"Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένo Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια..."

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κυλιόμενο

23/7/14

Ο Οθωνικός Στρατώνας της Ακρολαμίας



1. Σύντομο ιστορικό του Κάστρου της Λαμίας

   Στην κορυφή ενός βραχώδους λόφου, το Κάστρο της Λαμίας δεσπόζει και ελέγχει την κοιλάδα του Σπερχειού μέχρι τον Μαλιακό κόλπο και το πέρασμα, που οδηγεί δια μέσου της ΄Οθρυος στη Θεσσαλία. Οι αρχαιολογικές έρευνες έδειξαν ότι το εσωτερικό της ακρόπολης κατοικήθηκε νωρίς (εποχή του Χαλκού) και κυρίως στη μυκηναϊκή περίοδο.
   Το αρχαιότερο τμήμα του περιβόλου της (κτισμένο κατά το πολυγωνικό σύστημα) χρονολογείται στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., όταν η Λαμία έγινε πρωτεύουσα του κράτους των Μαλιέων και γνώρισε σημαντική άνθιση από το 413 π.Χ. Κατά την Κλασική - Ελληνιστική περίοδο το αμυντικό σύστημα της Λαμίας στηριζόταν στην ακρόπολη και στα τείχη της κάτω πόλης.
   Το αρχαίο τείχος έχει διατηρηθεί σε όλη του την έκταση σε πολύ καλή κατάσταση λόγω της συνεχούς χρήσης και των διαδοχικών επισκευών (από βυζαντινούς πιθανά, από Φράγκους και Καταλανούς). Το πλάτωμα της ΝΔ γωνίας χρησίμευε στο Μεσαίωνα ως προμαχώνας και διέθετε δεξαμενή. Εσωτερικά ο χώρος διαιρούνταν με δυο εγκάρσιους τοίχους σε τρία μέρη. Το βόρειο τμήμα (ακροπύργιο) βρίσκεται ψηλότερα και χρησίμευε ως το έσχατο καταφύγιο των υπερασπιστών του Κάστρου.
   Νέες συμπληρώσεις και επισκευές πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκαν και οι πύλες. Η μια στα ΝΑ, λεγόμενη και “σιδηρά πύλη”, μέσω της οποίας επικοινωνούσε με την κάτω πόλη και μια στα ΒΑ που οδηγούσε προς την Όρθρυ.
Βαρόσι Ζητουνίου (τοιχογραφία του λαϊκού ζωγράφου Ιωάν. Παγώνη, 1830)
   Η Λαμία περιήλθε (μετά το μέσον του 4ου  αι. π.Χ.) στην κυριαρχία του Φιλίππου Β’. Το 302 π.Χ. απελευθερώθηκε από το Δημήτριο τον Πολιορκητή. Στη συνέχεια παρέμεινε κάτω από την επιρροή των Θεσσαλών και των Αιτωλών. Στο Λαμιακό πόλεμο[1] (323-322 π.Χ.) ο Αθηναίος στρατηγός Λεωσθένης σκοτώθηκε έξω από τα τείχη της Λαμίας, ενώ πολιορκούσε τους Μακεδόνες που υπερασπίζονταν τη Λαμία. Το 190 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίων κατέλαβε και λεηλάτησε άγρια την πόλη. Τον 13ο και 14ο αι. πέρασε διαδοχικά στα χέρια των ξένων κατακτητών του Μεσαίωνα, Φράγκων και Καταλανών και πήρε την ονομασία «Κάστρο».
   Το 1446 κατελήφθη οριστικά από τους Τούρκους και παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρι την απελευθέρωση της Λαμίας το 1833.
  Το Κάστρο της Λαμίας, μαζί με το Κάστρο της Μονεμβασιάς και το Παλαμήδι (κάστρο του Ναυπλίου) τραγουδήθηκε από τη λαϊκή μούσα και τιμήθηκε ιδιαίτερα με τα λόγια :
Λελούδι της Μονομβασιάς / και κάστρο της Λαμίας /  
και Παλαμήδι τ’ Αναπλιού, / άνοιξε να μπω μέσα …κλπ.



2. Απελευθέρωση της Λαμίας απ’ τους Τούρκους

   Μετά τη διάσκεψη του Λονδίνου το 1832 και τη συμφωνία από την Τουρκία των νέων συνόρων, η επαρχία Ζητουνίου ανήκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Από τις 15/27[2] Φεβρουαρίου 1833 διατάχθηκε η κατάληψη της επαρχίας Ζητουνίου.  Την ευθύνη της υλοποίησης είχε ο Βαυαρός συνταγματάρχης Ντ’ Άλμπερτ με δύναμη στρατού από 350 Βαυαρούς στρατιώτες.
   Ο Τούρκος στρατιωτικός  διοικητής της Λαμίας και έπαρχος - στην αρχή - αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη. Ο Βαυαρός αξιωματικός Κουχενράτερ, που ήταν υπεύθυνος για την ομαλή παραλαβή (απελευθέρωση) της Λαμίας από τους Τούρκους αφηγήθηκε[3] :
“…  Όταν μετέβην εις Λαμίαν μετά του λόχου μου και του ογδόου, ταχθέντος και αυτού υπό τας διαταγάς μου, δια να παραλάβω την πόλιν εκείνην μετά του αρχαίου φρουρίου παρά των κατεχόντων αυτά Τούρκων, ήρθε μαζί μου και ο υπολοχαγός του πυροβολικού Βόθμερ, οδηγών ορειβατικήν πυροβολαρχίαν. Ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής ηρνήθη να παραδώση την πόλιν, διότι είχεν εις Λαμίαν, ως έπαρχος, μεγαλοπρεπές νεόδμητον ξύλινον οικοδόμημα και ανέμενεν εκ Κωνσταντινουπόλεως οδηγίας, δια να μάθη, εάν περιλαμβάνετο εις την σύμβασιν και η Λαμία. Ευκόλως εννόησα ότι ο Βέης δεν ήθελε να εγκαταλείψη το καινουργές του ξύλινον μέγαρον, φρονών βεβαίως ότι ο κερδίζων καιρόν κερδίζει το παν. Τότε έστειλα αξιωματικόν μετά του διερμηνέως μας προς τον στρατιωτικό διοικητήν και του διερμήνευσα ότι μόνον 24 ώρας του δίδω προθεσμίαν. Έπειτα ετοποθέτησα τους δύο μου λόχους επί καταλλήλου υψώματος, επάνω εις το οποίον διέταξα ν’αναβή και η ορειβατική πυροβολαρχία, μετά των δύο ολμοβόλων της. Οι Τούρκοι είχον αποχωρήσει εις το αρχαίον, Ενετικόν φρούριον, εις το οποίον είχε μεταβή ο Βέης με το χαρέμιον. Όταν είδον οι Τούρκοι την σταθεράν μου απόφασιν, ο Βέης μου διεμήνυσε, την άλλην πρωίαν, ότι, μετά μεσημβρίαν, ηδηνάμην να εισέλθω εις το φρούριον …”.


Βαυαροί στην είσοδο της Λαμίας. Μέσα στα τείχη του Κάστρου (δεξιά)
διακρίνονται κατοικίες και 1 μιναρές τζαμιού (Kollnberger, 1834)
   Το εσωτερικό του φρουρίου είχε ήδη κατοικηθεί από οικογένειες Τούρκων. Υπάρχει αναφορά για μέγιστο αριθμό 100 οικογενειών (επομένως και κατοικιών), με 1-2 μιναρέδες για τις θρησκευτικές ανάγκες αυτών.   
   Οι Τούρκοι έφυγαν στις 28 Μαρτίου/9 Απριλίου, ημέρα Μεγάλη Τρίτη και το Ζητούνι (Λαμία) ελευθερώθηκε. Η τουρκική κατοχή στη Λαμία διήρκεσε 387 χρόνια (από το 1446 έως το 1833). Στις 20 Ιουνίου (π.η.) 1836 ονομάστηκε και πάλι Λαμία. Από το 869 μ.Χ. λεγόταν Ζητούνι (δηλ. για 964 χρόνια είχε αυτό το όνομα).

  

3. Η εγκατάσταση του ελληνικού στρατού στη Λαμία

   Αμέσως μετά την απελευθέρωση, κρίθηκε αναγκαία η παρουσία στρατού στην παραμεθόριο επαρχία Ζητουνίου. Οι επιδρομές από ένοπλα τουρκικά τμήματα, αλλά και η ληστεία από διάφορες ομάδες, που είχαν τα λημέρια τους στο οθωμανικό μέρος, επέβαλαν την αποκατάσταση της τάξης.
   Στα χρόνια της αντιβασιλείας πρώτα (από το 1833) και μετά της βασιλείας του Όθωνα ο στρατός περιλάμβανε πεζικό, ιππικό, πυροβολικό, μηχανικό, ακροβολιστές, χωροφυλακή και λόχο απομάχων, με επικεφαλής το Σκώτο συνταγματάρχη Τόμας Γκόρντον. Η επάνδρωση των μονάδων στην αρχή γινόταν στους λόχους Ελλήνων και Βαυαρών σε ίση αναλογία, με τους Βαυαρούς να μειώνονται με το χρόνο.
  Η στρατιωτική δύναμη στη περιοχή Λαμίας απαρτιζόταν αρχικά από Βαυαρούς. Για το στρατωνισμό τους αναζητήθηκαν υπάρχοντα κτίρια, εγκαταλειμμένα από Τούρκους, μέσα στην πόλη. Ένα απ’ αυτά ήταν το σεράι του Χαλήλ Μπέη :
“… επισκέφτηκα τον μόνο αξιοθαύμαστο χώρο που διαθέτει αυτή η μίζερη πόλη του Ζητουνίου· αναφέρομαι στον ελληνικό στρατώνα, που παλιά ήταν το Σεράι του πασά …” (περιηγητής Χέρμαν Πίκλερ Μισκάου, 1836)
“… Ένα ψηλό και κάποτε πολύ σπουδαίο παλάτι, του γαμπρού του Αλή Πασά, με συντριβάνια, μεγάλους διαδρόμους και έγχρωμες διακοσμήσεις, χρησιμοποιείται ως στρατώνας[4] του 6ου Τάγματος. …” [Λουδ. Ρος]
   Οι εντολές που δόθηκαν από την αντιβασιλεία και την τότε κυβέρνηση ήταν “… με όσους παλιούς στρατώνες βρήκαμε (όπου βρέθηκαν), τακτοποιήθηκαν καλύτερα όσοι βρίσκονταν υπό τα όπλα…[5]” και επίσης “Επειδή στην Ελλάδα υπήρχαν πολλά φρούρια - πάνω από 20 - ήταν απαραίτητο να ιδρυθούν αποθήκες …[6]”.
   Οι αυξανόμενες ανάγκες στρατωνισμού όλο και περισσότερων ατόμων, επίσης του σταυλισμού των ζώων, όπως και αποθηκών στρατιωτικού υλικού στη Λαμία, οδήγησαν στη λύση να αξιοποιηθεί ο εσωτερικός χώρος του φρουρίου της Ακρολαμίας. Το 1835 κατασκευάστηκε ένας μικρός στρατώνας για 20 άτομα και μία δεξαμενή. Σύντομα διαπιστώθηκε ότι αυτά είναι ανεπαρκή για στέγαση 50 ανδρών σε διάρκεια 3 μηνών. Ο Τζώρτζ Φίνλεϊ[7] εκτίμησε ότι ξοδεύονται χρήματα για άλλα πράγματα προς όφελος ξένων, αντί “ για την κατασκευή ενός φρουρίου στα σύνορα, το οποίο θα ήταν απόρθητο από τους ληστές.” Η ανηφορική διαδρομή προς το κάστρο[8] της Λαμίας περνούσε από πέντε μικρούς νερόμυλους, τον ένα κάτω από τον άλλο, που λειτουργούσαν με νερό, από ένα ρυάκι που ερχόταν από ψηλά.
Εσωτερικό σπιτιού της Λαμίας (Kollnberger, 1843)
   Η Φθιώτιδα έγινε έδρα  αρκετών στρατιωτικών μονάδων. Το 1836 κτίστηκε στην Υπάτη ένα μεγάλο κτίριο, ως στρατώνας του πεζικού, σε σχέδια τριών αξιωματικών του μηχανικού (Μανιτάκης, Πετμεζάς, Τριγγέτας). Ένα λιτό, αλλά όμορφο ορθογώνιο διώροφο κτίσμα. Στη νότια στενή πλευρά κατασκευάστηκε και ένας κυκλικός αμυντικός πυργίσκος που δεν σώζεται πλέον. Τον ανέφεραν ως «Καποδιστριακό» στρατώνα, αλλά το ορθότερο είναι Οθωνικός στρατώνας[9]. Σ’ αυτόν είχε την έδρα του (στεγάστηκε) το 3ο Τάγμα Ευζώνων, με ζώνη ευθύνης του τους δήμους Υπάτης, Μακρακώμης (τότε Βαρυμπόμπης) και Σπερχειάδας (τότε λεγόταν Αγά).
   Κατά την αντιοθωνική εξέγερση του 1848 διαδραματίσθηκαν στην Υπάτη και στο στρατώνα της αιματηρά γεγονότα. Την 1 Μαΐου η Υπάτη πολιορκήθηκε και κατελήφθη από τους αντιοθωνικούς επαναστάτες - στασιαστές Κοντογιάννη και Βελέντζα. Τα κυβερνητικά στρατεύματα με επικεφαλής τους Γαρδικιώτη και Mαμούρη στις 8 και 9 Mαΐου την ανακατέλαβαν μετά από πολιορκία.
   Η οικονομική κατάσταση του Κράτους ήταν πολύ κακή και η εσωτερική κατάσταση ανώμαλη. Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα ξέσπασαν πολλές στάσεις, ταραχές και επαναστάσεις. Συχνά έπαιρνε ενεργό μέρος και ο στρατός. Από το 1846 άρχισε να λειτουργεί τουρκικό προξενείο, στη Λαμία, ως παραμεθόρια ελληνική πόλη. Η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών μονάδων αυξανόταν. Η έξαρση της ληστείας επέτεινε την ανάγκη δυνάμεων (στρατού, χωροφυλακής και αποσπασμάτων).
   Τους τέσσαρες πρώτους μήνες του 1854 οργανώθηκε από το βασιλιά Όθωνα η πρώτη επαναστατική προσπάθεια για απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Με τη συμμετοχή πολλών αγωνιστών έκαναν εισβολή και πολιόρκησαν το Δομοκό. Η προσπάθεια απέτυχε κι έφερε κύμα προσφύγων στη Λαμία. Η χολέρα τότε μάστιζε την περιοχή Λαμίας. Το 1855 ενέσκηψε επιδημία πανώλης.
   Οι συνθήκες διαβίωσης όσων διέμεναν και στρατωνίζονταν στον πρόχειρο στρατώνα (στην κορυφή του απόκρημνου λόφου) εντός του Κάστρου της Λαμίας ήταν άθλιες. Οι ασθένειες ήταν διαρκείς και συχνά οδηγούσαν τους στρατευμένους στο θάνατο. Ο τοπικός τύπος[10] ύψωσε φωνή για την αιτία των ασθενειών αυτών, αλλά δεν εισακούσθηκε. Όπως έγραψε “… Ο στρατώνας της Ακρολαμίας (επινόηση των Βαυαρών) είναι ο τάφος του στρατού, που έτυχε να κατοικήσει σ’ αυτόν. Χίλιοι περίπου νέοι που στρατωνίσθηκαν σ’ αυτόν, ετάφησαν στη Λαμία…” Στην κατάσταση αυτή, αναγκάστηκε η κυβέρνηση να στείλει ομάδα ειδικών όπως ο Πετμεζάς, ταγματάρχης του Μηχανικού και ο Ερ. Τράιμπερ[11], αρχίατρος, για να εκφέρουν γνώμη.



4. Κατασκευή και χρήση του Οθωνικού στρατώνα της Λαμίας

   Σε διάφορα κτίσματα της Λαμίας εγκαταστάθηκαν τα γραφεία των επιμέρους στρατιωτικών διευθύνσεων (π.χ. στην αρχή της οδού Υψηλάντου, κ.α.). Η τότε κυβέρνηση, από το έτος[12] 1855 αποφάσισε την κατασκευή νέου στρατώνα στον εσωτερικό χώρο του φρουρίου της Ακρολαμίας. Οι εργασίες κατασκευής κράτησαν 5 χρόνια και το 1860 το κτίριο του Οθωνικού στρατώνα της Λαμίας ολοκληρώθηκε. Τότε - ίσως - να γκρεμίστηκε και το τουρκικό τζαμί με το μιναρέ.
   Οι επαναστατικές ενέργειες κατά του Όθωνα κορυφώθηκαν και στις 23 Οκτωβρίου 1862 ανάγκασαν το βασιλικό ζεύγος να εγκαταλείψει την Ελλάδα (έξωση του Όθωνα).
   Το 1866 έγινε δεύτερη - τελείως ανοργάνωτη - επανάσταση για απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Κράτησε 3 χρόνια, χωρίς αποτέλεσμα.  Νέο κύμα προσφύγων έφτασε στη Λαμία.
   Το κτίριο του στρατώνα στο Κάστρο διατηρούσε πάντα στρατιωτική μονάδα, αλλά παράλληλα ήταν και αποθήκη πολεμικού υλικού. Σε τρεις πυριτιδαποθήκες βρισκόταν πολύ μεγάλη ποσότητα, πλέον των 20.000 οκάδων πυρίτιδας, όπως και σφαίρες, οβούζια, φυσέκια, κ.ά. Ο τοπικός τύπος[13] τόνιζε τον κίνδυνο και ζητούσε “την εις μέρος ακίνδυνον  ανέγερσιν καταστήματος εις τοποθέτησιν της πυρίτιδος και των λοιπών ευφλέκτων υλών ” ώστε “… η Λαμία σύμπασα να μην υποστή την τύχην της Πομπηίας”. Η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα και το κακό έγινε.
   Στις 10 Αυγούστου 1871, μία από τις τρεις πυριτιδαποθήκες με 7-8 χιλιάδες οκάδες πυρίτιδας εξερράγη[14] (πιθανά από κεραυνούς). Από τις πέτρες, σφαίρες, κ.ά. υλικά που εκτοξεύτηκαν και από την ισχυρή δόνηση έσπασαν τα τζάμια των σπιτιών και οι πόρτες, σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν άνθρωποι, το ¼ των οικιών έγιναν ακατοίκητες και δημιουργήθηκε πανικός στους Λαμιώτες, που διανυκτέρευσαν στο ύπαιθρο. Σε μισή ώρα, η πόλη έδειχνε βομβαρδισμένη. Ευτυχώς, η σφοδρή καταιγίδα με καταρρακτώδη βροχή που ακολούθησε, έσωσε την πόλη από πυρκαγιές και από ανάφλεξη των άλλων δύο αποθηκών, η έκρηξη των οποίων θα κατέστρεφε τελείως τη Λαμία.
Το κτίριο του Οθωνικού Στρατώνα (1925)
   Η κυβέρνηση, για να καθησυχάσει τον αγανακτισμένο κόσμο της Λαμίας, έστειλε το συνταγματάρχη του Μηχανικού Αναστάσιο Πάνου, με απόσπασμα σκαπανέων για καταγραφή των ζημιών και μεταφορά της πυρίτιδας σε άλλο μέρος ακίνδυνο για την πόλη. Ένα μήνα[15] μετά την έκρηξη, η πλατεία Ελευθερίας της Λαμίας και όλοι οι δρόμοι της ήταν γεμάτοι πέτρες, σκουπίδια και συντρίμμια, μερικοί δε χρειάζονταν κάποιες επισκευές σε ζημιές που προκλήθηκαν.
   Οι στρατιωτικές αρχές[16] στη Λαμία ήταν πέντε (1875[17]) και εγκατεστημένες σε διάφορα σημεία της πόλης. Αυτές ήταν : 1) η Διεύθυνση Μηχανικού, στην πλατεία Διάκου, (2) η Μοιραρχία, στην οδό Υψηλάντου, (3) ο Στρατώνας του Ιππικού, στη συνοικία Αγίων Θεοδώρων, (4) ο Στρατώνας του Πεζικού, στην οδό Υψηλάντου και (5) το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, στην οδό Ερμού[18].
   Ακολούθησε η τρίτη (και τελευταία) επαναστατική προσπάθεια (1876-78) για απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Με αρχηγό το στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο, τακτικός στρατός 25.000 ανδρών εισήλθε στο οθωμανικό έδαφος. Όμως διατάχθηκε να επιστρέψει αμέσως και η προσπάθεια έληξε άδοξα.
   Η καταστροφή που έγινε στο στρατώνα το 1871, αφού έγιναν οι απαραίτητες επισκευές, οδήγησε σε αλλαγή χρήσης αυτού. Το 1876 και μετά[19], “… μόνο ακόμα ένα μέρος του χρησιμοποιείται περιοδικά και συνδέεται με πυριτιδαποθήκη, για τη φύλαξη της οποίας τοποθετήθηκε μια ελαφρά φρουρά. Οι πύλες είναι κλειστές για τον ίδιο λόγο και κάποιος χρειάζεται για την είσοδό του στο κάστρο άδεια, την οποία δίνει ο νομάρχης με προθυμία.
   Αποφασίστηκε και από το 1877 άρχισε η κατασκευή[20] αμαξιτής οδού, από τα νότια του λόφου για θα καταλήξει στην ανατολική πύλη του Φρουρίου, ώστε να επικοινωνεί η πόλη με την Ακρολαμία.
   Η προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881) έφερε μεγάλες αλλαγές στο στρατιωτικό χάρτη της χώρας. Η Φθιώτιδα έπαψε πλέον να είναι μεθοριακή πόλη. Η μετακίνηση των στρατιωτικών μονάδων οδήγησε τον Οθωνικό στρατώνα της Υπάτης να χάσει τη σημασία του ως στρατώνας και να αλλάξει πολλές χρήσεις, τελευταία δε χρησιμοποιήθηκε  ως σχολείο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960.
   Ο Οθωνικός στρατώνας της Λαμίας από το 1884 και για περισσότερο από μισόν αιώνα (μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) συνέχισε να χρησιμοποιείται μερικώς ως στρατώνας και ως αποθήκη στρατιωτικού υλικού. Το 1891, ο περιηγητής Κωνσταντίνος Καπράλος ανήλθε στο φρούριο και μας αναφέρει ότι “… Εντός του φρουρίου, νυν, υπάρχει μεγάλη αποθήκη υλικού του πολέμου φυλαττομένη υπό δεκάδος στρατιωτών.” Επίσης το 1894, άλλη αναφορά[21] μας βεβαιώνει ότι “… Τα διασωθέντα μνημεία της αρχαίας Λαμίας εισίν ερείπια τινά των τειχών της Ακροπόλεως και λείψανα τινά της πόλεως …. και το Ενετικόν φρούριον, εν ώ σήμερον είναι μέγας στρατών μετ’ αποθήκης υλικού του στρατού και λείψανα τινα ερειπωμένου τζαμίου.”



5. Εγκατάλειψη του στρατώνα – Νέοι στρατώνες

   Η ατυχής έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 και το Μακεδονικό Ζήτημα έφεραν αλλαγές και την ανάγκη ισχυρού στρατού. Η Λαμία έγινε έδρα μιας μεραρχίας και ενός στρατιωτικού νοσοκομείου. Στην πρώτη 10ετία του 20ού αι. άλλαξε ο οπλισμός και η στολή των οπλιτών. Η συγκρότηση δύο μονάδων με έδρα τη Λαμία, ήτοι του 2ου  Συντάγματος Πεζικού και του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, οδήγησαν στη δημιουργία στρατοπέδου στα δυτικά της πόλης (περιοχή Παγκρατίου), με πλήρη υποδομή. Με τη μεταγενέστερη δημιουργία του στρατοπέδου Τσαλτάκη στην ανατολική πλευρά της Λαμίας, που είχε σειρά κτιρίων για αποθήκευση στρατιωτικού υλικού, έπαψε και αυτή η χρησιμότητα  του Οθωνικού στρατώνα, που υποκαταστάθηκε πλήρως.
   Οι επισκέπτες της Ακρολαμίας δεν είχαν καθόλου καλή γνώμη για το κτίριο του Οθωνικού στρατώνα. Ο Γερμανός περιηγητής Φρ. Στέλιν το 1912 έγραψε σχετικά : “… εις το εσωτερικόν του φρουρίου[22] έχει αποθανατιστεί η εποχή του βασιλέως Όθωνος με ένα τετράγωνο κιβώτιο κάποιος στρατώνας, το οποίο καταστρέφει τη γραφικότητα. Είναι περίφημη η θέα, που έχει κανείς εκεί πάνω…”.
Ο Οθωνικός στρατώνας δεσπόζει στο λόφο του Κάστρου (δεκαετία’50)
    Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, μέχρι το 1940, μια μικρή δύναμη του 42 Συντάγματος[23], βρισκόταν στο Κάστρο για την έπαρση και υποστολή της σημαίας. Η στέγασή της γινόταν στο στρατώνα του Κάστρου Λαμίας.
   Τις επόμενες 10ετίες το κτίριο εγκαταλείφθηκε στην τύχη του. Το 1941 βομβαρδίστηκε, τα δε χρήσιμα υλικά (ξυλεία, κεραμίδια, κλπ.) στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου αφαιρέθηκαν από ντόπιους για τις ανάγκες τους. Απέμειναν μόνο οι όρθιοι τοίχοι. Στο εξωτερικό μέρος (της ανατολικής πλευράς) παρέμεναν στηριγμένοι οι κρίκοι όπου έδεναν τα άλογα. Ο τόπος είχε γεμίσει από άγρια βλάστηση (αγριόχορτα, βάτα κλπ.).
    Σε κάθε επισκέπτη η κατάσταση του κτιρίου δημιουργούσε πολύ κακή εντύπωση. Το 1962 γράφτηκε[24] : “… Ένα άθλιο μακρυνάρι, χωρίς ομορφιά, ένα χάλασμα χωρίς σημασία.” Η δε πρόταση που ακολούθησε ήταν “ … με πολλή προσοχή, χωρίς να χάσει τίποτα το τοπίο, ο στρατώνας να μεταβληθεί σε ξενοδοχείο …”. Ανάλογη πρόταση έγινε και από τον πρώην δήμαρχο Λαμίας Γεώργ. Αλεξ. Πλατή.



6. Συντήρηση και ανάδειξη του κτιρίου

   Το 1973, ο χώρος παραδόθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Στην επόμενη δεκαετία του ’80, εκτιμήθηκε και αποδόθηκε η αξία αυτών των κτισμάτων. Έτσι το 1982, το κτίριο του Οθωνικού στρατώνα της Υπάτης χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό μνημείο.
   Το ίδιο έγινε και για το κτίριο του στρατώνα της Λαμίας, που επίσης κηρύχθηκε διατηρητέο ιστορικό μνημείο. Από το 1984 ο Δήμος της Λαμίας ανέλαβε την ανάπλασή του και την επισκευή του στρατώνα, με σκοπό να στεγαστεί εκεί το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1994 εγκαινιάστηκε το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας.
Το αναστηλωμένο κτίριο του Οθωνικού στρατώνα στεγάζει πλέον το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας
    Αντίστοιχα, το 1998 το κτίριο του Οθωνικού στρατώνα της Υπάτης παραχωρήθηκε από το Δήμο Υπάτης στο Υπουργείο Πολιτισμού για να στεγασθεί εκεί το Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας. Αφού συντηρήθηκε και αναστηλώθηκε, από τον Ιανουάριο του 2007 λειτουργεί ως Βυζαντινό Μουσείο Φθιώτιδας.

Κωνσταντίνος Αθαν. Μπαλωμένος
                  φυσικός



----------------------------
Δημοσιεύτηκε στην εφ. ΛΑΜΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ, φ. 20500, σελ. 8-9, της 30 Νοε./1 Δεκ. 2013.


        ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Περισσότερα στην εργασία “Ο Λαμιακός Πόλεμος (323-322 π.Χ.)”, του Γεωργ. Κ. Μπαλωμένου, εφ. “Λαμιακός Τύπος”, φ. 20490, Σάββατο/Κυριακή 16/17 Νοε. 2013, σελ. 8, Λαμία
[2] Οι δύο αριθμοί δείχνουν τις ημερομηνίες στο παλαιό και στο νέο ημερολόγιο. Η διαφορά τους στον 19ο αι. ήταν 12 μέρες.
[3] Την αφήγηση μεταφέρει ο Βαυαρός Χριστόφορος Νέεζερ [βλ. Νικ. Δαβανέλλου-Γεωργ. Σταυρόπουλου “Λαμία, με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)”, σελ. 63, εκδ. Οιωνός, 2005, Λαμία]
[4] Λουδοβίκου Ρος (1806-1859). Στην Ελλάδα έμεινε την περίοδο 1832-1845, ως πρώτος διευθυντής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και μετά καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
[5] Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουρερ : “Ο Ελληνικός Λαός” , σ. 567, εκδ. Αφών Τολίδη, 1976, Αθήνα.
[6] ό. π., σ. 576.
[7] Τζώρτζ Φίνλεϊ (1799-1875). Φιλέλληνας. Με νομικές σπουδές ήρθε στην Ελλάδα το 1823 και βρέθηκε στο Μεσολόγγι. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1927 όπου και έζησε πολλά χρόνια. Έγραψε ιστορία. Ήταν ανταποκριτής των “Times”. Πέθανε στην Ελλάδα.
[8] Κάρολος Γουστάυος Φίντλερ (1791-1853), Γερμανός περιηγητής. Περιόδευσε πολλές χώρες την περίοδο 1834-1837.
[9] κόστισε τότε 27 χιλιάδες δραχμές και  μέσα του “χωρούσε 200 τακτικούς ή 500 ελαφρούς”.
[10] εφ. ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΟΘΡΥΟΣ, 25-10-1859, Λαμία.
[11] Ερρίκος Τράιμπερ (1796-1882) Βαυαρός φιλέλληνας. Ήταν ο πρώτος στρατιωτικός γιατρός του ελληνικού στρατού.
[12] Αποτελεί στοιχείο των Πρακτικών του Δήμου Λαμιέων, που μελέτησε ο Δημήτριος Νάτσιος. Τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Επιπλέον βλ. Δημ. Νάτσιου “10η  Αυγούστου 1871, μία αποφράς ημέρα δια την Λαμίαν”, εφ. ΕΘΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ, σελίδες 1 & 4, 8-8-1971, Λαμία.
[13] εφ. «Ανατολική Ελλάς», 9-7-1868, Λαμία.
[14] εφ. «Φάρος της Όθρυος», 21-8-1871, Λαμία.
[15] εφ. «Φάρος της Όθρυος», 11-9-1871, Λαμία.
[16] βλ. Χρίστου Β. Χειμώνα : “Σελίδες για τη Λαμία του 1875 ” , περ. ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 1987, σ. 78, Λαμία.
[17] Το έτος αυτό πέρασε από τη Λαμία ο περιηγητής Μιλτιάδης Μπούκας και κατέγραψε ότι :  “… Βορειοδυτικώς της πόλεως υπέρκειται λόφος, επ’ αυτού δε Ενετικόν φρούριον και εν αυτώ μέγας στρατών, ως αποθήκας ήδη του υλικού χρησιμεύων.
[18] Έτσι ονομαζόταν παλιά η οδός Σκληβανιώτου και - ως συνέχεια αυτής - η σημερινή οδός Κουνούπη.
[19] Γερμανός περιηγητής Λάμπο Λόλινγκ (1848-;) φιλόλογος και αρχαιολόγος.
[20] εφ. ΕΥΝΟΜΙΑ, 6-10-1877, Λαμία
[21] Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1835-1902). Μοναχός και λόγιος από το Πήλιο. Από τη Λαμία πέρασε το 1894.
[22] Φρειδερίκος Στέλιν (Stälin, 1874-1936). Με σπουδές αρχαίας ελληνικής φιλολογίας. Μελέτησε τη Φθιώτιδα, κ.ά.
[23] Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων ιδρύθηκε με Βασιλικό Διάταγμα στις 23 Δεκεμβρίου 1913. Με το νέο οργανισμό του στρατού το 1935, η μονάδα μετονομάστηκε σε 42 Σύνταγμα Ευζώνων (Νομοθετικό Διάταγμα της 4ης Σεπτεμβρίου 1935).
[24] Από τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο σε άρθρο του με τίτλο “Λαμιακά, η αξιοποίηση των ερειπίων”, στην εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 1962. [βλ. Ζήση Πρωτοπαπά : “Το Κάστρο, σύμβολο της Λαμίας (αισθητικά προβλήματα)”, περ. ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 1981, σελ. 212-214, Λαμία].

1 σχόλιο: