και γεμάτες μυστήριο έπεφταν οι σκιές κι ο βρόντος του νερού που ερχόταν από ψηλά μαζί με τη βουή του φουσκωμένου ρέματος με μετέφερε σε κόσμους παραμυθένιους, τέτοιους που ποτέ δεν ένιωσα ξανά. Αλλά κι ο μπάρμπα Καφρίτσας, όταν δεν είχε πολλή δουλειά ή δεν τον παραζόριζαν οι πάντα βιαστικές Ανιαδιώτισσες, δε βαριόταν να μας διηγείται ιστορίες παλιές για το μύλο του και για … όσα παράξενα είχαν γίνει εκεί ή, πιο συχνά, φανταζόταν ότι έγιναν. Στην αυλή και σύριζα στον τοίχο του μύλου υπήρχε μια πεζούλα. Εκεί ξεφόρτωναν τα γαϊδουράκια που έφταναν φορτωμένα σιτάρι. Ο μυλωνάς για τα αλεστικά του δεν έπαιρνε χρήματα, αλλά το ξάι.
Δυστυχώς όμως, το νερό στέρευε κάποιες φορές το Καλοκαίρι κι ο μύλος δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Τότε ο μυλωνάς γινόταν χτίστης ή ό,τι άλλο κι αυτοί που είχαν σιτάρι για άλεσμα το πήγαιναν πολύ μακριά, στο μύλο της Γρανούς στο Κλαψί. Εκεί το νερό δε στέρευε ποτέ. Η Γρανού είχε κι άλλες ικανότητες που έφερναν πελάτες στο μύλο της. Είχε, έλεγαν, την ικανότητα να λύνει τα μάγια, να εξουσιάζει τα δαιμόνια, να τα δένει και να τα βάνει στην υπηρεσία της, για το καλό πάντα αυτών που προσέτρεχαν στη βοήθειά της. Η φήμη της έφτανε πολύ μακριά κι ήταν τυλιγμένη πάντα μ’ ένα πέπλο μυστηρίου που γεννούσε σε πολλούς φόβο, αλλά κι ελπίδα.






Γ. Η κτηνοτροφία στην Ανιάδα

Στις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 εξακολουθούσαν να υπάρχουν στην Ανιάδα τέσσερες οικογένειες κτηνοτρόφων με μεγάλο αριθμό ζώων: οι Κουτρομπαίοι, οι Πατσιαουραίοι, οι Αναγνωσταίοι και οι Καραγιανναίοι. Τα κοπάδια τους αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από πρόβατα. Τα γίδια τους ήταν λιγοστά, άγνωστο για ποιο λόγο (ως πιθανότερος όμως φαίνεται το ότι τα γίδια κατέστρεφαν τα ελατοδάση τρώγοντας τα μικρά ελατάκια και ο νόμος τιμωρούσε αυστηρά τους ιδιοκτήτες τους).
                            


Τα μαντριά βρίσκονταν κυρίως στη θέση Λακώματα και η βοσκή των προβάτων γινόταν στα βουνά απ’ το Ξεροβούνι μέχρι τον Αϊ-Λιά. Θυμάμαι το κοπάδι του Τόλια (Κουτρούμπα) που βλέπαμε απ’ το χωριό να ανεβαίνει στην Αμάλια και να ασπρολογά ο τόπος κι ακόμα ακούγαμε απ’ το χωριό το άγριο γάβγισμα ενός πελώριου μαύρου τσοπανόσκυλου που είχε κι έκανε τον τόπο να τρίζει με τα γαβγίσματά του. 
 Αυτοί οι τσοπάνηδες έκαναν νομαδική ζωή. Το Φθινόπωρο μετέφεραν τα κοπάδια τους στην Αστροβίτσα, κοντά στο Αιτωλικό, και την Άνοιξη ανηφόριζαν για τα βουνά.
Κάπου-κάπου ακούγονταν και κλεψιές προβάτων, αν και τα τσοπανόσκυλα έκαναν καλά τη δουλειά τους. Οι τσοπαναραίοι που είχαν το κοπάδι τους στα Λακκώματα για να το προστατέψουν και για να μην ενοχλούνται τα ζώα τους απ’ το πέρασμα πολλών κι ενοχλητικών για τα ζώα περαστικών απ’ την περιοχή τους διέδωσαν ότι κάπου εκεί κοντά στο εκκλησάκι φώλιασε ένα τρομερό φίδι τεραστίων διαστάσεων και πάχους να … όσο ένα μεγάλο πρόβατο (!) και τους έφαγε αρκετά απ’ τα πρόβατα.
« - Απ’ λέτι, μάτια μ’, έπαθαμι τρανό σχασιέτ’. Ιδαϊά αχπέρα είνι τρυπουμένη η παλιουμαγγφαριά. Μας ρήμαξι τα πράματα. Τέτοιου ζλαπ’ δε ματαγίνκι. Νια μέρα τούιδι κι ου Πάνους κι τ’ κόπκι η χουλή, δε μπόργι ούτι να κρίνι, ούτι να πάει παρέκι».
Γι’ αυτό, συμπέραιναν, καλό θα ήταν να μην πλησιάζει κανένας στην περιοχή, γιατί … κιντύνευε να φαγωθεί απ’ το φίδι. Θυμάμαι το φόβο μου, όταν πέρασα μια φορά εκείνα τα χρόνια περπατώντας, 8χρονος τότε εγώ, με την θεία μου να πάμε για κάποια δουλειά στο Μεγάλο Χωριό.
Βέβαια κίνδυνος από τέτοιου είδους φίδι για τα κοπάδια δεν υπήρχε, υπήρχε όμως απ’ τους λύκους και, για τα μικρά αρνάκια, απ’ τους αετούς, γιατί τότε υπήρχαν αρκετοί που φώλιαζαν στα απόκρημνα βράχια του Άϊ Λια και της Καλιακούδας. Έναν απ’ αυτούς είδα κάποτε να πετά και θυμάμαι το τεράστιο μέγεθός του.
Τα γίδια του χωριού ήταν λιγοστά και όλα οικόσιτα. Κάθε οικογένεια είχε 3-6 μανάρια, όπως τα έλεγαν, και στη γειτονιά μας οι Μπζιακαίοι περίπου 30. Όλο αυτό το κοπάδι το έβγαζαν με την «αράδα» για βοσκή δυο χωριανοί –ές απ’ τους οποίους ο ένας συνήθως ήταν απ’ τους Μπζιακαίους μια και αυτοί είχαν και τα περισσότερα.
Έτσι αυτός που κάθε μέρα θα ήταν στην αράδα έβγαινε το πρωί κατά τις 7 στο μπαλκόνι ή στο παραθύρι και φώναζε, όσο πιο δυνατά μπορούσε :
-          «Μαρή Κουστάντουουου, Όοορα, Κουστάντου …»
-          «Ουουου ! Τι χουχτάς, μουρή;»
-          «Βγάλτι, μαρή, τα γίδια κατ’ τ’ Γκιρζόρ. Κρίνι κι στ’ν Παναϊού». Και η συνέχεια πιο πέρα :
-          «Ε, μαρή, ούουου … Όοορα Παναϊού».
-          «Ούουου …»
-          «Βγάλτι, μαρή, τα γίδια. Κατ’ τ’ Γκιρζόρ να τα βγάλιτι, αϊκούς μαρή; Χούιαξι κι κατ’ τ’ς Αρμαντουλαίους».

   Και μετά τη μεταφορά του μηνύματος απ’ τον έναν στον άλλον, απ’ όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια του χωριού μαζεύονταν τα γίδια που σχημάτιζαν το κοπάδι της μέρας και μπροστάρηδες σ’ αυτό οι δυο ημερήσιοι τσοπάνηδες (σχεδόν πάντα γυναίκες), με τον τροβά στον ώμο και μέσα το ψωμί, λίγο τυρί, κανένα κρεμμύδι, λίγες ελιές απ’ την Αστροβίτσα και στο ένα χέρι κρατώντας κι αρμενίζοντας, σαν τους πατριάρχες της Παλαιάς Διαθήκης, την απαραίτητη γκλίτσα για την άσκηση της εξουσίας τους πάνω στα ζωντανά και στ’ άλλο την απαραίτητη ρόκα για το γνέσιμο του μαλλιού. 
Κι όσο κρατούσε ο καλός καιρός η κατάσταση ήταν υποφερτή, αν όχι κι ευχάριστη. Τα πράγματα όμως γινόντουσαν πολύ δύσκολα, όταν πλάκωνε η βαρυχειμωνιά και τα χιόνια κρατούσαν για μήνες. όταν τα λιγοστά αποθέματα για τη διατροφή των ζώων εξαντλούνταν και με αγωνία κοίταζαν οι χωριανοί τον ουρανό να δουν πότε θα ξανοίξει λίγο για να μπορέσουν να «κόψουν» με το φτυάρι το χιόνι και να πάνε να φέρουν λίγο κλαρί να ταΐσουν τα ζωντανά τους , καμιά μπάτσα έλατο, λίγη μελά, που είχε ξεμείνει σε κανέναν έλατο. Άλλοι είχαν και δικές τους, πιο προσωπικές έγνοιες.
- «Ποπό !», έλεγε η μακαρίτισσα γριά Βαστάκω, αγναντεύοντας γεμάτη έγνοια κατά την αγριεμένη Καλιακούδα, «τι θα γίνουν τα πραματάκια μας, θα ψοφήσουν απ’ την πείνα!...».
- «Ποπό !», ακουγόταν πιο πέρα απ’ τη γωνιά ο γερο Βαστάκης, «τι θα γενώ χωρίς καπνό, μ’ αυτόν το μαγκ’φαρόκαιρο!...».





  Δ.  Η καθημερινή και κοινωνική ζωή στο χωριό εκείνα τα χρόνια

Η ζωή τα χρόνια εκείνα, τα προπολεμικά, αλλά και τα μεταπολεμικά ως το 1960, ήταν δύσκολη στο χωριό. Φτώχεια πολλή υπήρχε και οι αγροτικές δουλειές ήταν επίπονες και ελάχιστα προσοδοφόρες. Όσο όμως περισσότερες ήταν οι δυσκολίες της ζωής κι όσο η φτώχεια έδειχνε πιο άγρια τα νύχια της, τόσο οι σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινότητας γινόντουσαν πιο στενές, πιο ζεστές.
Οι χειμώνες έρχονταν πάντα νωρίς, αμέσως μετά τις πρώτες φθινοπωρινές μπόρες. Ήταν βαρείς, κρατούσαν πολλούς μήνες κι έπρεπε απ’ τις αρχές του καλοκαιριού κάθε οικογένεια να έχει φροντίσει για τα ξύλα που θα χρειαζόταν όλο το χειμώνα.

Τα ζώα μεταφέρουν καύσιμη ξυλεία για το χειμώνα
Ο ήχος απ’ τα τσεκούρια και τις κόφτρες των χωριανών για μήνες έσπαγε τη σιωπή των δασών και με μουλάρια, γαϊδουράκια ή και στη ζαλίγκα κουβαλούσαν τα ξύλα στα σπίτια, να τα  κάνουν τρακάδες, νάχουν τη σιγουριά κι αν κανένας απερίσκεπτος δε φρόντιζε να εξασφαλίσει τα ξύλα που θα χρειαζόταν και με τη βαρυχειμωνιά αναγκαζόταν να ξεκλέψει κάποιες μπάτσες απ’ τα έλατα στο Κρι την ώρα της ανάγκης, είχε την κατακραυγή όλων. Εξ άλλου η απαγόρευση βόσκησης ζώων, αλλά και η κοπή ξύλων στη συγκεκριμένη περιοχή, αποτελούσε διαρκή και αμετάκλητη απόφαση της κοινοτικής αρχής.
Κάποια χρονιά, πάνε πολλές δεκαετίες από τότε, πρόεδρος ήταν ο Τσιατσιοκωστούλας, ο πατέρας του Τσιατσιόγιαννου. Αγαπούσε πολύ το κρασάκι κι όταν έπινε κανένα ποτηράκι παραπάνω ξεχνούσε τα λόγια που ήθελε να πει, τα ψιλομπέρδευε και οι εξαγγελίες του στους χωριανούς έπαιρναν διάφορους δρόμους. Σε μια τέτοια κατάσταση βρέθηκε κάποια μέρα που θέλησε να ανανεώσει την απόφαση για την προστασία του δάσους. Χτύπησε λοιπόν την καμπάνα, έβαλε χωνί τα χέρια και άρχισε : 
- Ακούουουστε χωριανοίοιοιοι ... Όποιος ματαξαναπάει και κόψει στου απουγουρημένου, θα, θα, θα … , εδώ ξέχασε τι ήθελε να πει, σταμάτησε για λίγο κοίταξε γύρο του σαν να έψαχνε να βρει εκεί τις λέξεις, ενώ οι χωριανοί κρέμονταν κυριολεκτικά απ’ τα χείλη του να ακούσουν τη συνέχεια, και καθώς δεν έβρισκε αυτά που είχε αποφασίσει να πει κατέληξε : θαααα πάθ’ τουουου …. τέτοιου, του αυτοοοοό μωρέ, του μεγάαααλου του κακό.
Μια άλλη φορά, ως πρόεδρος που ήταν, δέχτηκε ένα έγγραφο απ’ το Νομάρχη Ευρυτανίας. Το παίρνει ο γραμματέας που ήταν και γραμματιζούμενος και του το διαβάζει : Προς τον Πρόεδρο της Ανιάδας …
Στράβωσε τα μούτρα ο Τσιατσιοκωστούλας, αλλά το κατάπιε. Περνούν λίγες μέρες και ξανά νέο έγγραφο : Προς τον Πρόεδρο της Ανιάδας … Γεμάτος οργή τότε λέει στο γραμματέα : «Γράψε όπως θα σ’ τα πω» κι αρχίζει να του υπαγορεύει : «Προς το Νομάρχη Ευρυτανίας … ».
Πέρασε λίγος καιρός και φτάνει μια δριμύτατη επίπληξη στον πρόεδρο εκ μέρους του Νομάρχη, γιατί είχε το θράσος αυτός, ένας κάποιος πρόεδρος μικρού χωριού να απευθύνεται σ’ αυτόν, το Νομάρχη, με την ένδειξη : προς το Νομάρχη Ευρυτανίας, αντί του σωστού : προς τον Κύριο Νομάρχη.
Ατάραχος ο πρόεδρος βάζει το γραμματικό του και του απαντά : «Δε μ’ βάνεις Κου (δηλ. κύριον), δε σ’ βάνου Κου».
Αυτός ήταν ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας, γεμάτος περηφάνια για τον εαυτό του και αξιοπρέπεια που θα τη ζήλευαν πολλοί σήμερα.
Μεγάλη κι αδιάκοπη η φροντίδα των χωριανών και για την εξασφάλιση των ζωοτροφών για τα «πράματά τους», για το αλεύρι (συχνά καλαμποκάλευρο), για τα φασόλια, τα ρεβίθια κι ό,τι άλλο θα είχαν ανάγκη το χειμώνα.
Μερικοί ξεχειμώνιαζαν στον κάμπο, οι τσοπαναραίοι με τα κοπάδια τους, κι άλλοι που αναζητούσαν δουλειά και την εξασφάλιση του λαδιού της χρονιάς. Η μετακίνηση γινόταν νωρίς το Φθινόπωρο και ήταν δύσκολη, γιατί έπρεπε να διασχίσουν μεγάλες αποστάσεις περπατώντας και συχνά φορτωμένοι.
Πηγαίνοντας για το Αιτωλικό και την Αστροβίτσα

    Εκεί η πρώτη τους μέριμνα ήταν να στήσουν το καλύβι. Ήταν κυκλικό με διάμετρο 3 μέτρα περίπου και ύψος 2,20 μέτρα. Για την κατασκευή του κάρφωναν (έμπηγαν) στο έδαφος μακριά παλούκια πάχους όσο το μπράτσο ενός ανθρώπου κι έχοντας όλα κλίση προς τα μέσα, έτσι που να σμίγουν πάνω ψηλά. Εκεί τα έδεναν κι έπειτα έπλεκαν ανάμεσά τους σαλώματα (πρόκειται για κλαδιά λυγαριάς ή άλλα με μήκος μεγαλύτερο του 1,5 μέτρου και πάχους όσο ένα μολύβι).
Η καλύβα της νομαδικής ζωής
Τα πλέγματα αυτά τα έδεναν γερά με βούρλα. Στη συνέχεια κάρφωναν στο έδαφος ολόγυρα άλλη μια σειρά απ’ τα ίδια παλούκια και πάλι σάλωμα και δέσιμο με βούρλα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένα πολύ πυκνό πλέγμα που δεν άφηνε ούτε το νερό της βροχής να περάσει μέσα, αλλά ούτε και το κρύο. Πρόβλημα υπήρχε με τον καπνό απ’ τη φωτιά που άναβαν μέσα στο καλύβι.
Με ανάλογο τρόπο κατασκεύαζαν και τα κρεβάτια τους. Τα πρωτότυπα αυτά σπίτια εξυπηρετούσαν τους ενοίκους τους μόνο για ένα χειμώνα. Την άλλη χρονιά απ’ αυτά δεν υπήρχε τίποτα και ξεκινούσαν την κατασκευή τους πάλι απ’ την αρχή.
Όσοι πάλι έμεναν στην Ανιάδα, κι ασφαλώς ήταν πολύ περισσότεροι, περίμεναν καρτερικά τον ερχομό του Χειμώνα.
Κι ερχόταν ο χιονιάς. Κρουστάλλιαζε ο τόπος. Το χιόνι έπεφτε κι έπεφτε κι έπεφτε, άλλοτε πυκνό σε μεγάλες νιφάδες ήρεμα, γαληνά, σιωπηλά κάνοντας όλο και πιο παχύ το στρώμα που σκέπαζε τη γη κι άλλοτε άτακτα να στριφογυρίζει δαιμονισμένα απ’ το ανεμοσούριο, να κολλά σε φράχτες, σε τοίχους, σε πορτοπαράθυρα και να κάνει αδύνατο το άνοιγμα πόρτας ή παραθυριού, ενώ απ’ τα τζάκια έβγαιναν οι καπνοί σε μαύρες πυκνές-πυκνές τουλούπες απ’ τα κούτσουρα που έριχναν στη φωτιά. 
Η βαρέλα για το νερό του σπιτιού
Υπήρχαν μέρες που το χιόνι ήταν τόσο πολύ που θαρρείς σκέπαζε τα σπίτια και τότε έκλεινε κάθε δρομάκι κι η επικοινωνία ακόμα κι ανάμεσα στα γειτονικά σπίτια ήταν αδύνατη. 
Οι νοικοκυραίοι είχαν βέβαια στην πόρτα πάντα έτοιμα τα φτιάρια ν’ ανοίξουν δίοδο για την καλύβα, να δουν τα ζωντανά τους, ν’ ανέβουν στις σκεπές να ρίξουν το χιόνι από φόβο μήπως και γκρεμιστούν απ’ το βάρος του, να φτάσουν οι γυναίκες στη βρύση για να γεμίσουν τη βαρέλα, χωρίς όμως και να το κατορθώνουν πάντα.
Και τα παιδιά; Δύσκολο να κρατηθούν πολλές ώρες μέσα, αναζητούσαν τρόπους να πεταχτούν έξω. Έβαζαν την κατσιούλα, πλεχτό σκουφί που έκρυβε όλο το κεφάλι αφήνοντας έξω μόνο τα μάτια και τη μύτη, φορούσαν τα γάντια ή τα χειρόκτια, ντύνονταν την πατατούκα κι έτσι αγνώριστα έσπαγαν μεγάλα κρούσταλα πάγου που κρέμονταν απ’ τις σκεπές κι άρχιζαν τις ξιφομαχίες, ενώ ανήσυχες οι μανάδες με διαπεραστικές φωνές τα καλούσαν να γυρίσουν πίσω. 

Κι όταν δειλά-δειλά πρόβαλε ενδιάμεσα ο ήλιος, έβρισκαν ευκαιρία οι νιοι του χωριού και ξεκινούσαν για το στήσιμο των αγκιστριών, καθώς η βαρυχειμωνιά ανάγκαζε τα φτερωτά κοπάδια από πεινασμένες κυριαρίνες να κατεβαίνουν στα βαρκά αναζητώντας κάτι να τσιμπολογήσουν. Αυτές τις μέρες έβλεπες αυτούς τους περιστασιακούς κυνηγούς να γυρνάνε κατάφορτοι από πουλιά που έπιαναν στα αγκίστρια τους 10, 15 και 20 κυριαρίνες και κοτσύφια ο καθένας τους.
Κι έφταναν τα Χριστούγεννα. Πάντοτε χιονισμένα. Τις παραμονές της μεγάλης γιορτής σφάζονταν τα γουρούνια. Οι «φονιάδες» των γουρουνιών σε ομάδες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι εκείνες τις μέρες και οι νοικοκυρές τους κερνούσαν από ένα τσίπουρο, κουραμπιέδες, παντεσπάνι ή και μπακλαϊ και τα παιδιά παραλάμβαναν τη φούσκα του γουρουνιού. Έβαζαν ένα σπυρί καλαμποκιού μέσα για να κάνει θόρυβο, τη φούσκωναν, την έδεναν κι, αφού την άφηναν δυο τρεις μέρες να ξεραθεί, την έκαναν πολύτιμο γι’ αυτά θησαυρό, μπαλόνι με το οποίο για μέρες θα έπαιζαν.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 7 Ιανουαρίου, τελούνταν το έθιμο του «σηκώματος του Άη – Γιάννη».
Πρόκειται για ένα παμπάλαιο έθιμο που οι ρίζες του χάνονται στο βάθος του χρόνου. Με το τέλος της λειτουργίας ανήμερα τ’ άη – Γιαννιού, στην κεντρική εκκλησία του χωριού, ο επίτροπος έπαιρνε την εικόνα του αγίου που βρισκόταν κάπου στο πίσω μέρος της εκκλησίας, την έφερνε στο μέσον του ναού, την ύψωνε και έλεγε : «βοήθειά σας». Ακολουθούσε δημοπρασία κι αυτός που πρόσφερε τα περισσότερα χρήματα, ο πλειοδότης, χαιρετούσε – προσκυνούσε την εικόνα και την έπαιρνε στα χέρια του, την περιέφερε για λίγο μέσα στην εκκλησία κι έπειτα την επανατοποθετούσε στη θέση της. Πρόσφερε τα χρήματα και είχε την ευλογία του αγίου. Τη μέρα εκείνη γιόρταζαν στο σπίτι του σαν να είχαν Γιάννη. Ο πλειοδότης μπορούσε να είναι κι από άλλο χωριό, μια χρονιά της δεκαετίας του ’50 πλειοδότης ήταν ο Γιώργος ο Γαλλής απ’ το Καλεσμένο, μα το τέλος της δεκαετίας αυτής έπαψε να τελείται το έθιμο.
Αργοδιάβαινε ο χειμώνας και τις μακριές του νύχτες οι χωριανοί προσπαθούσαν να τις γεμίσουν με διάφορους τρόπους. Ένας απ’ αυτούς ήταν και τα νυχτέρια. Μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι απ’ όλα τα γειτονικά και κάτω απ’ το χλωμό φως της λάμπας του πετρελαίου ξετύλιγαν ατέλειωτα κουβάρια παραμυθιών κι έλεγαν οι παλιότεροι ιστορίες γι’ αλλοτινούς καιρούς για πρόσωπα υπαρκτά ή φανταστικά, για ξωτικά, για παράξενα πλάσματα που συναπάντησαν σε κάποιο ρέμα …
Τα νυχτέρια αποτελούσαν πάντα το δημοφιλέστερο τρόπο επικοινωνίας κι είχαν σαν αφορμή τους άλλοτε τα ξεφλουδίσια, άλλοτε τις ονομαστικές γιορτές μελών της οικογένειας κι άλλοτε πάλι γίνονταν έτσι αυθόρμητα χωρίς κάποια συγκεκριμένη δικαιολογία.
Έτσι κυλούσε ο καιρός, ώσπου να λιώσουν τα χιόνια κι η ζωή να ξαναβρεί τους παλιούς της ρυθμούς. Όχι βέβαια πως έπαυε ο σκληρός αγώνας της επιβίωσης.
Με τον ερχομό της Άνοιξης πρώτη επέστρεφε στο χωριό, σαν τα πρώιμα χελιδόνια, η εργατιά απ’ την Αστροβίτσα και το Αντελικό κι ακολουθούσαν αρκετά πιο αργά, αργοκίνητα τα κοπάδια των τσοπαναραίων.
Οι συναισθηματικές εκδηλώσεις των ξενιτεμένων που ξαναγύριζαν ήταν διάφορες.
Ο Τσιατσιολευτέρης, πολύ ευγενική ψυχή, επιστρέφοντας αγκάλιαζε έναν έλατο και συγκινημένος έλεγε :
- Αδερφούλη μου έλατε, δόξα τω Θεώ, ήρθα πάλε. 
Είναι ο ίδιος που κάθε φορά που κατέβαινε από έλατο του οποίου μάζεψε τη μελά για τις γίδες του, έβαζε το χέρι στο μέρος της καρδιάς, έσκυβε μπροστά το κορμί του σε σχήμα υπόκλισης κι έλεγε :
- Σ’ ευχαριστώ, αδερφέ μου έλατε, για τη μελά που μού ’δωσες.
Άλλοι προσπαθούσαν να κρύψουν τις ευαισθησίες τους και να μην εκδηλώσουν μπροστά σε τρίτους τα συναισθήματά τους. Να, σαν τον Μπζιακόγιαννο, το γείτονα, το γιο του Αλέξη κι αδερφό του Χαράλαμπου. Αυτός ήταν άκληρος και ξεχειμώνιαζε δουλεύοντας στον κάμπο, ενώ η γυναίκα του έμενε στο χωριό. Επιστρέφοντας με φορτωμένη τη φοράδα φώναζε απ’ την αυλόπορτα του σπιτιού στη γυναίκα του να βγει να τον βοηθήσει να ξεφορτώσουν. Εκείνη έφτανε αμέσως και η συνάντηση μετά από αρκετούς μήνες χωρισμού γινόταν χωρίς κανενός είδους χαιρετισμό, κανενός είδους εκδήλωση τρυφερότητας, σαν να ένιωθαν ντροπή μπροστά σε κόσμο να δείξουν αυτά που σίγουρα ένιωθαν.
Το λίχνισμα
Οι μήνες που ακολουθούσαν ήταν γεμάτοι τυράγνια. Με το τσαπί να σπείρουν τα φασόλια, τα ρεβίθια, να βάλουν τις πατάτες … να τρέξουν να φκιάσουν τ’ αυλάκι και τις γούρνες για το πότισμα κι αργότερα με το δρεπάνι να πάνε πότε στα στραβολάγγαδα, πότε στην ψηλή κρανιά, πότε αλλού να θερίσουν το σιτάρι, το κριθάρι, τη σίκαλη ή τη βρώμη. Να μαζέψουν τα φασόλια και τα ρεβίθια, να τα κουβαλήσουν στο σπίτι κι εκεί να τα στουμπίσουν και να τα λιχνίσουν.   
Το χωριό είχε και λιγοστά παιδιά που σπούδαζαν μακριά, αν και οι δικοί τους δεν ήξεραν και πολλά πράγματα ούτε για το αντικείμενο, ούτε για την ποιότητα των σπουδών τους.
- Κιο, μαρή γναίκις, έλεγε στις γειτόνισσές της η μάνα του ξενιτεμένου παιδιού μισοανήσυχη, μισοκαμαρώνοντας, ικιό του πιδί ούλου άρουστου είνι, κάθι βουλά π’ του γλέπου μ’ λέει δε μπουρεί να ’ρχέτι ουλουένα, κάνει μ’ λέει τ’ν εντριβή τ’ ( τη διατριβή του, ήθελε να πει, στο Πανεπιστήμιο), γιατί θέλει λέει να πάει παραπάν’. Πάνι μαθέ παραπάν’ μι τς ιντριβές; Κι τι ιντριβή είνι αυτήνη; Μι οινόπνιμα; Πιτρέλεου βάνει; Μη χειρότιρα Παναούλα μ’ τι άλλου θα μ’ πει ακόμα; Πάει θα μ’ χαζέψι του μαναράκι μ’. …
Αυτά τα ξενιτεμένα–σπουδαγμένα παιδιά του χωριού ήταν εκείνα που κατά διαστήματα φρόντιζαν και για την πνευματική καλλιέργεια των χωριανών τους. Δική τους έμπνευση ήταν και το ανέβασμα του θεατρικού έργου «Γκόλφω».
Τους ρόλους ενσάρκωσαν οι ίδιοι κι άλλοι νέοι του χωριού, φυσικά καμιά γυναίκα δεν συμμετείχε. Γκόλφω ο Παναγιώτης Τσιώνης και Τάσσος ο Μήτρος ο Κουτρούμπας.
Ύστερα από πολλές πρόβες που κράτησαν αρκετές μέρες όλα ήταν έτοιμα : τα σκηνικά, τα κοστούμια των ηθοποιών, όλα στην εντέλεια.
Η παράσταση δόθηκε στην αίθουσα του σχολείου. Παρόντες όλοι οι χωριανοί μικροί και μεγάλοι. Με ολοφάνερη την πίκρα στα πρόσωπά τους παρακολουθούν την τραγική ιστορία της Γκόλφως. Σπαράζει πάνω στη σκηνή η Γκόλφω περιφέροντας την κλαρωτή φούστα της και σαν σιγανή βροχούλα τρέχουν τα δάκρυά της, ποτάμια και τα δάκρυα των θεατών κάτω στην αίθουσα. Πώς να βαστάξουν τόσον πόνο; Πώς να ανεχτούν την προδοσία του άσπλαχνου αρνητή της αγάπης; Σκότωμα θέλει ο κακούργος. Κανένας δεν μένει ασυγκίνητος. Όλοι κλαίνε κι όλοι εκτοξεύουν άγριες ματιές στον Κουτρουμπομήτρο και δεν ξέρω αν θα κατάφερνε να φτάσει γερός στο σπίτι του, αν δεν έβλεπαν μετά το τέλος της παράστασης τη «Γκόλφω» χαμογελαστή και με λυμένο το πλουμιστό τσεμπέρι να ξαναζωντανεύει και να υποκλίνεται στο κοινό μαζί με όλον το θίασο.
Στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας ανήκει και η προβολή της πρώτης στην Ανιάδα κινηματογραφικής ταινίας. Για την προβολή της και λόγω έλλειψης ηλεκτρικού χρησιμοποιήθηκε γεννήτρια. Η ενημέρωση του κοινού έγινε με μεγάφωνο. Η ταινία ήταν : «ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» και το εισιτήριο 2,5 δραχμές. Εκείνη την ώρα που εξαγγελλόταν ο τίτλος του έργου η Βαστακομαρία βρέθηκε να ποτίζει το γάιδαρό της στη Γυφτόβρυση κι ο θόρυβος του νερού την έκανε να στραβακούσει τι είπε, και τότε γεμάτη αγανάκτηση ξεσπά :
- Τι λέει μουρέ ου παλιουκιαρατάς; Ου παπάς πιδεύιτι; κι ημείς θα πάμι να τ’ς δόκουμι κι τα λιπτά μας; 
Ο αρκουδιάρης με την αρκούδα
 Κάπου-κάπου έφτανε στο χωριό και κανένας γύφτος αρκουδιάρης. Ο ερχομός του σκόρπιζε χαρά και αγαλλίαση στον παιδόκοσμο που σύσσωμος τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα στα σοκάκια του χωριού, καθώς οι κωμικές κινήσεις του άγριου ζώου τον έκανε να παραληρεί από ενθουσιασμό.       
Όμως η αρκούδα πρόσφερε και μια άλλη εξυπηρέτηση. αν κάποιος γέρος ή γριά ήταν «πιασμένος», ξάπλωνε κι ανέβαινε στην πλάτη του να τον «πατήσει» η αρκούδα κάτω απ’ τις οδηγίες του αρκουδιάρη : «άλαφρα, κυρά μου, αλαφρά… ».
Στις αρχές κάθε Καλοκαιριού σταθερή ήταν και η επίσκεψη ενός ή και περισσότερων γουρουνιάρηδων. Έφερναν τις γουρούνες με τα μικρά τους γουρουνάκια, άσπρα, μαύρα, παρδαλά, άλλα με κοντές κι άλλα με μακριές σουβλερές μύτες, για να τα πουλήσουν στους χωριανούς που θα τα έθρεφαν για τα Χριστούγεννα. Το παζάρι γινόταν στο προαύλιο του σχολείου και κρατούσε ώρες. 
Κάποια χρονιά, θα ’ταν 1958 – 1959, ήρθε επιτέλους στο χωριό και το ραδιόφωνο. Ήταν κοινοτικό και το μοναδικό στο χωριό. Είχε ένα μεγάλο χωνί που τοποθετήθηκε στο μπαλκόνι του κοινοτικού γραφείου για να ακούγεται σ’ όλο το χωριό. Λειτουργούσε με μια μεγάλη μπαταρία και μια δυο φορές τη μέρα, όταν ο σταθμός είχε τίποτα δημοτικά τραγούδια ή και στις ειδήσεις καμιά φορά το έβαζε ο πρόεδρος, ο Φλωρόγιαννος, για κοινή ακρόαση κι αντιλαλούσε ο τόπος.
Λίγο αργότερα έγινε κι ο αυτοκινητόδρομος για το Καρπενήσι. Ήταν στενός, όλο τραχιές πέτρες και χαντάκια. Για την εξυπηρέτηση του κόσμου μπήκε σε κυκλοφορία ένα ημιφορτηγάκι. Στο πίσω μέρος φόρτωνε ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου, κότες, γουρούνια, γίδες, σακιά … και μπροστά στα λιγοστά καθίσματα κάθονταν περήφανοι οι επιβάτες κι ακόμα πιο μπροστά, δίπλα στον οδηγό περισσότερο καμαρωτή απ’ όλους, η αναγνωρισμένη πιο όμορφη ταξιδιώτισσα που θα ομόρφαινε με την παρουσία της το αυτοκίνητο σ’ εκείνη τη διαδρομή του. Σκληρός ο ανταγωνισμός για να μπορέσει μια κοπέλα να καταλάβει την επίζηλη θέση δίπλα στον οδηγό, στο μικρό Θεό, στον κυρίαρχο του βολάν, στον άνθρωπο που θα εκμηδένιζε την απόσταση Ανιάδα - Καρπενήσι κι έπρεπε να φτάσει πρώτη το πρωί στην αφετηρία για να μπορέσει να καταλάβει την πολύτιμη θέση.
Ο οδηγός αναλάμβανε κι άλλους ρόλους. Έπαιρνε παραγγελίες τι να φέρει στον καθένα. Άλλος του ζητούσε να του φέρει έναν τενεκέ πετρέλαιο, άλλος ένα σακί αλεύρι, άλλη κλωστές για κέντημα και βελόνες, άλλη μπογιές για βάψιμο, δυο οκάδες πράσινο σαπούνι ο άλλος … κι όλα αυτά τα στοίβαζε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου κι επιστρέφοντας έκανε τη διανομή. Ο Γιωργάκης για ένα διάστημα και ο Μητσιάκος για ένα άλλο, οι οδηγοί, ήταν απ’ τα πιο αγαπητά πρόσωπα στο χωριό.
Το χωριό είχε και τον κουρέα του. Στη δεκαετία του ’50 κουρέας ήταν ο Λεωνίδας ο Καραγκούνης. Είχε το κασελάκι του και την καρέκλα για τον πελάτη τοποθετημένα στο μαγαζί που τότε κρατούσε ο Τσιατσιοτάκος. Τα εργαλεία του ήταν μια δυο χειροκίνητες κουρευτικές μηχανές, ψαλίδια, ξυράφια που τα τρόχιζε κάθε τόσο σ’ ένα μεγάλο λουρί που είχε, βαμβάκι, μια πετσέτα και μπλε οινόπνευμα. Έβαζε τον πελάτη κάτω και άρχιζε. Η δουλειά, όταν πρόκειταν για παιδιά ήταν εύκολη, γιατί η παραγγελία σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρέμενε πάντα η ίδια : - να του κάμ’ς Λιουνίδα μ’ «κασκαΐ», δηλ. κούρεμα με την ψιλή.
Σε παλιότερες εποχές τη δουλειά του κουρέα έκανε ο δάσκαλος.
Να κι ο φωτογράφος του χωριού. Το ρόλο αυτό διαδραμάτιζε ο Πεομήτσιος. Δεν υπήρξε γάμος τα χρόνια εκείνα που να μην τον έχει αποθανατίσει αυτός και, όσες φωτογραφίες υπάρχουν από τότε, όλες είναι δημιουργήματα του δικού του φακού.



E. Το σχολείο και η εκκλησία της Ανιάδας Ευρυτανίας (15/8/1970)

  Μέχρι τη δεκαετία του 30 υπήρχε στη θέση του σημερινού σχολείου ένα άλλο πολύ παλιό, πιο μικρό και σκεπασμένο με πλάκες. Αυτό που σήμερα σώζεται χτίστηκε προπολεμικά (περί το 1935) επί προεδρίας Νίκου Μακρυγιάννη. Εργολάβος κατασκευής του ήταν ένας Ηπειρώτης ονόματι Βήχας. Τα χρήματα όμως εξαντλήθηκαν γρήγορα και για την αποπεράτωση του έργου η σχολική επιτροπή κατέφυγε στο Νίκο Κάπαρη που ήρθε απ’ την Αμερική με ένα καλό κομπόδεμα και τόκιζε. Πήραν τα χρήματα και το έργο ολοκληρώθηκε. Υπάρχει εντοιχισμένη επιγραφή σχετική με την κατασκευή του σχολείου που για κάποιο διάστημα όμως είχε σκεπαστεί με λάσπη. 

Το κτίριο του Δημοτικού Σχολείο Ανιάδας
Απ’ την κατεδάφιση του παλιού σχολείου και ως την ολοκλήρωση και λειτουργία του νέου πέρασαν 3-4 χρόνια. Στο διάστημα αυτό τα μαθήματα γίνονταν στο γυναικωνίτη της εκκλησίας. Δάσκαλος ήταν κάποιος Σακελλάρης απ’ το Κάψη. Έπειτα ο Καραγιάννης απ’ το Βουτύρο (αυτός μετά το αντάρτικο βρέθηκε στην Πολωνία, μαζί με το Γιάννη Κοντύλη, τον αδελφό του συνταγματάρχη Νίκου Κοντύλη). Μεταπολεμικά το σχολείο σκεπάστηκε με κεραμίδια και για πολλά χρόνια ήταν το μοναδικό κεραμοσκέπαστο κτίριο του χωριού.
Στη μέση της μοναδικής αίθουσάς του υπήρχε η ξυλόσομπα. Ήταν αρκετά μεγάλη και ζέσταινε καλά το χώρο, αν και πολλές φορές κάπνιζε, όταν υπήρχε «ανεμοσούριο» κι ο αέρας γύριζε πίσω τον καπνό στους σωλήνες. Άλλες φορές πάλι μοσχοβολούσε, όταν τα ξύλα ήταν από κέδρο. Όσο λειτουργούσε το σχολείο εμείς οι μαθητές έπρεπε να προσέχουμε στο μάθημα, αλλά να ’χουμε και το νου μας μη σβήσει η σόμπα και κάθε τόσο έτρεχε κάποιος σε μια μικρή αποθηκούλα που υπήρχε πίσω από το σχολείο να φέρει ξύλα.

Αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Ανιάδας με παιδιά (από Μπ. Καρακώστα)
Το σχολείο διέθετε και μια μικρή σκηνή, προέκταση της αίθουσας προς τα δυτικά και σε ένα επίπεδο λίγο ψηλότερο απ’ αυτό της αίθουσας. Στις σχολικές γιορτές κρεμούσαμε μπροστά δυο σεντόνια ή κουβέρτες, ανάλογα με τον προμηθευτή μας, κι αυτά συρόμενα με ένα σπάγκο αποτελούσαν την αυλαία.
 Η έδρα του δάσκαλου ήταν ένα σαρακοφαγωμένο κι ελαφρά κουτσό τραπέζι, που έτριζε φοβερά κάθε φορά που ο δάσκαλος ακουμπούσε σ’ αυτό. Κρύβαμε όμως όλες του τις ατέλειες μ’ ένα τραπεζομάντιλο και πάνω σ’ αυτό βρίσκονταν πάντα ένα ποτήρι για ανθοδοχείο και η απαραίτητη βέργα του δάσκαλου από κλωνάρι κρανιάς και με πολλούς ρόζους.
Δίπλα ήταν ο μαυροπίνακας. Σ’ αυτόν γράφαμε με κιμωλίες και σβήναμε με ένα λαγοπόδαρο που το ανανεώναμε κάθε φορά που κάποιος κυνηγός θα σκότωνε κανένα λαγό και … θα είχε την καλοσύνη να μας δωρίσει ένα απ’ τα πίσω ποδαράκια του.
Στο βορειοανατολικό άκρο της αίθουσας υπήρχε στο πάτωμα η αμμοδόχος. Ήταν ένας ορθογώνιος χώρος 1,5 επί 1 μέτρο περίπου γεμάτος με άμμο που κουβαλούσαμε απ’ το ρέμα της Παναϊάς και σ’ αυτόν σχεδιάζαμε χώρες, σχηματίζαμε βουνά, ποτάμια …
Απ’ τους τοίχους, όπου ήταν κρεμασμένα παμπάλαια κάδρα, φαίνονταν σαν να μας παρακολουθούν κάποιες  περήφανες μορφές ηρώων του ’21 με τέτοια προσήλωση που απορούσα πώς και δε σήκωναν το χέρι να απαντήσουν σε καμιά ερώτηση του δάσκαλου απ’ αυτές που εμείς δεν μπορούσαμε, αφού τα ίδια πράγματα αυτές τα άκουσαν και τα ξανάκουσαν ποιος ξέρει πόσες φορές κι από πόσες γενιές δασκάλων που πέρασαν απ’ αυτό, αλλά και απ’ το προηγούμενο σχολείο.
Τα θρανία είχαν ενσωματωμένο και τον πάγκο στον οποίο καθόμασταν δυο-δυο. Ήταν πολύ χοντροκομμένα, γεμάτα ρόζους και χοντρές πρόκες και η μετακίνησή τους λόγω του βάρους πολύ δύσκολη.
Πίσω απ’ την αίθουσα ήταν το γραφείο του δάσκαλου και το δωμάτιο που έμενε. Στο γραφείο υπήρχαν 2-3 χάρτες, λίγα βιβλία, μια μεγάλη μεταλλική ξύστρα για να ξύνουμε τα μολύβια μας, μια μπάλα ποδοσφαίρου με σαμπρέλα, πολύτιμος θησαυρός μας, μια άλλη μικρότερη κοκκινωπή από συμπαγές λάστιχο, που τη χάσαμε στα ρέματα της Αμάλιας σε μια εκδρομή που κάναμε με το σχολείο στην αετόβρυση, 1-2 καρέκλες κι ένα τραπέζι.
Αετόβρυση (φωτ. Γιώργ. Αθανασιά)
Πίσω απ’ την αυλή του σχολείου υπήρχε ο σχολικός μας κήπος. Εκεί φυτεύαμε φασόλια κι άλλα φυτά και θεωρούσαμε όλοι τιμή και υποχρέωσή μας να τον περιποιούμαστε, κυρίως κουβαλώντας νερό απ’ τη γυφτόβρυση με τενεκεδάκια για να τον ποτίζουμε. Στο χώρο αυτόν πριν από πολλά-πολλά χρόνια ήταν το νεκροταφείο του χωριού.
Κάθε χρόνο κάναμε μεγάλα σχέδια γι’ αυτόν τον κήπο και για τη σημαντική παραγωγή που προσδοκούσαμε να εξασφαλίσουμε. Δυστυχώς όμως, καμιά χρονιά δε θυμάμαι να πρόκοψε κανένα απ’ τα φυτά που φυτέψαμε κι αυτό σίγουρα γιατί ο χειμώνας κρατούσε πολύ κι όταν τα φυτά μας άρχιζαν να μεγαλώνουν τέλειωνε η σχολική χρονιά και τα παρατούσαμε. Το Σεπτέμβρη, άντε πάλι απ’ την αρχή. Ούτε οι καλικάντζαροι με το δέντρο της γης να ήμασταν.
Το σχολείο μας είχε και το κρατητήριό του για τους ατακτούντες. Ήταν ένα καταθλιπτικό, σκοτεινό υπόγειο πίσω απ’ το σχολείο γεμάτο με λογιών-λογιών ζωύφια. Φόβος και τρόμος για όλους μην τυχόν βρεθούν κάποια στιγμή εκεί.
Για την πρωινή και απογευματινή προσέλευση στο σχολείο υπήρχε το «καμπανέλι», μια μικρή καμπάνα που τη χτυπούσε ο δάσκαλος καλώντας μας κι ο ήχος της έφτανε και στην πιο απομακρυσμένη γωνιά του χωριού, τώρα έχει μεταφερθεί στην Παναϊά κι αποτελεί την καμπάνα της εκκλησίτσας. Ήταν κρεμασμένο σ’ ένα απ’ τα χαμηλά κλαδιά του πελώριου δέντρου που υπήρχε, κι ευτυχώς εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει, στη νοτιοανατολική άκρη του προαυλίου του σχολείου και στο οποίο βρισκόταν η μεγάλη καμπάνα του Άϊ Νικόλα.  

Η είσοδος του Ι.Ν. Αγ. Νικολάου (2012)
Στη νότια – νοτιοανατολική πλευρά της αυλής βρισκόταν το σπίτι του παπά. Ήταν διώροφο με τον κάτω όροφο να βγάζει στην πλατεία του χωριού και τον επάνω στο προαύλιο του σχολείου. Το κτίριο αυτό ανήκε στην εκκλησία του χωριού και  προσφερόταν στον εκάστοτε παπά του χωριού να μένει με την οικογένειά του, όσο θα ιερουργούσε στην εκκλησία. Ο κάτω όροφος χρησίμευε ως αποθήκη για ξύλα κλπ. Παλιότερα το ισόγειο ήταν το ένα απ’ τα 2-3 μαγαζάκια του χωριού (προπολεμικά το κρατούσε με ενοίκιο που πλήρωνε στην εκκλησία ο Γερασιμοσπύρος, πατέρας του Χαράλαμπου Κουτρούμπα). 
Το σπιτάκι αυτό ήταν σχετικά μικρό σε επιφάνεια, αλλά ωραίο, πετρόχτιστο και μέχρι τέλους σε καλή κατάσταση. Είχε τη δική του αυλή με ένα πέτρινο πεζουλάκι γύρω-γύρω απ’ την κάτω πλευρά και στη μέση ένα πελώριο πουρνάρι, το πουρνάρι του παπά, όπως το αποκαλούσαν, και  που αποτελούσε ένα από τα βασικά στοιχεία της φυσιογνωμίας της Ανιάδας, όπως και η γυφτόβρυση. Εκεί και κάτω απ’ τα φουντωτά κλαδιά του καθόταν τις απογευματινές ώρες και ξεκουραζόταν πίνοντας το καφεδάκι του ο παπάς του χωριού μας και οι επισκέπτες του. Εκεί, θυμάμαι, κάθισε κι ο δεσπότης Ναυπάκτου και Καρπενησίου σε μια επίσκεψή του. Μας μάζεψε όλα τα παιδιά του σχολείου, μας μίλησε και μας είπε πόσο όμορφος κι ευλογημένος είναι ο τόπος που πατά. 
Το τέμπλο του Ι .Ν. Αγίου Νικολάου Ανιάδας (2012)
Δυτικά απ’ αυτή την αυλή υπήρχε μια πέτρινη σκάλα που οδηγούσε απ’ το προαύλιο του σχολείου στην πλατεία του χωριού μπροστά απ’ το ιερό του Αϊ Νικόλα. Τώρα πια δεν έχει απομείνει τίποτα απ’ αυτά, όλα γκρεμίστηκαν για να χτιστεί ο ξενώνας του χωριού. Άραγε η κατασκευή του υπήρξε αντάξια της καταστροφής που συντελέστηκε στη φυσιογνωμία της Ανιάδας;
   Το 1965 έγινε επισκευή και αντικατάσταση της στέγης στον Άγιο Νικόλαο Ανιάδας. Τοποθετήθηκαν κεραμίδια στη σκεπή αντί της παλιάς που ήταν σκεπασμένη με πλάκες. Έγινε με προσωπική εργασία των χωριανών. Η φωτογραφία που ακολουθεί ελήφθη από την ιστοσελίδα του Ανιαδιώτη Μπάμπη Καρακώστα.


Στη φωτογραφία διακρίνονται (στη δεξιά σειρά από μπροστά) : Ιωάννης Τσιάτσος, Γεράσιμος Κουτρούμπας (Τόλιας), Σεραφείμ Γραβάνης, Σεραφείμ Ντζανέτας, Νικόλαος Μακρυγιάννης, Τριαντάφυλλος Χαντζόπουλος, Ιωάννης Τσιώνης (τσιωνόγιαννος), Ιωάννης Καραγκούνης, Νικόλαος Τσιάτσος, Γεράσιμος Κατής, Κων-νος Φλώρος (Αρμαντούλας), Χρήστος Μπασιαδήμας, και Λεωνίδας Καραγκούνης.
Στην αριστερή σειρά: Χαράλαμπος Νασιόπουλος, Γιαννούλα Κατή, Κατίνα Κουτρούμπα, Πετρούλα Τριανταφύλη, Ιωάννης Κουτρούμπας, Φώντας Ντζανής, Ανέστης Tσιώνης, Θωμάς Βενέτης, Ιωάννης Κουτρούμπας (με το κοντομάνικο), Φώντας Ντζανής (με τις πλάκες στα χέρια) και δίπλα του Ανέστης Τσιώνης.


Το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής "πνιγμένο" στα λουλούδια, όπως φρόντισε να το στολίσει
με περισσή φροντίδα ο Κώστας Μπαζιώνης. (φωτ. Καλοκαίρι 2012)


----------

Ζ. Σχολική ζωή (μαθήματα – εκδρομές – εκδηλώσεις – απρόοπτα)

                   


Η σχολική χρονιά ξεκινούσε πάντα με πολλά, αλλά το ίδιο βασανιστικά ερωτήματα. Ποιος θα είναι ο καινούργιος δάσκαλος, γιατί κάθε χρόνο ερχόταν άλλος, πότε θα έρθει, πώς θα μας αντιμετωπίζει … Και να ’ταν μόνον αυτά ! Τέρμα πια τα ατέλειωτα παιχνίδια και οι ατέρμονες περιπλανήσεις σε βουνά και σε λαγκάδια ! … Ο δάσκαλος σίγουρα θα ’χει πολλές και μεγάλες απαιτήσεις.
Έτσι τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου βαριές ήταν οι καρδιές όλου του μαθητόκοσμου κι έπεφτε μια τέτοια κατήφεια που όσο σκληρόκαρδος κι αν ήταν κάποιος σίγουρα θα μας έβλεπε με συμπόνια. Αχ και να αργούσε λίγες ακόμα μέρες να έρθει, τι καλά που θα ήταν !
Όμως μάταιες οι κρυφές προσδοκίες, μάταια και τα όνειρα που κάναμε. Αυτός ο κακούργος ο Τσιατσιόγιαννος (άλλες φορές κι ο Πατσιαούρας) έφταιγε που πήγαινε στον Άη Θόδωρο με το μουλάρι και τον έφερνε καβάλα στο ζώο και πισοκάπουλα δεμένη την ξύλινη βαλίτσα του που περιείχε όλη την περιουσία που θα είχε στη διάθεσή του ολόκληρη τη σχολική χρονιά (λιγοστά βιβλία, πιο λίγα ρούχα, άντε και κανένα ραδιοφωνάκι με μπαταρίες, για να μπορεί κάπου κάπου να ακούει και καμιά φωνή απ’ τον έξω κόσμο). Κι εμείς φοβισμένοι, περίεργοι, να κρυφοκοιτάμε απ’ αλάργα, μισοκρυμένοι πίσω από τοίχους και κλαριά, σαν Ινδιάνοι, θέλοντας να τον  ψυχολογήσουμε, να διαμορφώσουμε άποψη για τον καινούργιο δάσκαλο, να μαντέψουμε τέλος πάντων τι μας περίμενε.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί νάσου και το καμπανέλι να μας καλεί ! …
Ακολουθούσαν οι συστάσεις. Μας έλεγε από πού είναι (σχεδόν πάντα από πολύ μακριά ήταν), ποιο το όνομά του, μας ρωτούσε κι εμάς για τα δικά μας, πώς περάσαμε το καλοκαίρι, λες και θα ’ταν ποτέ δυνατό να μην περάσουμε καλά το καλοκαίρι κι όσο αυτός έλειπε, μας ρωτούσε κι άλλα πολλά. Κι εμείς όλο και ξανοιγόμασταν κι όλο λέγαμε. Αρκετές φορές όμως το ύφος του έδειχνε πως δεν πολυκαταλάβαινε κάποιες απ’ τις λέξεις που μεταχειριζόμασταν, γι αυτό ρωτούσε και ξαναρωτούσε τα ίδια πράγματα.
Έπειτα μας έδινε λίγες συμβουλές και μας έλεγε για τα σχολικά είδη που καθένας μας έπρεπε να φροντίσει να αγοράσει απ’ το Καρπενήσι. Πρώτα-πρώτα τα βιβλία της νέας τάξης και τα τετράδια κι ανάμεσά τους ξεχωριστό αυτό της καλλιγραφίας, το μελανοδοχείο, τη μελάνη (αυτή την αγοράζαμε σε σκόνη, μέσα σε μικρά φακελάκια, τη νερώναμε μόνοι μας και γεμίζαμε το μελανοδοχείο). Στυλό, μελάνης φυσικά με μια αμπούλα, μόνο λίγοι διέθεταν, οι περισσότεροι είχαν έναν ξύλινο κοντυλοφόρο που είχε μια ειδική υποδοχή στο μπροστινό μέρος κι εκεί πρόσθεταν – κάρφωναν μια μεταλλική πένα που συχνά έσπαζε ή στράβωνε, όπως και πολύ συχνά έσταζε πάνω στα χαρτιά και στα χέρια μας, τόσο που μονίμως τα δάχτυλά μας ήταν χρώματος μπλε. Αγοράζαμε και από 2-3 φύλλα στυπόχαρτο, μια πλάκα, κοντύλια. Γομολάστιχες δεν πολυαγοράζαμε, καθώς τη δουλειά τους μπορούσε να κάνει μια χαρά κι ένα κομμάτι από παλιά καουτσούκια. Ε, αν άφηνε και λίγη μουντζούρα, δε θα χάλαγε κι ο κόσμος!
Η μαρούδα για το σχολείο
Σε λίγες μέρες η παρουσία μας στο σχολείο ήταν πιο εντυπωσιακή, με τη μαρούδα κρεμασμένη στον ώμο και μέσα της όλος αυτός ο θησαυρός και εμείς με μάτια να λάμπουν από καμάρι. Η μαρούδα ήταν μια υφαντή στον αργαλειό τσάντα (είδος τρουβά) με πολλά χρώματα και κεντίδια, για να εντυπωσιάζει, κι ένα πολύχρωμο μακρύ σκοινί για να κρεμιέται στον ώμο. Η ομορφιά της μαρούδας των παιδιών κατά κανόνα αποτελούσε και ένδειξη της οικονομικής κατάστασης των γονιών τους, αλλά και της καλαισθησίας της μάνας τους.                                                     
Οι εποχές εκείνες ήταν δύσκολες οικονομικά και γι’ αυτό έβλεπες μερικά παιδιά να έρχονται στο σχολείο φορώντας γουρουνοτσάρουχα, (μαρούδες όμως πάντα φανταχτερές). Τα γουρουνοτσάρουχα ήταν μια πολύ πρόχειρη κατασκευή παπουτσιών. Πρόκειται για κομμάτια δέρματος απ’ το γουρούνι της οικογένειας κομμένα σε σχήμα ορθογωνίου και ραμμένο απ’ τις γυναίκες του σπιτιού έτσι που έμοιαζαν με βαρκούλες με το τριχωτό του δέρματος προς τα έξω και δεμένα σφιχτά στα πόδια με λουριά καμωμένα απ’ το ίδιο δέρμα.
Τα γουρνοτσάρουχα

 Άλλοι, οι περισσότεροι, φορούσαν στα πόδια τους καουτσούκια. Ήταν παπούτσια συμπαγή καμωμένα ολόκληρα από λάστιχο χυτά σε καλούπι χρώματος μαύρου ή πράσινου. Λιγοστοί, τέλος, φορούσαν κανονικά παπούτσια.
Το σχολείο ήταν μονοθέσιο και λειτουργούσε πρωί κι απόγευμα. Το μεσημεράκι σταματούσαν τα μαθήματα κατά τη μία και ξανάρχιζαν γύρω στις τέσσερις και μισή το απόγευμα. Οι τάξεις είχαν συνδιδασκαλία, δηλαδή έκαναν το ίδιο μάθημα η πρώτη με τη δευτέρα, η τρίτη με την τετάρτη και η πέμπτη με την έκτη. Την ώρα που ο δάσκαλος έκανε μάθημα, ας πούμε στην πρώτη και δευτέρα, οι άλλες τάξεις έγραφαν ή ζωγράφιζαν (σιωπηρή εργασία).
Κατά τις 10 και μισή είχαμε και το συσσίτιο. Αποτελούνταν από «σκονόγαλο» και κίτρινο τυρί. Τόσο το γάλα, όσο και το τυρί, ήταν ευρωπαϊκής προέλευσης και το μεν πρώτο μας το έφερναν σε σκόνη μέσα σε μεγάλα χάρτινα τσουβάλια, το δε δεύτερο σε τενεκεδένια κουτιά των τεσσάρων ως πέντε κιλών. Το γάλα το αραίωναν με νερό και το έβραζαν με τη σειρά οι μανάδες των μαθητών στα σπίτια τους και την προκαθορισμένη ώρα πήγαιναν δυο μαθητές που καθημερινά εναλλάσσονταν και το έφερναν μέσα σε μια μεγάλη κατσαρόλα κρατώντας ο ένας απ’ το ένα κι ο άλλος απ’ το άλλο χερούλι. Το γάλα αυτό δεν άρεσε σε κανέναν, αλλά όλοι ήθελαν να πάνε να το φέρουν για να ξεφύγουν για λίγο απ’ το σχολείο. Ψωμί έφερνε καθένας το πρωί απ’ το σπίτι του.
Οι μανάδες των μαθητών είχαν την υποχρέωση με τη σειρά να «ταΐζουν» το δάσκαλο. Έτσι κατά το μεσημεράκι, αλλά και το βράδυ, έφερναν σε ένα κατσαρόλι το φαγητό του. Κατά κανόνα φρόντιζαν να είναι το καλύτερο για το δάσκαλο των παιδιών τους σε σημείο που κάποια παιδιά να λένε, όταν τα ρωτούσαν τι έφαγαν : «ζ’μί, του κρέας τό ’φα’ε ου δάσκαλους». Άλλες πάλι φορές, καθώς όλα γίνονταν ασυντόνιστα, τύχαινε για πολλές μέρες όλες οι νοικοκυρές να φτιάχνουν το ίδιο φαγητό. Σήμερα ρεβίθια, αύριο ρεβίθια την άλλη και την παράλλη ξανά ρεβίθια, κι αυτό προκαλούσε τον φανερό εκνευρισμό του δάσκαλου. Τι να κάνει όμως;
Στην τετάρτη τάξη δάσκαλο είχα τον Ονούφριο Μίαρη. Ήταν απ’ την Κέρκυρα. Καλός άνθρωπος. Αυτός απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες που ήρθε βάλθηκε να μας μάθει τραγούδια και χορούς της ιδιαίτερης πατρίδας του, με πρώτο και καλύτερο, όπως τουλάχιστο αυτός νόμιζε το «Πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές …». Η αλήθεια είναι πως το βρήκαμε όλοι αρκετά αστείο και κρυφομουρμουρίζαμε. Και σ’ ό,τι αφορά το χορευτικό μέρος δεν πειράζει, όλα καλά πήγαιναν, ας πούμε, απλά σέρναμε ο ένας τον άλλον μπρος πίσω συναγωνιζόμενοι σε τσαλίμια που θα ζήλευε κι ο καλύτερος Κερκυραίος χορευτής. Αμ’ εκείνος ο στίχος; Τι λόγια ήταν αυτά που είχε; Εδώ υπήρχε πρόβλημα, καθότι εμείς ούτε κάμποι ξέραμε τι είναι ούτε, πολύ περισσότερο ελιές. Το μόνο που ξέραμε για ελιές ήταν κάτι μαύρα ζαρωμένα κουφέτα σαν κακαράντζες από γίδες, και τις βρίσκαμε κάπου-κάπου στο τραπέζι μας και … μάλλον αηδία μας προκαλούσε η όψη τους.
Κάποια άλλη μέρα, και αφού μας είπε ο δάσκαλος πολλά για την Κέρκυρα, για τις εξοχές της, τα λιμάνια, τις θάλασσες, έκρινα κατάλληλη τη στιγμή να τον ρωτήσω κάτι που από πολύν καιρό με τυραννούσε :
- Δάσκαλε, πώς είναι η θάλασσα;
- Η θάλασσα είναι, μου απάντησε, σα μια πολύ, μα πάρα πολύ μεγάλη γούρνα με νερό.
- Πόσο; Ξαναρωτώ εγώ. Πόσο μεγαλύτερη απ’ τη γούρνα στη γυφτόβρυση και την απανομαχαλήτικη μαζί;
- Χίλιες φορές, χίλιες χιλιάδες φορές μεγαλύτερη κι ακόμα περισσότερο, μου λέει. Να βλέπεις από εδώ ως την Καλιακούδα κι ως πέρα ως τη Γυναίκα, και μου έδειξε με το χέρι του τα αντικρινά βουνά, να τόσο κι άλλο τόσο και χίλιες χιλιάδες φορές τόσο είναι το νερό της θάλασσας.
Δε μου πολυάρεσε η απάντηση και οι ποσότητες του νερού που μου είπε, μου φάνηκαν υπερβολικές, έλα όμως που κι ο χάρτης είχε πάρα πολύ μπλε, κι απ’ την άλλη αυτό που μου είπε ότι δηλαδή καθώς μπήκε στο καράβι στην Κέρκυρα και μέχρι να πατήσει στην αντικρινή ηπειρώτικη ακτή χρειάστηκε να περάσουν γεμάτες τρεις ώρες και βάλε. Αυτό πώς εξηγείται; Πόσο σιγά μπορεί να πήγαινε αυτό το βαπόρι, καθώς εκείνος το έλεγε; Σε τρεις ώρες πας με το μουλάρι ως πέρα στο Καρπενήσι, γυρίζεις και, αν θέλεις, μπορείς και να ξαναπάς. Μυστήρια πράγματα. Δεν πείστηκα για την ώρα, αλλά ούτε και συνέχεια έδωσα στο ζήτημα.
Αργοκυλούσε ο χρόνος ευχάριστα μέρα με τη μέρα, βδομάδα στη βδομάδα, καθώς τη μονοτονία των μαθημάτων έσπαζαν οι κάθε τόσο πραγματοποιούμενες ημερήσιες εκδρομές, πότε στο Γκρεκ, πότε στην αετόβρυση, στην Κρικελιώτικη Παναγιά ή προς το Μουζίλο. Όμορφες πολύ οι αναμνήσεις από εκείνες τις αλησμόνητες εξορμήσεις…
Στην πέμπτη τάξη ήρθε καινούργιος δάσκαλος. Ο Γιώργος Καβάδας. Ροδίτης αυτός και πολύ νέος, όπως και ο προηγούμενος δάσκαλός μας. Μανία μεγάλη αυτός είχε με τη Φυσική Πειραματική. Ήθελε να κάνει σπουδαίες εφευρέσεις, για να βοηθήσει τον κόσμο, και σκέφτηκε, αφού προς το παρόν δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρο, ας άρχιζε τουλάχιστο από εμάς.
Αυτό που θυμάμαι από αυτόν είναι μια περίεργη συσκευή που είχε κατασκευάσει, κάτι σαν ποντικοπαγίδα, πες, και μ’ αυτή, δεν ξέρω πώς, έπιανε με πολύ γρήγορες κινήσεις  ζωντανά κάτι μικρά κατάμαυρα ποντικάκια, υπήρχαν πολλά απ’ αυτά στο σχολείο κρυμμένα εδώ κι εκεί και, καθώς εκείνα παγιδεύονταν και προσπαθούσαν να ξεφύγουν, πιάνονταν από κάτι περίεργους τροχούς που είχε μέσα στην παγίδα του κι αυτοί περιστρέφονταν γρήγορα-γρήγορα. Είχε και κάτι χρωματιστά καλώδια που οδηγούσαν σε τρία – τέσσερα λαμπάκια κι εκείνα, ώ του θαύματος! όσο τα ποντίκια πάλευαν να ξεφύγουν, άναβαν πράσινα, κόκκινα, γαλάζια και λαμποκοπούσε ο τόπος ! 
Στο μάθημα της Φυσικής Πειραματικής και για τον τρόπο λειτουργίας του τηλεφώνου πηγαίναμε στο κοινοτικό γραφείο, εκεί υπήρχε το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού. Δίπλα στη συσκευή υπήρχε ένα κουρδιστήρι. Ο δάσκαλος το κούρδιζε για αρκετή ώρα κι έπειτα σήκωνε το ακουστικό. Έφερνε γύρες με το δάχτυλό του κάποιους αριθμούς που είχε γραμμένους πάνω της η συσκευή και η επικοινωνία άρχιζε :
- Έλα, Ψιανά εκεί; Μ’ ακούς; 
- Όχι καλά, ξαναπάρε, ακουγόταν μια φωνή, σαν απ’ το υπερπέραν.
- Έλα, μ’ ακούς τώρα; Εδώ Ανιάδα.
- Ναι, σ’ ακούω, εδώ Ψιανά.
  Καμιά φορά απαντούσαν απ’ άλλο χωριό.
- Ναι, ναι, έλα. Ιδώ Κρικέλ.
  Για το μάθημα της Γεωμετρίας κατασκευάζαμε μόνοι μας ξύλινους χάρακες στους οποίους σημειώναμε τα εκατοστά και τα χιλιοστά. Για μέτρο χρησιμοποιούσαμε μια ταινία χαρτιού που κόβαμε προσεκτικά και σημειώναμε πάνω της δέκατα, εκατοστά και χιλιοστά, κι επειδή χαρτί τόσο μεγάλο (1 μέτρο) δε βρίσκαμε, κολλούσαμε πολλά μικρά κομμάτια. Την κόλλα δεν την αγοράζαμε, αλλά την κατασκευάζαμε οι ίδιοι με ζυμάρι και μελίγκρα που παίρναμε από δέντρα.
Σημαντικό γεγονός της χρονιάς εκείνης ήταν και η έναρξη της κατασκευής αμαξιτού δρόμου που θα συνέδεε το χωριό με το Καρπενήσι. Ανάμεσα στις άλλες εργασίες που έπρεπε να γίνουν ήταν και η απομάκρυνση ενός βράχου που βρισκόταν βόρεια απ’ το σχολείο και σε μια απόσταση δυο μέτρων απ’ αυτό. Ο δρόμος θα περνούσε αναγκαστικά απ’ το σημείο εκείνο και καθώς δεν υπήρχε άλλος τρόπος εξουδετέρωσης του βράχου κρίθηκε απαραίτητο να ανατιναχτεί με φουρνέλο. Φόβος και τρόμος μας έπιανε κάθε φορά που ακούγαμε για φουρνέλο. Άνοιγαν με κοπίδια μια τρύπα σ’ ένα σημείο του βράχου τη γέμιζαν με εκρηκτικά, τα συνδέανε με ένα φυτίλι κι ένας τολμηρός έβαζε φωτιά στην άκρη του κι έφευγε τρέχοντας κι ουρλιάζοντας σαν τρελός : φουρνέλοοοοοο. Σε λίγο βουνά και λαγκάδια αντιλαλούσαν απ’ την τρομερή έκρηξη. Αυτό επιχειρήθηκε κι αυτή τη φορά. Το σχολείο λειτουργούσε την ώρα εκείνη κι ο δάσκαλος που ήξερε απ’ αυτά μας είπε πως δεν υπάρχει κίνδυνος, απλά θα ακουστεί ένας μικροθόρυβος. Τα καθησυχαστικά του λόγια δε μας ηρέμησαν, αλλά και τι να κάναμε; Πέρασαν 5 – 10 λεπτά κι η τρομερή κραυγή ακούστηκε : φουρνέλοοοοοοο ! κι αμέσως μετά η γη σείστηκε. Τι βροντή ήταν εκείνη ! Σα να άνοιξε η κόλαση κι άφησε όλα τα θεριά της να βγουν έξω … κάδρα ηρώων έπεσαν απ’ τους τοίχους, μια υδρόγειος σφαίρα που είχαμε στην άκρη της έδρας σωριάστηκε στο πάτωμα, κάποια κεραμίδια εκτοξεύτηκαν ποιος ξέρει πόσο μακριά κι η αίθουσα μύριζε έντονα μπαρούτη και καμένο. Για λίγη ώρα μείναμε όλοι ακίνητοι στις θέσεις μας κατακίτρινοι απ’ το φόβο και πιο πολύ ο δάσκαλος. Όταν τέλος βγήκαμε έξω αντικρίσαμε ένα σεληνιακό τοπίο. Ο βράχος συντρίμμια, σκόνες παντού, ο τόπος αγνώριστος! Η μέρα εκείνη μένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου και κάθε φορά που ακούω για βομβαρδισμούς σ’ όποια γωνιά του πλανήτη η μνήμη μου τρέχει στα παιδικά μου χρόνια στην Ανιάδα εκείνης της μέρας. 
Στ’ τάξη. Καινούργιος δάσκαλος για μια ακόμα φορά και … βαθύτατα ερωτευμένος με μια κοπέλα απ’ τη Δομνίστα ή απ’ τους Σταύλους, δε θυμάμαι καλά. Πού τον έχανες πού τον εύρισκες κάθε τρεις και λιγάκι να ’τον στο κοινοτικό γραφείο για τηλέφωνο, πράγμα που δεν πέρασε απαρατήρητο απ’ τους πονηρούς Ανιαδιώτες που έστηναν αφτί για να ακούσουν τα ερωτόλογα και στη συνέχεια να τον μιμούνται για να σπάσουν πλάκα.
Ήταν πιο αυστηρός απ’ τους  δυο προηγούμενους και είχε πάθος με την Καλλιγραφία. Τα παιδιά της Ε’ και της Στ’ έπρεπε απαραιτήτως να γράφουν καλά και καθαρά γράμματα και μόνον με την πένα, όχι μολύβι, γι’ αυτό είχαμε και ειδικό τετράδιο καλλιγραφίας.
Ο δάσκαλος αυτός αγρίευε με το παραμικρό. Ένα λαθάκι να έκανε κάποιος κι ο Στουρνάρας θαρρείς κι έβγαζε φωτιές, άλλαζε δέκα χρώματα το πάντα χλωμό πρόσωπό του και γινόταν θηρίο, αν μάλιστα είχε και μέρες να επικοινωνήσει με την αρραβωνιαστικιά του, τότε Θε’ μου φύλαγε. Γι’ αυτό το λόγο κάθε φορά που μας δινόταν ευκαιρία να την «κοπανίσουμε» απ’ το σχολείο προφασιζόμενοι αρρώστια ή ό,τι άλλο, το κάναμε πολύ ευχαρίστως. Θυμάμαι μια χειμωνιάτικη μέρα, η ώρα θα ’ταν 11, κρύο πολύ, όταν η καμπάνα του Αϊ Νικόλα ακούστηκε να χτυπά πένθιμα. Την προηγούμενη είχε πεθάνει η γρια Τσιλίκω και τώρα ήταν η ώρα που θα την κήδευαν. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά το δάσκαλο τον έπιασε μια απροσδόκητη καλοσύνη εκείνη τη μέρα και μας ρώτησε, αν κάποιος την είχε συγγενή και θα ήθελε να τη συνοδέψει ως την τελευταία της κατοικία. Σαν αστραπή μου πέρασε απ’ το μυαλό να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία. Βέβαια συγγένεια καμιά δεν είχα με τη γριούλα, ο Θεός να αναπαύει την ψυχούλα της, είχα όμως ακόμα μια ώρα Γεωμετρία με το Στουρνάρα και μια Γεωγραφία (συγκεκριμένα είχαμε για την Αίγυπτο, θυμάμαι, εκείνο το πρωινό), αντάλλαξα μια γρήγορη ματιά με τον Καρακώστα, διαπίστωσα ότι κι εκείνος έκανε τις ίδιες ή ανάλογες σκέψεις και σηκώσαμε δειλά-δειλά το χέρι προσπαθώντας να δείχνουμε όσο πιο θλιμμένοι γινόταν, όπως το απαιτούσε η περίσταση και κυρίως για να γινόμαστε πιο πειστικοί. Περιττό να πω ότι η θλίψη και η κατήφεια κράτησε ώσπου να βγούμε απ’ το σχολείο από εκεί κι έπειτα τα πράματα άλλαξαν ριζικά. Έπρεπε όμως να πάμε και στην εκκλησία και να ακολουθήσουμε την πομπή. Σε τέτοιες εκδηλώσεις ούτε το συνηθίζαμε να συμμετέχουμε, ούτε και το θέλαμε, έλα όμως που τώρα ήμασταν αναγκασμένοι να πάμε! Με βαριά καρδιά μπήκαμε στην εκκλησία. Η τελετή είχε αρχίσει. Εμείς κάπου παράμερα και με σκυμμένα τα κεφάλια παρακολουθούσαμε. Κάποια στιγμή κι ενώ όλοι σιωπηλοί και συγκινημένοι παρακολουθούσαν, νιώθω το χέρι του Καρακώστα να με τραβά απ’ το μανίκι και σκύβοντας στο αφτί μου με ρωτά :
- Τι θα πει, ρε, αυτό το «τας οδύνας λύσας των πεπαιδευμένων» που είπε ο παπάς;
 Ιδέα δεν είχα για τη σημασία της φράσης. Έλα όμως που ήξερα πόσο εμπιστεύεται τις γνώσεις μου ο φίλος μου κι εγώ δεν ήθελα να τον απογοητεύσω ξεπέφτοντας μπροστά στα μάτια του και δείχνοντας την άγνοιά μου, έστυψα λοιπόν το μυαλό μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσα αναζητώντας μια λογική εξήγηση και γυρίζοντας του λέω σιγά :
- Πες τα πιο σιγά, ρε, μη μας δουν που κουβεντιάζουμε, να ο Θεός αγαπά μόνο τους καλούς, αλλά φτωχούς ανθρώπους, και τιμωρεί τους πλούσιους, καλούς και κακούς, και η φράση θα πει : τας γουρούνας λύσας των πεποδυμένων, δηλαδή πάει να πει ο Θεός για να τιμωρήσει τους πλούσιους που έχουν παπούτσια, τους λύνει κρυφά τις γουρούνες και τους αναγκάζει να τρέχουν να τις συμμαζέψουν.
 Η απάντηση φαίνεται ικανοποίησε το φίλο μου, γιατί θυμάμαι που κούνησε ευχαριστημένος το κεφάλι και είπε :
- Α, καλά τότε, καλά τους κάνει τους παλιοκιαρατάδες.   
Γραπτές επαναληπτικές εξετάσεις είχαμε στην Ε’ και στην Στ’ τάξη. Τις μέρες που γράφαμε τα διαγωνίσματα νιώθαμε την κρυφή ζήλεια των παιδιών των μικρότερων τάξεων, γιατί εκείνοι θα συνέχιζαν να κάνουν μάθημα πρωί – απόγευμα, ενώ εμείς θα πηγαίναμε στο σπίτι για (υποτίθεται) διάβασμα για το μάθημα της επόμενης μέρας, κάτι που όμως ποτέ δε γινόταν. Φτάνοντας στο σπίτι η πρώτη δουλειά μας ήταν να πετάξουμε σε μιαν άκρη τον κοντυλοφόρο μας, να πάρουμε τα λάστιχα (σφεντόνες) και … μην είδατε τον Παναή, τον κλέφτη, το λεβέντη τον αρχιληστή … τρέχαμε στα γνώριμά μας βουνά και λαγκάδια, μακριά απ’ τις έγνοιες του σχολειού και τις φοβέρες του δάσκαλου, ελεύτεροι σαν τα πουλιά και ξέγνοιαστοι σαν τους πρωτόπλαστους στον παράδεισο … Τι υπέροχο συναίσθημα ήταν αυτό ! Να νιώθεις στο σχολείο το δάσκαλο να κάνει μάθημα στα … μικρά κι εσύ αμέριμνος να σουλατσάρεις θες στα Πλατάνια ; θες στο Γκρεκ ; θες στον Άη Θανάση ; θες κάτω στη ρεματιά να κινηγάς καβούρια ; Όλος ο τόπος δικός σου ! … Την απόλαυση εκείνων των στιγμών ποτέ δεν μπόρεσα να ξαναζήσω … 
Με τη λήξη των μαθημάτων κάθε χρόνο το σχολείο μας διοργάνωνε και γυμναστικές επιδείξεις.
Αυτές περιλάμβαναν αφ’ ενός μεν τις κλασσικές ασκήσεις γυμναστικής και χορούς, αφ’ ετέρου δε αγώνες απ’ τους οποίους (και μην περιμένετε βέβαια να ακούσετε για τίποτε Ολυμπιακά αθλήματα, μακριά από μας τέτοια καμώματα) οι πιο σημαντικοί ήταν :
α. Αγώνας τσουβαλοδρομιών. Κάθε αγωνιζόμενος έπρεπε να φέρει ένα τσουβάλι απ’ το σπίτι του. Με την κήρυξη του αγώνα έμπαινε μέσα σ’ αυτό και με γερά πηδήματα έπρεπε να προσπαθήσει να φτάσει πρώτος απ’ τη μια άκρη του προαυλίου ως την άλλη χωρίς να πέσει ούτε μια φορά. Οι ανατροπές όμως όσο κι αν προσπαθούσαμε να τις αποφύγουμε ήταν πολλές, όπως πολύς κι ο ιδρώτας που χυνόταν κατά την προσπάθεια.
β. Αγώνας με γιαούρτι. Ανά δύο μαθητές με δεμένα σφιχτά τα μάτια με ένα μαντήλι, έτσι που να μη βλέπουν καθόλου και κρατώντας καθένας από ένα τενεκεδάκι με γιαούρτι κι ένα κουτάλι προσπαθούσε να … «ταΐσει» το συμπαίκτη του. Νικητής αναδεικνυόταν το ζευγάρι εκείνο που θα κατάφερνε να τελειώσει πρώτο, δηλαδή να φαγωθούν τα γιαουρτάκια, χωρίς όμως να λερώσει ο ένας το πρόσωπο του άλλου, κομμάτι δύσκολο καθώς όλα γίνονταν στα τυφλά και η βιασύνη να προλάβουμε τους άλλους έφερνε το κουτάλι πότε στη μύτη και πότε στο αφτί του συμπαίκτη. 
γ. Αγώνας στα τενεκεδάκια. Κάθε αγωνιζόμενος είχε στη διάθεσή του τρία αδειανά τσίγκινα κουτιά απ το τυρί του συσσιτίου μας. Έπρεπε να πατά τα δυο του πόδια στα δύο κάθε φορά απ’ τα κουτιά κι αμέσως να μετακινεί το ένα του πόδι στο τρίτο κουτί. Έπειτα να μετακινεί με το χέρι του το κουτί που απελευθερώθηκε μπροστά για να φέρει το άλλο του πόδι σ’ αυτό. Οι κινήσεις επαναλαμβάνονταν μέχρι να φτάσει στην άλλη άκρη του προαυλίου. Νικητής και πάλι αναδεικνυόταν αυτός που πρώτος έφτανε χωρίς να πέσει ούτε μια φορά.
δ. Αγώνας με αυγά. Στο αγώνισμα αυτό χρησιμοποιούνταν μερικά καλά βρασμένα και ξεφλουδισμένα αυγά. Καθένα ήταν δεμένο στην άκρη μιας μακριάς κλωστής κρεμασμένης από κάπου ψηλά. Τα παιδιά με δεμένα τα μάτια και ανά δύο έπρεπε να προσπαθήσουν να το φάνε. Δεν έπρεπε όμως να το τρίψουν ή να το ρίξουν κάτω. Νικητής ήταν αυτός που πρώτος θα τα κατάφερνε.
ε. Τα ξυλοπόδαρα. Κάθε αγωνιζόμενος κρατούσε δυο ξύλινους πασσάλους ύψους 1,5 μέτρο περίπου ο καθένας. Ο κάθε πάσσαλος και σε ύψος 20 εκατοστά από το έδαφος είχε μια προεξοχή πάνω στην οποία πατούσε ο μαθητής. Έτσι ανεβασμένος καθώς ήταν στα δυο αυτά ξύλα και χωρίς να πατήσει καθόλου στο έδαφος έπρεπε να φτάσει κινώντας εναλλάξ τα πόδια του στην άλλη άκρη του προαυλίου. Νικητής ήταν αυτός που πρώτος θα έφτανε χωρίς καμιά πτώση.
Σ’ όλη τη διάρκεια διεξαγωγής αυτών των πρωτόγονων, αλλά σκληρών αγώνων το φιλοθεάμον κοινό που περιλάμβανε όλους τους χωριανούς νέους, γέρους, νιες και γριές και που είχε συγκεντρωθεί από πολύ νωρίς να τους παρακολουθήσει, παραταγμένο δεξιά κι αριστερά του προαυλίου όρθιο φώναζε, ούρλιαζε, ενθάρρυνε, γιουχάιζε τους αγωνιζόμενους κι εκείνοι γεμάτοι έξαψη μπροστά στη δόξα που προσδοκούσαν να κατακτήσουν έβαζαν τα δυνατά τους να λάμψουν, να ξεχωρίσουν, να αναδειχτούν πρώτοι και να ’χουν να λένε γι’ αυτούς οι χωριανοί. Τα αποτελέσματα όμως τις πιο πολλές φορές ήταν εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι περίμεναν προκαλώντας τα γέλια και τα ειρωνικά σχόλια του κόσμου.

Η. Το πανηγύρι στην Κρικελιώτικη Παναγιά

Στις 23 του Αυγούστου γιορτάζεται η Παναγιά η Προυσιώτισσα. Τη μέρα αυτή γιορτάζει και το εκκλησάκι της Κρικελιώτικης Παναγιάς που είναι χτισμένο σε μια καταπράσινη περιοχή ανάμεσα στην Ανιάδα, το Συγγρέλο και το Κρίκελο.
Ανήμερα της γιορτής πλήθη πανηγυριωτών συνέρεαν απ’ τα τρία χωριά κι όχι μόνο.
Απ’ την Ανιάδα σε ομάδες ομάδες έπαιρναν το τραχύ μονοπάτι κάτω απ’ τα Προσήλια, έφταναν στη συγγρελιώτικη ρεματιά κι από εκεί την ανηφόρα για την Παναγιά. Δύσκολη και πολύ κοπιαστική η διαδρομή, η χαρούμενη συντροφιά όμως, τα μικροπειράγματα, το γενικότερο κέφι έκανε να ξεπερνιούνται όλα τα εμπόδια. Οι νέοι προσπαθούσαν να κάνουν επίδειξη αντοχής, οι κοπέλες επίδειξη χάρης, τσαχπινιάς και γνώσεων, κυρίως αυτές που ήταν μαθήτριες σε κάποιο Γυμνάσιο της Πάτρας ή κι αλλού, να λένε για τον καθηγητή που αποστόμωσαν με μια έξυπνη απάντησή τους, για το θαυμασμό που έτρεφε γι’ αυτές ο μαθητόκοσμος του σχολείου τους και για τη δική τους καταδεκτικότητα, αν και ήταν πρώτες σε όλα, ενώ με ζήλια τις κρυφοκοιτούσαν οι άλλες χωριατοπούλες. Παραδίπλα οι μανάδες που είχαν αγόρια του σχολείου να τα αναζητούν διαρκώς :
- «Να μι του κουνταριμένου ! πού χάθκι πάλε;», κι ο νεαρός βλαστός να ξεμυτίζει για λίγο πότε πίσω από έναν κέδρο , πότε από μια προεξοχή κανενός απόκρημνου βράχου που ένα αγριοκάτσικο πολύ θα το σκεφτόταν προτού πάρει την απόφαση να φτάσει ως εκεί, κι ως να το καλοειδεί η μάνα του ξαναπρόβαλε στην αντικρινή ραχούλα κι αυτή γεμάτη ανησυχία και θέλοντας να το βάλει στου Θεού τη στράτα όλο να το παρακαλάει κι όλο να του τάζει :
- «Έλα ιδώ πλάκι μ’, έλα καλό μ’, έλα να σ’ πω κι κάτ’ θα σ’ δώκου».
- «Ό’ι, δε θέλου. Τίπουτα να μη μ’ δώκ’ς».
Κι αυτό, κράμα ανθρώπινης ύπαρξης και στοιχειού του δάσους, ακράτητο να τρέχει μπρος πίσω, πότε πανώστρατα και πότε κατώστρατα, κυνηγώντας άλλοτε μια βερβερίτσα, άλλοτε κάποιο πουλί κι άλλες φορές πειράζοντας τον κόσμο, μιμούμενο τον ένα και τον άλλο, κάνοντας γκριμάτσες και περιπαίζοντας τις γριούλες που κάθε τόσο ασκοφυσούσαν αλλά ποτέ δεν έλεγαν να το βάλουν κάτω κι ήταν πάντα πρόθυμες και πρώτες σε τέτοιου είδους εξορμήσεις : «Ου, ουχ ! νααα παλιουσκασμένου κ’ναβ’ π’ να ρεψ’ κι να σι φάνι οι λύκοι, δε θα νά ’ρθς κακουχρουνίτ’κου στα χρόνια μ’;».
Αρκετοί κουβαλούσαν μαζί και το φαγητό, τα καλά τους παπούτσια κι αρκετοί και τα καλά τους φορέματα, που τα φορούσαν λίγο πριν φτάσουν, αφού κρύβονταν πίσω απ’ τα δέντρα.
Το πανηγύρι γινόταν σε μια άπλα έξω απ’ την παμπάλαιη μικρή εκκλησούλα της Παναγιάς και κάτω από γέρικα μεγάλα δέντρα (πουρνάρια κ. ά.). Ηλεκτρικά μουσικά όργανα και μεγάφωνα φυσικά δεν υπήρχαν, αφού το ρεύμα ήταν εντελώς άγνωστο κι η  δύναμη της φωνής του τραγουδιστή ή της τραγουδίστριας προσπαθούσε να καλύψει το θόρυβο που γινόταν.
Το πανηγύρι στην Παναγιά είχε πολλές όψεις. Πολλοί οι πανηγυριώτες και πολλά τα σημεία διεξαγωγής του, αν και μικρός ο χώρος. Όλοι διασκέδαζαν καθένας με τον τρόπο και την παρέα του. Εδώ οι Ανιαδιώτες, πιο κει οι Συγγρελιώτες, παραπέρα οι Κρικελιώτες με συχνά πηγαινέλα ανάμεσά τους, και μέσα σ’ όλα αυτά εμείς τα παιδιά περιφερόμασταν πότε ανάμεσα στα πρόχειρα στημένα τραπεζάκια και πότε στις παρυφές του πανηγυριού και με τα λιγοστά χρήματα που είχαμε πέρναμε ένα ψευτοπαιχνιδάκι απ’ το μικροπραματευτή, ένα κοκορέτσι ή λίγα σταφύλια για να πάμε σε μια βρυσούλα κάπου εκεί ψηλά στο βουνό Γυναίκα να τα φάμε για «καλοσκαίριο», αλλά και για να απολαύσουμε την πανοραμική θέα.
Έτσι κυλούσε η μέρα. Η επιστροφή το απογευματάκι ήταν αληθινή απόλαυση. Όλη η παρέα μου γεμάτη χαρά, μια πρωτόγνωρη – πρωτόγονη χαρά που μας οδηγούσε σε λογιών-λογιών τρέλες σ’ όλο το δρόμο και όλα για κάτι που ούτε οι ίδιοι μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την αιτία του. Μήπως ενστικτωδώς νιώθαμε ότι αυτές οι στιγμές, οι τόσο ανέμελες ήταν και τόσο φευγαλέες αλλά και λιγοστές και δε θα τις ξαναζούσαμε ποτέ πια;  



Θ. Το πανηγύρι του 15Αύγουστου

Τα χρόνια εκείνα το ετήσιο πανηγύρι του χωριού αντιπροσώπευε για όλους μικρούς και μεγάλους πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι σήμερα.
Βασιλική γιορτή η γιορτή της Παναγίας. Γι’ αυτό μέρες πριν το κάθε σπίτι έπρεπε να φροντίσει για την κορυφαία αυτή στιγμή του χρόνου. Σπίτια, αυλές, σοκάκια, τα πάντα, όσο πιο καθαρά γίνεται και το κάθε σπίτι έπρεπε να έχει και το δικό του σφαχτό ή έστω μια δυο οκάδες κρέας που θα είχε εξασφαλίσει απ’ τον περιστασιακό χασάπη του χωριού.


Σχεδόν όλοι είχαν και κάποιους μουσαφιραίους, κάποιον ξενιτεμένο τους που ήρθε για τη μέρα αυτή ή κάποιους συγγενείς από άλλα χωριά που έφτασαν με γαϊδουράκια, μουλάρια ή με τα πόδια κι ανάμεσά τους να ξεχωρίζουν οι υποψήφιες νύφες, αφού το πανηγύρι ήταν πάντα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να τις δουν και να δούνε τους γαμπρούς. 
Πλήρης ορχήστρα στο πανηγύρι
Η πλατεία φιλοξενούσε τότε δυο κομπανίες οργανοπαικτών και στη μέση της βρισκόταν η μεγάλη καρυδιά, (ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο της παλιάς Ανιάδας που δυστυχώς κι αυτό χάθηκε στο βωμό του εκμοντερνισμού).
Από νωρίς το απόγευμα οι κλαριντζήδες έπαιρναν τη θέση τους. Ο Μητρουκογιώργος με το νταούλι, ο Μητρουκομήτσιος με το βιολάκι του, η πάντα  εντυπωσιακά ντυμένη τραγουδίστρια με τη διαπεραστική φωνή … .
Σε ακόμα  παλιότερες εποχές σπάνια το χωριό είχε την τύχη να περιλαμβάνουν οι ορχήστρες ποικιλία μουσικών οργάνων, αρκετές φορές ο χορός γινόταν υπό τους άγριους ήχους του νταουλιού, με «ξηροντάουλο», όπως οι ίδιοι οι χωριανοί έλεγαν, κάποτε και με τους λιγυρούς ήχους της πίπιζας ή της τσαμπούνας.
Στην κορφή της απάνω πλαταιίτσας, ο Λάμπρος, ο πραματευτής, άπλωνε την πραμάτεια του κι αποτελούσε σημείο έλξης για όλα τα λιανόπαιδα που τριγύριζαν με λαχτάρα τα θαυμαστά εμπορεύματα, που έναν ολόκληρο χρόνο τα περίμεναν. τι χάντρες, τι τσατσάρες, τι καθρεφτάκια, τι σφυρίχτρες και πόσων άλλων λογιών ψευτοπαιχνιδάκια! Κι αυτός να διαλαλεί τη σπανιότητα των ειδών που είχε απλωμένα στον πάγκο του, όλα φερμένα από χώρες μακρινές, όλα … μοναδικά στο είδος τους κι ανεκτίμητης αξίας. 
Ανήμερα της Παναγίας όλο το χωριό, μικροί μεγάλοι, κατηφόριζαν το πρωί με το χτύπημα της δεύτερης καμπάνας, κι οι πιο αργοπορημένοι με το τρίτο, για το εκκλησάκι της Παναϊάς. Όλοι συμμετείχαν σ’ αυτόν τον εκκλησιασμό και θα ’πρεπε να υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος για να λείψει κάποιος. Μανάδες με τα μικρά στην αγκαλιά, γιαγιάδες, παππούδες με το μπαστουνάκι όλοι κατέβαιναν το απότομο κατωμαχαλίτικο σοκάκι τσαλαβουτώντας στα τρεχούμενα νερά που πάντα το συντρόφευαν.
Φτάνοντας στο ρέμα τα πράγματα δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο και προ πάντων όταν τύχαινε τις προηγούμενες μέρες να ρίξει καμιά γερή μπόρα (πράγμα όχι και τόσο ασυνήθιστο). Στις περιπτώσεις αυτές το ρέμα, που ποτέ δεν είχε γεφύρι, γινόταν αδιάβατο και τότε με ακροβατικά κι επιτήδεια πηδήματα νιες και γριές κι αντάμα οι λεβέντες του χωριού συναγωνίζονταν στο άλμα εις μήκος, έδιναν να, έτσι μια, και πηδούσαν από λιθάρι σε λιθάρι, σ’ όσα έβλεπαν να προεξέχουν λιγάκι απ΄ το νερό, ή υποπτεύονταν την ύπαρξή τους, έστω κι αν απείχαν μεταξύ τους αλλού ένα μέτρο, αλλού ενάμισι κι αλλού παραπάνω. Έκαναν γρήγορα- γρήγορα τους υπολογισμούς τους, λύγιζαν το κορμί τους, κοίταζαν που πάτησε κι ο προπορευόμενος, έπαιρναν φόρα και … βουρ ορμούσαν μπροστά. Αποτέλεσμα : Πολλοί τα κατάφερναν, άλλωστε μαθημένοι ήταν σε τέτοια πηδήματα. Μερικοί όμως στέκονταν άτυχοι, πάνω στην προσπάθεια του άλματος, αν και έμπειροι άλτες, κάτι τους πήγαινε στραβά, ένας κακός υπολογισμός, ένα στραβοπάτημα, γλιστρούσαν και … μπλουμ  μέσα στο νερό, και τότε προσπαθώντας να κρύψουν την ντροπή αναζητούσαν διάφορες δικαιολογίες :
«Ναααα! Μαρή Παναϊά μ’ τι ήτανι ιτούτου π’ μ’ ηύρη σήμιρα π’ να μην έσουνι!... Ιγώ π’ π’δάου σαν του π’λι μέσα τα ρέματα να του βάλλει ου σιάτανους να πάθου τέτοιου μασκαριλίκι.  Ικειό του παλιουμαγκούφ’ του λι’θάρ’ ου π’ πάτ’σα … κάποιους τ’ν παραμέρσι μι τ’ν παλιουμαγκφαριά, έχου κι ιτούτις τ’ς μαγγφαριές τα καουτσούκια, ντιπ δε στέκνι στα πουδάρια μ’ …». Και η άσπονδη φιλενάδα δίπλα της κρυφογελώντας πονηρά :
«Κιο καλά π’ δε στμπήσκις, μαρή, πες. Σύρι τώρα αυτουιά απ’ κατούλια πίσου του πουρνάρ’ ν’αλλάξ’. Μη διάζισι. Δε βάρισι ακόμα η τρίτ’. Σι καρτιρώ ιγώ ιδαϊά να πάμι αντάμα σ’ν ικκλησιά».
Οι υπόλοιποι περνώντας τη ρεματιά σταματούσαν να αλλάξουν παπούτσια. Να βγάλουν τις γαλότσες, τα καουτσούκια ή και τα τσαρούχια και να βάλλουν τα καλά, που είχαν φυλαγμένα μέσα στον απαραίτητο τροβά που πάντα κουβαλούσαν μαζί τους. (Ανιαδιώτη χωρίς τροβά στον ώμο σπάνια έβλεπες σε παλιότερες εποχές, σύντροφός τους αχώριστος, όπου κι αν πήγαιναν. Τους τελευταίους χρόνους αντικαταστάθηκε από νάυλον σακκούλες).
Έτσι με τα καλά τους έμπαιναν στην εκκλησιά ν’ ανάψουν το κεράκι στη χάρη Της, να προσκυνούσαν και να ξαναβγούν έξω, λόγω … στενότητας του χώρου.
Ο παπάς είχε φτάσει μαζί με τον επίτροπο και τον «πρωτοψάλτη» από πολύ πρωί έχοντας φορτωμένα τα ιερά του σ’ ένα μουλάρι.
Λιγοστούς χωρούσε η εκκλησούλα. Οι πολλοί σκορπίζονταν στον επίσης μικρό χώρο του προαυλίου κι ακόμα πιο πάνω κάτω απ’ τα πανύψηλα έλατα.
Χαιρετισμοί εδώ, καλωσορίσματα πιο πέρα δεν άφηναν να ακουστεί ούτε λέξη απ’ τις ψαλμουδιές.
Με το τέλος της λειτουργίας άρχιζε ο αγώνας της επιστροφής. Τρομερή η ανηφόρα μετά το ρέμα και σ’ απόσταση ο ένας απ’ τον άλλο για να μην τον πάρουν οι πιτσιλιές απ’ το παραπάτημα του προπορευόμενου και την αναγκαστική βουτιά του ποδιού του σε λιμνούλες γεμάτες νερά και γλιστερές λάσπες.
Τέλος όλοι κατέληγαν στην πλατεία. Εκεί ένας-ένας έπαιρναν το δεύτερο αντίδωρο, ένα κομμάτι κοκορέτσι, αχνιστό ακόμα, μια δραχμή το κομμάτι, κι από ένα για να φτάσει για όλους, όσων το τραβούσε η ψυχή. Κάποια φορά ένας πονηρός τσοπάνος λιγουρεύτηκε και δεύτερο και ξαναπέρασε. Τον κατάλαβαν όμως και τον ρώτησαν :
- «Πόσα έφα’ς Γιάννου;». Κι αυτός δίνει τη μεσοβέζικη απάντηση :
- «’Εν έφα!...».
Tους τελευταίους χρόνους ανάμεσα στις τόσες αλλαγές που συντελέστηκαν, ήρθε κι αυτή, αντικαταστάθηκε και το κοκορέτσι απ’ την ξενόφερτη coca cola.
Ο χώρος της πλατείας σχημάτιζε δυο μεγάλα κενά ενδιάμεσα για τους δυο χορούς που θα σχηματίζονταν κι ολόγυρα ξύλινοι χοντροπελεκημένοι πάγκοι για τραπέζια, που όλον το υπόλοιπο χρόνο στοιβαγμένοι σε μια καλύβα χρησίμευαν σαν τραπεζαρία και φωλιά αναρίθμητων ποντικιών, κατσαρίδων, σκορπιών κι όποιου άλλου δημιουργήματος του ζωικού βασιλείου ο χώρος της αποθήκης ολοχρονίς προστάτευε. Το κακό είναι ότι πολλά απ’ αυτά αρνούνταν πεισματικά να παραδώσουν το άσυλό τους στους πανηγυριώτες κι έτσι συχνά μέσα απ’ τις χαραμάδες των ξύλων εμφανιζόταν και κανένας σκορπιός λες και ήθελε κι αυτός να κάνει τις δικές του χορευτικές φιγούρες κάτω απ’ τους ήχους του νταουλιού.
Νωρίς-νωρίς το απόγευμα κι αμέσως μόλις έπεφτε ο ήλιος μαζεύονταν στο «χροστάσι» οι πανηγυριώτες επιδιώκοντας να καταλάβουν τις πιο μπροστινές, τις προνομιούχες θέσεις, για να μπορούν να παρακολουθούν και να μη χάνουν καμιά χορευτική φιγούρα ή ό,τι άλλο θα προέκυπτε στη διάρκεια του πανηγυριού.
Το μαγαζί είχε φροντίσει για το φαγοπότι. Τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια είχαν κουβαλήσει όλα τα απαραίτητα. Ακόμα και κομμάτια πάγου σε παλιότερες εποχές, που έβρισκαν σε σπηλιά της Αμάλιας, και μ’ αυτά δρόσιζαν μέσα σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια το κρασί που θα κατανάλωναν στο πανηγύρι.
Χρέη σερβιτόρων έκαναν διάφοροι χωριανοί περιστασιακά για να εξασφαλίσουν ένα έκτακτο μικροεισόδημα.
  Τα τραγούδια που απαιτούσαν οι χορευτές ήταν στο σύνολό τους παλιά, παραδοσιακά, γνήσια δημοτικά, άλλα της βοσκής κι άλλα της ξενιτιάς και οι παραγγελιές ήταν τόσες που οι μουσικοί δεν πρόφταιναν να ανασάνουν.
Ηλεκτρικό δεν υπήρχε και καθώς ο χώρος φωτιζόταν από μεγάλες λάμπες ασετιλίνης, άλλες κρεμασμένες μπροστά στο μαγαζί κι άλλες στα κλωνάρια της καριάς, ο χώρος όλος κατακλυζόταν απ’ τη δριμιά μυρουδιά της καμένης ασετιλίνης.
Οι μεγαλοκτηνοτρόφοι με φουσκωμένα πορτοφόλια είχαν τον πρώτο λόγο κι ολόισιοι, στητοί, σαν τις γκλίτσες που κρατούσαν, μ’ ανάρριχτη στον ώμο την κάπα και τσιγκελωτό το μουστάκι, έδιναν πρώτοι την παραγγελιά τους ν’ ακουστεί ο σκάρος κι αμέσως μετά άλλα τραγούδια σχετικά με τη βουνίσια ζωή τους.
Απόκοντα κι οι ξενιτεμένοι που ήρθαν στο χωριό τους να επιδείξουν την καζάντια τους σε μακρινές ή και πιο κοντινές πόλεις, στη Λαμία, στην Πάτρα, στη Λάρισα ή στην Αθήνα. Απλόχερα σκορπούσαν τα χρήματα που είχαν αποκτήσει, ποιος ξέρει με πόσους κόπους και στερήσεις, θέλοντας να πείσουν ότι τα χρόνια της ξενιτειάς δεν πήγαν χαμένα, τους έφεραν κέρδη που τώρα μπορούν αφειδώλευτα να ξοδιάζουν και, καθώς ήταν και λίγο θολωμένοι απ’ το κρασί που ήπιαν, αλλά κι απ’ τη χαρά που βρίσκονταν στο χωριό τους, ξεχνούσαν κι οι ίδιοι ποιοι είναι, παράβλεπαν τη μιζέρια της ζωής τους και τις αιματηρές οικονομίες που έκαναν, για να μπορέσουν αυτή τη μέρα να ξοδέψουν. Αυτοθαυμάζονταν ως μεγάλοι και τρανοί, πετυχημένοι επαγγελματίες, κυρίαρχοι θαρρείς του κόσμου όλου, κρυφοκοιτάζοντας ολόγυρά τους να δουν αν τα χρήματα που πετούσαν έπιαναν τόπο, αν τα μάτια του κόσμου ήταν καρφωμένα απάνω τους, αν όλοι τους θαύμαζαν κι αν τους κρυφότρωγε η ζήλια μπροστά σε τέτοια μεγαλεία.
Ανάμεσά τους και οι λιγοστοί «Αμερικάνοι», σηματοδοτούσαν την παρουσία τους με τα φανταχτερά δαχτυλίδια που και στα δυο χέρια φορούσαν, με το πούρο στο στόμα, όπως ασφαλώς θα έκαναν και στο Αμέρικα, πετούσαν στους οργανοπαίχτες τα πρασινωπά δολάρια για να «βαρέσουν» το τραγούδι που θα χόρευε η αδελφή, η ξαδέλφη, η μάνα ή κι αυτοί οι ίδιοι.
Και το τραγούδι πότε γρήγορο να δίνει φτερά στα πόδια των χορευτών και πότε ράθυμο, σαν έμπαινε κανένας πιο ηλικιωμένος ή ιδιαίτερα μερακλής τσέλιγκας, να κάνει το χορό να φιδοσέρνεται, όπως απαιτούσε η βλάχικη αξιοπρέπειά του και  ξωπίσω του να σέρνεται πάνω στο πλακόστρωτο η μακριά, όλο ρόζους τσοπάνικη κλίτσα του, «στουν τόπου Γιάννου μ’ του χουρό κι αγκούτσα του πουδάρ’».
Έτσι κυλούσε η νύχτα ως το ξημέρωμα της επόμενης, για να επαναληφθούν τα ίδια και την επόμενη βραδιά, γιατί το πανηγύρι κρατούσε τρία ολόκληρα μερόνυχτα, με κατακλείδα πάντα το τραγούδι της Όλγας («Κίνησε η Όλγα μας πρωί …»). Την ώρα που ακουγόταν το στερνό αυτό τραγούδι οι πρώτες αχτίδες του ήλιου χάραζαν την καινούργια μέρα στην πιο ψηλή κορφή της Καλιακούδας, μαζί και το τέλος του πανηγυριού.

Σεραφείμ Ν. Κακούρας
        φιλόλογος

----------------------


Στις δύο πρώτες 10ετίες του 20ού αι.

Από την Ανιάδα, μετανάστες στην Αμερική

   Όπως πολλοί άλλοι συμπατριώτες από την Ευρυτανία, αναζήτησαν το αμερικανικό όνειρο, δηλ. να πάνε και να δουλέψουν, ώστε γυρίζοντας να φέρουν χρήματα για να ζήσει η οικογένεια και οι ίδιοι καλύτερα. Εντοπίστηκαν 13 άνθρωποι της Ανιάδας, που σε ομάδες κυρίως πήγαν στην Αμερική, δίνοντας λύση στη φτώχεια του τόπου τους. Στον παρατιθέμενο πίνακα 1, φαίνονται οι αριθμοί μεταναστών.
   Πιο αναλυτικά ακολουθεί αλφαβητικός πίνακας των μεταναστών αυτών :




Μικρό χρονικό της μετανάστευσης από την Ανιάδα

   Ως πρωτοπόρος μετανάστης μπορεί να θεωρηθεί ο Σπυρίδων Κονδύλης. Ήρθε στην Αμερική το 1904 σε ηλικία 18 ετών και εργάστηκε στην περιοχή της Νέας Υόρκης, μέχρι το 1912 που επέστρεψε στην Ελλάδα. Αρκετά χρόνια αργότερα τον ακολούθησε ο Σπύρος Δ. Κουτρούμπας. Πήγε στην Αμερική το 1909 και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη.
Διαφήμιση σε εφ. της Λαμίας (1908)
   Τον επόμενο χρόνο (1910) έγιναν δύο αναχωρήσεις για την Αμερική, η μία μεμονωμένα και η άλλη ήταν ομαδική. Συνολικά έφυγαν 5 άτομα. Πιο συγκεκριμένα :
   Η μεμονωμένη αναχώρηση έγινε από τον Κωνσταντίνο Π. Κουτρούμπα. Στις 13 Απριλίου 1910, από το λιμάνι της Πάτρας, έφυγε με το πλοίο “Patris” και στις 28 Απριλίου έφτασε στις ΗΠΑ. Ήταν τότε 22 ετών και αναλφάβητος. Ο πατέρας του στην Ανιάδα λεγόταν Πέτρος. Με 25  $ μαζί του πήγε στη Νέα Υόρκη για δουλειά εργάτη κοντά στο ξάδερφό του Σπύρο Κουτρούμπα.
   Η ομαδική αναχώρηση στο 1910 έγινε από τέσσερα άτομα, τους : Αν. Κουτρούμπα, Νικ. Μακρυγιάννη, Κων. Τσάτσο και Θ. Χατζόπουλο. Η ομάδα με πλοίο ταξίδεψε από την Ελλάδα μέχρι την Τεργέστη. Από εκεί, στις 5 Σεπτεμβρίου, αναχώρησε με το πλοίο “Atlanta” και στις 24 Σεπτεμβρίου πάτησαν πόδι στην Αμερική. Για τους μετανάστες αυτούς γνωρίζουμε ότι :
·       Ο Ανέστης Κουτρούμπας [1] ήταν τότε 19 ετών. Ο πατέρας του πίσω στην Ανιάδα λεγόταν Γεράσιμος. Δήλωσε εργάτης με προορισμό τη Νέα Υόρκη κοντά στο φίλο Σπύρο Κουτρούμπα.
·       Ο Νικόλαος Μακρυγιάννης ήταν 32 ετών και παντρεμένος. Η γυναίκα του στο χωριό λεγόταν Μαρία. Αναζητούσε δουλειά εργάτη στη Νέα Υόρκη, όπου ήταν ο φίλος του Σπύρος Πασιόπουλος.
·       Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ήταν 20 ετών. Στην Ανιάδα ήταν ο πατέρας του Αλέξιος. Προορισμός του ήταν η Νέα Υόρκη για δουλειά εργάτη, κοντά στο φίλο του Σπ. Κουτρούμπα.
·       Ο Θεόδωρος Χατζόπουλος ήταν 38 ετών και παντρεμένος. Τη γυναίκα του στην Ανιάδα την έλεγαν Κατίνα. Κι αυτός πήγαινε για δουλειά εργάτη στη Νέα Υόρκη, όπου είχε το φίλο του Χρ. Τσιτούρη.
Ατμόπλοιο (από καρτ ποστάλ)

Το επόμενο έτος 1911 έγινε μία μεμονωμένη αναχώρηση, από τον Αλέξιο Τσάτσο. Από το λιμάνι της Πάτρας στο τέλος Μαρτίου αναχώρησε με το πλοίο “Eugenia” και στις 12 Απριλίου αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Νέα Υόρκης. Ήταν τότε 26 ετών και παντρεμένος. Δυστυχώς ελλείπουν άλλα στοιχεία.
   Στο 1914 έγιναν δύο ομαδικές αναχωρήσεις από την Ανιάδα για την Αμερική. Συνολικά έφυγαν 6 άνθρωποι. Πιο συγκεκριμένα :
   Η πρώτη ομαδική αναχώρηση στο 1914 περιλάμβανε δύο άτομα τους Αθανάσιο και Δημήτριο Χατζόπουλο[2]. Στις 16 Φεβρουαρίου από το λιμάνι της Πάτρας ταξίδεψαν με το πλοίο “Kaiser Franz Josef I” και στις 4 Μαρτίου αφίχθηκαν στην Αμερική. Επιπλέον γνωρίζουμε ότι :
·       Ο Αθανάσιος Χατζόπουλος ήταν 37 ετών και παντρεμένος. Η γυναίκα του στην πατρίδα λεγόταν Κωνσταντία. Ως τόπο γέννησης και τελευταίας διαμονής δήλωσε το Καρπενήσι! Αναζητούσε δουλειά αγρότη (farmer) στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια, όπου είχε το συγγενή του Κ. Φλωρά.
·       Ο Δημήτριος Χατζόπουλος ήταν τότε 40 ετών και παντρεμένος. Η γυναίκα του στο χωριό λεγόταν Αγγελική. Κι αυτός δήλωσε ως τόπο γέννησης και τελευταίας διαμονής το Καρπενήσι. Με 30 $ μαζί του αναζητούσε δουλειά αγρότη (σε φάρμα) στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια, όπου είχε το συγγενή του Κ. Φλωρά.
   Η δεύτερη ομαδική αναχώρηση στο 1914 αριθμούσε τέσσερα άτομα τους : Κωνστ. Καραγκούνη, Σπ. Κονδύλη, Κωνστ. Κουτρούμπα και Σπ. Κουτρούμπα. Στις 2 Μαΐου από το λιμάνι της Πάτρας αναχώρησαν με το πλοίο “Laconia (1912)” και στις 17 Μαΐου έφτασαν στις ΗΠΑ. Τα διαθέσιμα στοιχεία για τους μετανάστες αυτούς μας πληροφορούν ότι :
·       Ο Κωνσταντίνος Καραγκούνης ήταν 28 ετών. Ο πατέρας του στην Ανιάδα λεγόταν Λουκάς. Δήλωσε εργάτης και με 50 $ μαζί του πήγαινε για δουλειά εργάτη στην πόλη Κολούμπια (Columbia) της Νότιας Καρολίνας, όπου ήταν ο κουνιάδος του Νικόλαος Μακρυγιάννης. Για τον Κωνσταντίνο Καραγκούνη αυτό ήταν το δεύτερο ταξίδι στις ΗΠΑ, εφόσον είχε ξανάρθει την περίοδο 1911-1912 και εργάστηκε στην ίδια περιοχή.
·       Ο Σπυρίδων Κονδύλης ήταν 28 ετών. Ο πατέρας του στο χωριό λεγόταν Νικόλαος. Προορισμός του ήταν η Νέα Υόρκη για δουλειά εργάτη, όπου ήταν ο ξάδερφός του Άγγελος Μακρυκώστας. Όπως προαναφέρθηκε, ο Σπυρίδων Κονδύλης ήταν ο πρωτοπόρος μετανάστης της Ανιάδας από το 1904, που γύρισε για να πάει στρατιώτης και το 1914 έφυγε για δεύτερη φορά.
·       Ο Κωνσταντίνος Κουτρούμπας ήταν 28 ετών.  Ο πατέρας του στην Ανιάδα λεγόταν Πέτρος. Με 25 $ μαζί του ταξίδευε για δουλειά εργάτη στην πόλη Κολόμπους (Columbus) του Οχάιο, όπου ήταν ο φίλος του Αθανάσιος Παπαδήμας. Για τον Κωνσταντίνο Κουτρούμπα αυτό ήταν το δεύτερο ταξίδι στην Αμερική. Είχε πρωτοέρθει και εργάστηκε την περίοδο 1910-1912 πάλι στο Κολόμπους του Οχάιο.
·       Ο Σπύρος Κουτρούμπας ήταν 26 ετών. Ο πατέρας του πίσω στην πατρίδα λεγόταν Δημήτριος. Δήλωσε ως τόπο γέννησης και τελευταία διαμονή το Καρπενήσι (αντί για την Ανιάδα). Αναζητούσε δουλειά εργάτη στη Νέα Υόρκη, όπου ήταν ο φίλος του Άγγελος Μακρυκώστας. Για το μετανάστη Σπύρο Κουτρούμπα αυτό ήταν το δεύτερο ταξίδι στις ΗΠΑ. Ήρθε και εργάστηκε την περίοδο 1909-1912 πάλι στη Νέα Υόρκη.
   Τελευταίος μετανάστης που αποτέλεσε και τον επίλογο της περιόδου αυτής ήταν ο Κωνσταντίνος Κατής. Αναχώρησε μεμονωμένα στις 25 Ιανουαρίου 1921, από το λιμάνι της Πάτρας, με το πλοίο “Calabria” και στις 22 Φεβρουαρίου έφτασε στην Αμερική. Ήταν τότε 29 ετών και παντρεμένος. Η γυναίκα του πίσω στην πατρίδα λεγόταν Σπυριδούλα. Ως τόπο γέννησης και τελευταίας διαμονής δεν δήλωσε την Ανιάδα, αλλά αόριστα Ευρυτάνων (Evritanon). Πάντως το επώνυμο αυτό είναι της Ανιάδας. Ο Κωνσταντίνος Κατής με 40 $ μαζί του πήγαινε για δουλειά εργάτη στο Νόργουντ (Norwood) της Μασαχουσέτης, κοντά στον ξάδερφό του Λάμπρο Κόντο.
   Οι μετανάστες της Ανιάδας επέστρεψαν στην πατρίδα και βελτίωσαν τη ζωή τους, όπως και των δικών τους. Εξασφάλισαν καλή σύνταξη και κάποιοι έκαναν δωρεές στον τόπο τους. Οι ντόπιοι τους έλεγαν “αμερικάνους” και στα τοπικά πανηγύρια συμμετείχαν κερνώντας τα όργανα με πράσινα δολάρια.

Κωνσταντίνος Αθ. Μπαλωμένος
                 φυσικός


[1] Στην Αμερική το όνομά του γράφτηκε Anestis Coutroumpis.  Το σωστό είναι Κουτρούμπας.
[2] Για τους Αθανάσιο και Δημήτριο Χατζόπουλο διατηρώ επιφύλαξη ως προς την καταγωγή τους από την Ανιάδα, εφόσον δεν το ανέφεραν κατά την καταγραφή τους στην Αμερική (όπου δήλωσαν το Καρπενήσι, ως τόπο ιδιαίτερης πατρίδας).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου