"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

8/9/15

Κατασκευή και λειτουργία της σιδηροδρομικής διακλάδωσης Αγίας Μαρίνας – Λαμίας (1891 - σήμερα)



   Το έτος 1889 ήταν καθοριστικό για τη δημιουργία σιδηροδρόμου από τον Πειραιά μέχρι τα τουρκικά σύνορα[1]. Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης στις 14-3-1889 κατέθεσε[2] νομοσχέδιο για την κατασκευή και εκμετάλλευση σιδηροδρόμου πλάτους 1,44 μ., με διακλαδώσεις για τη Χαλκίδα και τον λιμένα της Λαμίας (δηλ. την Αγία Μαρίνα). Ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 7 Απριλίου 1889.

Η προβλήτα της Αγίας Μαρίνας (1889)

    Θέλοντας να διαμορφώσει προσωπική εικόνα για τις δυσκολίες του έργου, ο Χαρ. Τρικούπης πέρασε από το ορεινό τμήμα του Μπράλου, του Ασωπού και Γοργοποτάμου και από τον Γκοτλάν, αρχιμηχανικό της Γαλλικής αποστολής, ενημερώθηκε για τα κατασκευαστικά προβλήματα. Έφτασε μέχρι τη Στυλίδα, όπου άκουσε τα αιτήματα, και μεταξύ άλλων υποσχέθηκε εκβάθυνση του λιμανιού «υπό της εταιρείας σιδηροδρόμου».

26/8/15

Μετανάστες στην Αμερική από τα Καστέλλια Παρνασσίδος (1906-1920)



Προλεγόμενα


 Έλκοντας την καταγωγή εκ πατρός από τη Γραβιά, έμαθα από παλιά για τα γειτονικά Καστέλλια, με σημαντική παραγωγή σε καπνά, αλλά και με ανθρώπους που αναδείχθηκαν από τα χρόνια του Μεσοπολέμου σε αρκετούς επαγγελματικούς χώρους (γιατροί, στρατιωτικοί, κλπ.). Έχω επίσης κατά νου - από τα παλιότερα χρόνια - το πολύ καλό μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων της. Με την ευκαιρία, λυπήθηκα που έμαθα ότι την περασμένη χρονιά έκλεισε το Δημοτικό Σχολείο του χωριού.
 Μελετώντας τους Έλληνες μετανάστες που πήγαν στην Αμερική, εδώ και αρκετά χρόνια, κατέγραψα και όσους προέρχονταν από τα Καστέλλια. Δυστυχώς δεν ξέρω επώνυμα των ανθρώπων που έζησαν στο χωριό αυτό, και επιπλέον στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί οικισμοί με το όνομα αυτό (π.χ. στην Κρήτη). Δεν ήξερα επίσης ότι το αρχικό όνομα του χωριού ήταν Καστέλι και όχι Καστέλλια (η μετονομασία έγινε το 1979). Έτσι δυσκολεύτηκα αρκετά. Ευτυχώς με βοήθησε ο “Εκλογικός Κατάλογος του 1865, δήμου Δωριέων, χωρίον Καστέλιον”, στα επώνυμα των παλιότερων κατοίκων της.
 Για το αποτέλεσμα αυτό χρειάστηκαν πολλές ώρες και μέρες εντατικής απασχόλησης. Με βοήθησε πολύ, μέσω του Διαδικτύου, το εξαιρετικό αμερικανικό αρχείο μετανάστευσης του νησιού Έλλις (Ellis Island). Η έρευνα απέδωσε 44 μεταναστευτικά ταξίδια (9 μετανάστες έκαναν διπλά ταξίδια). Ίσως να διέφυγαν κάποια ονόματα που δεν εντόπισα, χωρίς φυσικά να υπάρχει καμία πρόθεση. Θυμίζω τη (συνήθη) περίπτωση που κάποιοι, τότε στις ΗΠΑ, δήλωναν ότι γεννήθηκαν ή ότι διέμεναν στη μεγαλύτερη πόλη (Λαμία ή Άμφισσα) ή κωμόπολη (όπως Γραβιά)  της περιοχής.

18/8/15

Οι προπολεμικοί ράπτες της Λαμίας


Οι καλλιτέχνες της ενδυμασίας



1. Σύντομη ιστορία της ενδυμασίας

 Από την Παλαιολιθική εποχή ο άνθρωπος κάλυπτε το σώμα του (δέρματα ζώων, φύλλα δένδρων ή γούνες). Η εφεύρεση του αργαλειού στη Νεολιθική εποχή δημιούργησε την υφαντική. Ένα κοντό ύφασμα για άνδρες κι ένα απλό μακρύ ρούχο οι γυναίκες φορούσαν στην αρχαία Αίγυπτο[1].
 Η αρχαία ελληνική ενδυμασία αποτελούνταν από ορθογώνια υφάσματα που φορούσαν και τα δύο φύλα. Τα τύλιγαν με διάφορους τρόπους γύρω από το σώμα σχηματίζοντας πτυχώσεις. Τα κυριότερα ήταν ο χιτώνας, που φορούσαν κατάσαρκα και ραβόταν στους ώμους, και το ιμάτιο, που χρησίμευε ως πανωφόρι. Ρούχα απλά και λειτουργικά.
 Τα ρούχα των Ρωμαίων ήταν παρόμοια με τα ελληνικά. Η βυζαντινή ενδυμασία συνδύασε την ελληνορωμαϊκή παράδοση με επιδράσεις της ανατολής και της χριστιανικής θρησκείας. Γενικά χαρακτηριζόταν από επισημότητα και μεγαλοπρέπεια.
 Στα μεσαιωνικά χρόνια οι γυναίκες φορούσαν δύο μακριά φορέματα (το ένα πάνω στο άλλο), ενώ οι άνδρες φορούσαν κοντό πουκάμισο και παντελόνι. Από τότε καθιερώθηκαν τα διαφορετικά ρούχα σε άνδρες και γυναίκες.
 Στην Αναγέννηση (15ο-16ο αι.) η ενδυμασία αποκτά όγκο και γίνεται πολυτελής. Στο 17ο αιώνα τα ρούχα έχουν πολλές δαντέλες και φιόγκους, με περούκες στο κεφάλι για άνδρες και γυναίκες.
 Στο 18ο αιώνα η ενδυμασία χαρακτηρίζεται από κομψότητα, χάρη και απαλά χρώματα. Κατά το 19ο αιώνα οι άντρες υιοθέτησαν το - αγγλικής προέλευσης - κοστούμι, που - με μικρές αλλαγές  -παρέμεινε μέχρι σήμερα η κύρια αντρική ενδυμασία.
 Στον 20ό αιώνα σημειώθηκε μεγάλη αλλαγή στην ενδυμασία, με νέα υλικά, μαζική παραγωγή αλλά και νέο τρόπο ζωής (κοινωνικές αλλαγές). Οι γυναίκες δανείζονται στην ανδρική ενδυμασία (φορούν παντελόνια). Γενικά το ντύσιμο γίνεται πιο απλό, άνετο και χαρούμενο.


2. Η ελληνική παραδοσιακή ενδυμασία

 Είναι οι φορεσιές των Ελλήνων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά παρέμειναν και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, μέχρι που επικράτησαν οι ενδυμασίες δυτικού τύπου.
Ο βασιλιάς Όθων
με φουστανέλα
 Οι παραδοσιακές αυτές φορεσιές προήλθαν από τη βυζαντινή ενδυμασία, με επιδράσεις από άλλους λαούς. Βασικό στοιχείο είναι το πουκάμισο (κοντό ή μακρύ με μανίκια) που φοριέται  κατάσαρκα.
 Οι άνδρες φορούσαν κοντό πουκάμισο (πουκαμίσα), με πλεχτές κάλτσες ή με παντελόνι (μπουραζάνι). Στα νησιά και παράλια φορούσαν τη βράκα (ένα φουσκωτό παντελόνι). Οι πολεμιστές φορούσαν τη φουστανέλα, μια πολύπτυχη μακριά φούστα. Στην επανάσταση του 1821 το ρούχο αυτό διαδόθηκε πολύ και αργότερα αποτέλεσε την ανδρική εθνική ενδυμασία.
 Οι γυναίκες πάνω απ’ το πουκάμισο φορούσαν ένα μακρύ φόρεμα με μανίκια (το καβάδι ή το σιγκούνι). Στα παράλια και στα νησιά φορούσαν φουστάνι (προήλθε από δυτικά φορέματα).
 Οι ελληνικές παραδοσιακές ενδυμασίες αποτελούν ένα σημαντικό στοιχείο της πολιτισμικής κληρονομιάς μας (με ιστορική, κοινωνική και αισθητική αξία).

9/8/15

Η επί της Όθρυος Μονή της Αντινίτσης

εργασία Αναστ. Κ. Ορλάνδου  (1930)

---------------


 
Επί τίνος των προς την Λαμίαν εστραμμένων υψωμάτων της πολυβούνου Όθρυος και εις τρίωρον προς Βορράν από της ειρημένης πόλεως απόστασιν[1] σώζεται, εν λειτουργία εισέτι, πενιχρά μονή τιμωμένη εις μνήμην του Γενεσίου της Θεοτόκου, επιλεγομένη δε της Αντινίτσης, από ομωνύμου τινός γειτονικής, εκλιπούσης ήδη, κώμης πιθανώτατα λαβούσα την επίκλησιν. Η άγνωστος εις τους περί την βυζαντινήν τέχνην ασχολουμένους μονή αύτη, ιδρυμένη επί νοτίως βλεπούσης αποτόμου και υλομανούς κλιτύος[2], αποτελείται εκ σειράς ευτελώς κατεσκευασμένων κελλίων, τεταγμένων εις δυο ορόφους, όπισθεν ξύλινου ηλιακού, καταλαμβανόντων δε την βόρειον πλευράν ορθογωνίου περιοχής, εν τω μέσω της οποίας ορθούται εν αρίστη καταστάσει το καλής τέχνης καθολικόν της μονής. (εικ. 1). 
Όψις του καθολικού της Αντινίτσης εκ Δυσμών
Περί της ιστορίας της μονής ταύτης ουδείς που αναφέρει τι, όσον εγώ γνωρίζω, ουδέ σχετικόν τι έγγραφον κατόρθωσα ν’ ανεύρω. Του εσωτερικού δ’ όντος εξ ολοκλήρου ασβεστοχρίστου, δεν σώζεται ουδ’ η κτιτορική αυτής επιγραφή. Μόνον δε περί βλαβών τίνων επενεχθεισών εις την μονήν υπό των Τούρκων, καταλαβόντων αυτήν από 7 Μαΐου 1897 μέχρι 14 Μαΐου 1898, αναφέρει ο Βορτσέλας[3].
Στερούμενοι λοιπόν ειδήσεων περί της ιστορίας της μονής και του χρόνου της ιδρύσεως αυτής θα προσπαθήσωμεν να συναγάγωμεν αυτά εκ της τέχνης του καθολικού αυτής, και δη της αρχιτεκτονικής, αφ’ ού, ως ελέχθη, ουδέ ίχνος τοιχογραφίας διεσώθη εσωτερικώς.




29/7/15

Διαχείριση των απορριμμάτων στη Λαμία

 

Από τα κάρα στα απορριμματοφόρα

 

                   Λίγη προϊστορία


 Κάθε παραγωγική διαδικασία που χρησιμοποιούσε πρώτες ύλες για τη δημιουργία κάποιου προϊόντος, άφηνε και υποπροϊόντα (κατάλοιπα). Στις παλαιότερες αποκεντρωμένες κοινωνίες με μικρό πληθυσμό κατοίκων, ποτέ δεν ήταν πρόβλημα αυτά τα κατάλοιπα των εργασιών. Αντίθετα τα κατανάλωναν σε άλλες χρήσεις, μεγιστοποιώντας την ωφέλεια απ’ αυτά. Έτσι τα κατάλοιπα του φαγητού (αν υπήρχαν) πήγαιναν για ζωοτροφή, τα πριονίδια των ξυλουργικών εργασιών ήταν καύσιμα στο τζάκι ή τη σόμπα και όλα τα υλικά ήταν ανακυκλώσιμα (εφόσον δεν υπήρχαν πλαστικά, ενώ το χαρτί ήταν σπάνιο).
 Η συσσώρευση πληθυσμού στις πόλεις και κυρίως σε μεγαλουπόλεις (πολυώροφα κτίρια), σε συνδυασμό με  τη μετατροπή του ανθρώπου-παραγωγού σε καταναλωτή και την ανακάλυψη νεότερων υλικών μη ανακυκλώσιμων, δημιούργησε το πρόβλημα σκουπίδια. Στα χωριά μας, παλιότερα, αν υπήρχε κάτι άχρηστο, το πέταγαν κοντά στο σπίτι τους, ή στα όρια της οικιστικής περιοχής. Οι οικισμοί βέβαια ήταν ανοργάνωτοι στη διαχείριση του χώρου και οι δυσκολίες της ζωής (πέτρινα χρόνια) δεν επέτρεπαν … αισθητικές τελειότητες, δεν δημιουργούσαν όμως οικολογικά προβλήματα.


Α. Η κατάσταση στην Ελλάδα (και στη Λαμία) κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα


 Από τα πρώτα χρόνια του Όθωνα στην Ελλάδα, οι αρχικές αρμοδιότητες που δόθηκαν σε Δήμους και Κοινότητες, στον πρώτο νόμο για την τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα ήταν τρεις: τα Ληξιαρχεία, τα Νεκροταφεία, και τα σκουπίδια.
 Η πρώτη αρμοδιότητα ήταν καθαρά γραφειοκρατική, η οποία μέχρι τότε γινόταν από τους ιερείς στις ενορίες των Ιερών Ναών ή ημιτελώς στις μικρότερες Κοινότητες. Η δεύτερη έθετε τους όρους για την οργάνωση των νεκροταφείων στους Δήμους και απαγόρευε πλέον τις ταφές γύρω από κάθε εκκλησία.
 Η πιο δύσκολη αρμοδιότητα όμως ήταν η διαχείριση των σκουπιδιών επειδή εξαρτιόταν από τον αριθμό των κατοίκων αλλά και από τους πόρους που διέθετε κάθε Δήμος.
Οδοκαθαριστής με σκούπα και
το κάρο αποκομιδής, στην Αθήνα.

(φωτ. Αρχείο ΕΡΤ)
 Μάλιστα, το πρόβλημα της αποκομιδής των απορριμμάτων εμφανίστηκε αμέσως μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού Κράτους και ιδιαίτερα από τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Από το έτος 1835 απασχόλησε τον πρώτο δήμαρχο της Αθήνας Ανάργυρο Πετράκη (σε 3 θητείες).
 Το 1840 για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα του τόπου εναπόθεσης των απορριμμάτων (χωματερή) στην Αθήνα. Σημειώνεται το έτος 1856 που έγιναν τα πρώτα σοβαρά επεισόδια για την απόρριψη των απορριμμάτων σε ακατάλληλες περιοχές, με αποτέλεσμα δύο νεκρούς και επτά τραυματίες!
 Στη Λαμία, όπως και σε άλλες πόλεις, τη μεταφορά των σκουπιδιών αναλάμβανε εργολαβικά κάποιος με κάρο (δίτροχο συνήθως), που περνούσε από τις οικίες κάθε βδομάδα ή σε αραιότερα χρονικά διαστήματα. Τα παράπονα των κατοίκων ήταν συχνά και καταγράφηκαν στις εφημερίδες της εποχής :

« … ο εργολάβος της δια κάρου μεταφοράς των ακαθαρσιών της πόλεως έπαυσεν εκπληρών το καθήκον του, αλλ’ εργάζεται δια του κάρου του εις άλλας ιδιαιτέρας αυτού εργασίας. … αφ’ ής ο εργολάβος ούτος ανέλαβε την καθαριότητα άπαξ μόνον ή δις διήλθεν εκ των οικιών των, εντός δύο και ήμισυ μηνών.» 
[εφ. “ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ”, 25-8-1876, Λαμία]

“ … Παρακαλείται ο κ. Δήμαρχος να διατάξη τον κοπροκαθαριστήν όπως τας ακαθαρσίας μη ρίπτη παρά των δημοσίω δρόμω προς το Αραπόρρεμα, καθ’ όσον προσβάλλεται η υγεία της πόλεως σηπωμένων των ακαθαρσιών, αφ’ όπου εξηπνέει ο δυτικός άνεμος και μεταφερομένου του αναπτυσσομένου μυάσματος εις τας παρακειμένας οικίας” [εφ. ΦΘΙΩΤΙΣ, 1-1-1885, Λαμία]

15/7/15

Μετανάστες στην Αμερική από τη Βάργιανη Φωκίδος

  (τις πρώτες 10ετίες του 20ού αι.)

   

Προλεγόμενα


 Έλκοντας την καταγωγή εκ πατρός από τη Γραβιά, φυσικά έμαθα από παλιά για τη Βάργιανη, που θεωρείται – και είναι – ο βασικός γενεσιουργός οικισμός από τον οποίο εποικίστηκε και πλήθυνε η Γραβιά. Την έχω επισκεφθεί λίγες φορές και με γοητεύει η θέση της. Επίσης χαίρομαι τα όμορφα πετρόκτιστα σπίτια της. Θυμάμαι ακόμα την παλιά σειρά “Ο φωτογράφος του χωριού” του 1977-78, που γυρίστηκε στη Βάργιανη και έμειναν στη σκέψη μου οι σκόρπιες πέτρες από τα πεσμένα σπίτια των ταραγμένων περιόδων της Κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και από την εγκατάλειψη του χωριού με την εσωτερική και την εξωτερική μετανάστευση.
 Μελετώντας τους Έλληνες μετανάστες που πήγαν στην Αμερική, εδώ και αρκετά χρόνια, κατέγραψα και όσους προέρχονταν από τη Βάργιανη. Δυστυχώς δεν ξέρω επώνυμα των ανθρώπων που έζησαν στη Βάριανη, αλλά το όνομα του χωριού είναι μοναδικό στην Ελλάδα κι έτσι δεν είχα αμφιβολίες μήπως οι μετανάστες δεν προέρχονταν απ’ αυτό. Με βοήθησε ο “Εκλογικός Κατάλογος του 1865, δήμου Δωριέων, χωρίον Βάριανη”, στα επώνυμα των παλιότερων κατοίκων της.
 Για το αποτέλεσμα αυτό χρειάστηκαν πολλές ώρες και μέρες εντατικής απασχόλησης. Με βοήθησε πολύ, μέσω του Διαδικτύου, το εξαιρετικό αμερικανικό αρχείο μετανάστευσης του νησιού Έλλις (Ellis Island). Η έρευνα απέδωσε 17 μεταναστευτικά ταξίδια (5 μετανάστες έκαναν διπλά ταξίδια). Ίσως διέφυγαν κάποια ονόματα που δεν εντόπισα, χωρίς φυσικά να υπάρχει καμία πρόθεση. Θυμίζω τη (συνήθη) περίπτωση που κάποιοι, τότε στις ΗΠΑ, δήλωναν ότι γεννήθηκαν ή ότι διέμεναν στη μεγαλύτερη πόλη (Λαμία ή Άμφισσα) ή κωμόπολη (όπως Γραβιά)  της περιοχής.

6/7/15

Καταστήματα τροφίμων (παντοπωλεία) της προπολεμικής Λαμίας

Πρόλογος


 Η ζωή του ανθρώπου ήταν πάντα συνδεδεμένη με ανάγκες και τον αγώνα για ικανοποίησή τους. Στις βασικές ανάγκες ανήκει η διατροφή και ακολουθούν η ένδυση, υπόδηση κι ένα σωρό άλλες. Στα παλαιότερα χρόνια κάθε οικογένεια φρόντιζε να έχει αυτονομία, τουλάχιστον στη διατροφή, εφόσον καλυπτόταν με οικόσιτα ζώα και γεωργικά προϊόντα παραγωγής της. Όμως, από τον καιρό που ο άνθρωπος άφησε την πρωτογενή παραγωγή και ασχολήθηκε με άλλα επαγγέλματα, είχε ανάγκη να προμηθεύεται τα αναγκαία αγαθά. Αυτός ήταν ο ρόλος του εμπορίου, που γρήγορα αναπτύχθηκε δημιουργώντας την αγορά. Στην παρούσα εργασία θα αναφερθούμε στο στεγασμένο εμπόριο τροφίμων και άλλων βασικών ειδών (καταστήματα γνωστά ως παντοπωλεία) της προπολεμικής Λαμίας.


 1. Εμπορικά καταστήματα τροφίμων (μπακάλικα)


 Αφήνοντας το λαϊκό εμπόριο των αγορών και τα παζάρια, που επίσης έχουν σημαντικό ενδιαφέρον και είναι πολύ παλαιοί θεσμοί στην ιστορία των κοινωνιών, οι έμποροι χαρακτηρίζονται:
- από τις μεγάλες ή μικρές ποσότητες που εμπορεύονται (χοντρέμποροι, λιανέμποροι)
- από το αντικείμενο που ασχολούνται (δερματέμποροι, κρεατέμποροι, φρουτέμποροι, κ.ά.)
- από την περιοχή όπου δραστηριοποιούνται (τοπικοί ή μικρέμποροι, μεγαλέμποροι).
- από την κατεύθυνση της εμπορικής δραστηριότητας (εισαγωγείς, εξαγωγείς).
Εδώδιμα-Αποικιακά στο κατάστημα
Αφών Δ. Κονταξή
 Στα είδη διατροφής και οικιακής χρήσης έχουμε τα γνωστά παντοπωλεία ή μπακάλικα. Η λέξη μπακάλικα και μπακάλης είναι αραβική και τουρκική (bakkal), σημαίνοντας τον άνθρωπο που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι. Μπακάλικα υπήρχαν σε κάθε χωριό και γειτονιά διαθέτοντας τα χρειώδη για το σπίτι. Ήταν η κατάληξη της αλυσίδας του λιανικού εμπορίου. Η άλλη λέξη “παντοπωλεία” ήταν η εξέλιξη του μικρού μπακάλικου, εφόσον διέθεταν όλα τα αγαθά για το νοικοκυριό, σε τρόφιμα (εκτός κρέατος και ψαριών), σε είδη καθαρισμού, σε καύσιμα (φωτιστικό πετρέλαιο, οινόπνευμα), κλπ.
 Μερικά μπακάλικα συνυπήρχαν με ταβέρνα (μπακαλοταβέρνες) διαθέτοντας και βαρέλια με δικό τους κρασί. Στα δύσκολα - από οικονομική άποψη - χρόνια (όπως έγινε και στα πρώτα μεταπολεμικά) τα μπακάλικα έκαναν πίστωση στα νοικοκυριά και στο τέλος του μήνα πλήρωναν το χρέος (ολόκληρο ή μέρος του). Στα συνοικιακά καφε-μπακάλικα ή των ορεινών χωριών διέθεταν πολύ μικρό αριθμό ειδών.